to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

12:15 | 08.11.2013

πηγή: efsyn.gr

Πολιτισμός

Οι ταινίες της εβδομάδας 7/11 - 14/11

Ξεχωρίζει η θριαμβεύτρια ταινία στο Φεστιβάλ Βενετίας, «Miss Violence», του Αλέξανδρου Αβρανά


Της Λήδας Γαλανού

Δύσκολη -με την καλή έννοια- εβδομάδα. Το «Ολα χάθηκαν» του Τζέι Σι Τσάντορ έχει ατού τη σκηνοθετική του ευφυΐα και τον 77χρονο σταρ, που γοητευτικός και συναρπαστικός όσο ποτέ, βάζει πλώρη για τα Οσκαρ. Το όμορφο και τρομακτικό «Gravity» βάζει τον Κουαρόν στη λίστα των δημιουργών που προχωρούν το σινεμά ένα βήμα παραπέρα. Και, επιτέλους, η ακραία και σκληρή «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά, θριαμβεύτρια στο Φεστιβάλ Βενετίας και πιο hot ελληνική ταινία της χρονιάς, συναντιέται με την κοινωνία που τη γέννησε.

Ολα χάθηκαν (All Is Lost)

Σκηνοθεσία: Τζέι Σι Τσάντορ

Ηθοποιοί: Ρόμπερτ Ρέντφορντ

Ενας άντρας, χωρίς όνομα, χωρίς background, κάνει ένα μοναχικό ταξίδι ψυχαγωγίας με το ιστιοπλοϊκό του στα ανοιχτά της Σουμάτρας. Είναι προχωρημένης ηλικίας, αλλά εξαιρετικής φυσικής κατάστασης. Σε μια έκπληξη της μοίρας, το σκάφος του θα συγκρουστεί με ένα κοντέινερ που πλέει στη θάλασσα, απομεινάρι από κάποιο περαστικό καράβι. Ο άντρας θα καταφέρει, με κόπο, να σφραγίσει την τρύπα που ανοίγει στο σκαρί του. Αλλά η φύση είναι αποφασισμένη να μην τον αφήσει να γλιτώσει τόσο εύκολα.

Ο Τζέι Σι Τσάντορ προκάλεσε αίσθηση με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του πριν από δύο χρόνια, το «Margin Call», που τον οδήγησε και στην οσκαρική υποψηφιότητα για το σενάριό του. Τώρα ο σκηνοθέτης βγαίνει έξω από τους κλειστούς χώρους των γραφείων και ανοίγεται στην απεραντοσύνη της θάλασσας, έξω από τις κοινωνικές δομές και τις ανθρώπινες αποφάσεις, εκεί όπου εξουσία έχει μόνο η φύση. Διαγράφει τους ακατάπαυστους διαλόγους και φτιάχνει μια ταινία χωρίς καθόλου λόγο, εκτός από μια σύντομη εισαγωγή σε voice over κι ένα «fuck» απελπισίας. Καμία άλλη λέξη.

Ο Τσάντορ έχει δύο μεγάλα όπλα στο εγχείρημά του: το ένα είναι η σκηνοθετική του ευφυΐα αλλά και τόλμη. Επιλέγει πανέξυπνα ο ήρωάς του να μην έχει παρελθόν, να είναι γυμνός απ’ οτιδήποτε θα φέρει τον θεατή σε ευκολία κρίσης ή ερμηνείας. Είναι ο εμβληματικός άνθρωπος που παλεύει με το θεριό που βρίσκεται γύρω του, αλλά και μέσα του. Επιβάλλει στην ταινία του μια αίσθηση λιτότητας και οικονομίας που αυτόματα μεγεθύνει τα ουσιώδη. Ετσι ένα φιλμ που θα μπορούσε να μοιάζει με άσκηση σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας, γίνεται μια υπαρξιακή παραβολή με απύθμενο βάθος. Και ταυτόχρονα, ένα γεμάτο ένταση θρίλερ, μια ταινία με διαρκές σασπένς που έχει τον θεατή να αγωνιά για 100 λεπτά στην άκρη του καθίσματός του χωρίς να προλαβαίνει να πάρει ανάσα.

Το άλλο όπλο της ταινίας είναι, φυσικά, η ερμηνεία του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ακόμα και η ίδια του η φυσική παρουσία. Μην μπορώντας να χρησιμοποιήσει το σπουδαίο εργαλείο της φωνής του και των διαλόγων, ο Ρέντφορντ εξελίσσει την υποκριτική του σε επίπεδα ανώτερα όλων των τελευταίων δεκαετιών, σε μια ερμηνεία που ίσως είναι και η καλύτερη της ζωής του. Η υπεράνθρωπη φυσική του κατάσταση –ο 77 χρονος ηθοποιός γύρισε σχεδόν όλες τις σκηνές χωρίς κασκαντέρ– του δίνει τη δυνατότητα να απλοποιήσει τον σωματικό άθλο και να επικεντρωθεί στις εκφράσεις του προσώπου του που, πειθαρχημένα, χωρίς κορόνες, μεταφέρουν ένα συλλογισμό που δεν είναι τίποτα μικρότερο από τη σύγκρουση της ζωής με τον θάνατο. Ο άτυχος θαλασσοπόρος μεταμορφώνεται στο ανθρώπινο κύτταρο, που έρχεται αντιμέτωπο με τη θνητότητά του, περνώντας από την απόγνωση στην ελπίδα, από την απορία στον θυμό, καθώς ο Ρέντφορντ δίνει τα ερεθίσματα που ο θεατής, αυτόβουλα, θα γεμίσει με τις δικές του σκέψεις, τη δική του κοσμοθεωρία. Ετοιμος για τα φετινά βραβεία Οσκαρ, ο Ρέντφορντ του 2013, με πέντε δεκαετίες σινεμά στους ώμους του, γοητευτικός και συναρπαστικός όσο ποτέ, βάζει με το «Ολα χάθηκαν» μια σημαδούρα στην κινηματογραφική χρονιά, σε ένα φιλοσοφικό θρίλερ που δύσκολα θα ξεπεραστεί.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………

Gravity

Σκηνοθεσία: Αλφόνσο Κουαρόν

Ηθοποιοί: Σάντρα Μπούλοκ, Τζορτζ Κλούνεϊ

Η δρ Ράιαν Στόουν είναι μια επιστήμονας που κάνει το πρώτο της ταξίδι στο Διάστημα, προκειμένου να συμμετάσχει στην επισκευή ενός δορυφόρου. Συνοδοιπόροι της είναι ακόμα δύο αστροναύτες, ο ένας στην τελευταία του «βόλτα» πριν από τη σύνταξη. Σε μια αποστολή ρουτίνας, η Ράιαν θα βρεθεί σε κίνδυνο, θα χάσει την επικοινωνία της με τη βάση της και θα αναγκαστεί να βρει τον τρόπο να επιβιώσει και να γυρίσει πίσω, καθώς ο χρόνος την τραβά όλο και πιο βαθιά στο Διάστημα κι εκείνη, με μοναδικό εφόδιο τη στολή της, έξω από το σκάφος, προσπαθεί να ανατρέψει τη βαρύτητα και να αγγίξει το έδαφος.

Από τη στιγμή που ο Αλφόνσο Κουαρόν ολοκλήρωσε το «Gravity», η κατηγορία των ταινιών επιβίωσης χρειάζεται μονάχα αυτόν τον τίτλο για να είναι πλήρης –κανέναν άλλον. Η πολύπλοκη σκηνοθετική του φαντασία, η 3D εικόνα όπως δεν έχει ξαναϋπάρξει στο σινεμά, το πάθος που τον ωθεί να επινοήσει νέα μέσα που δημιουργήθηκαν για το γύρισμα αυτής εδώ της ταινίας, βάζει τον Κουαρόν στη λίστα με τους δημιουργούς που προχώρησαν τον κινηματογράφο ένα βήμα πιο πέρα. Το «Gravity» είναι μια ταινία που χάνει στην περιγραφή, γιατί έχει δημιουργηθεί για την οθόνη. Τόσο αγωνιώδες που προκαλεί έναν εκπληκτικό ίλιγγο, τόσο όμορφο και τρομακτικό όσο μια πραγματική «άνοδος» στο γαλαξιακό σκοτάδι, είναι ένα φιλμ όχι μεταφυσικό, ούτε υπαρξιακό, αλλά μια μεγαλειώδης περιπέτεια που ξεπερνά το κινηματογραφικό παρόν. Στον ρόλο της Ράιαν Στόουν η Σάντρα Μπούλοκ, κρατώντας το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ολομόναχη, με την κάμερα να την παρακολουθεί με βασανιστική εγγύτητα χωρίς, ούτε καν αυτή, να μπορεί να της απλώσει ένα χέρι βοήθειας, είναι συνεπής και δυνατή, με κάποιες εξαιρετικές στιγμές συναισθηματικής έντασης.

Ταυτόχρονα, το φιλμ έχει την πρόθεση να είναι ένα event movie για το ευρύ κοινό και για εκεί προορίζεται, με όλες τις σεναριακές ευκολίες που αυτό απαιτεί: τις οικογενειακές συνθήκες της ηρωίδας που δεν χρειάζονται παρά για να εντείνουν τη συμπάθεια του κοινού και το υπαρξιακό της αδιέξοδο. Την comic-relief παρουσία του Τζορτζ Κλούνεϊ σ’ ένα ρόλο που θα μπορούσε να υποδυθεί ένας οποιοσδήποτε ηθοποιός. Ενα φινάλε περισσότερο επεξηγηματικό απ’ ό,τι χρειάζεται μια σκεπτόμενη περιπέτεια. Αρα το «Gravity» δεν είναι η ταινία που θα δούμε για να ταξιδέψουμε στα άδυτα του εαυτού μας. Είναι εκείνη που θα μας εκσφενδονίσει σ’ ένα κινηματογραφικό σύμπαν προς ανακάλυψη, μια ταινία αγωνίας από το έξω διάστημα της φαντασίας και της έμπνευσης.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Miss Violence

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Αβρανάς

Ηθοποιοί: Θέμης Πάνου, Ρένη Πιττακή, Ελένη Ρουσσινού, Σίσσυ Τουμάση, Καλλιόπη Ζωντανού, Κωνσταντίνος Αθανασιάδης, Χλόη Μπολώτα, Μαρία Σκουλά, Νίκος Χατζόπουλος, Μηνάς Χατζησάββας, Κώστας Ανταλόπουλος, Μαρία Καλλιμάνη

Μια οικογένεια σ’ ένα αστικό σπίτι στην Αθήνα γιορτάζει τα γενέθλια της 11χρονης κόρης. Λίγο πριν σβήσει τα κεράκια της, η μικρή θα πηδήξει από το μπαλκόνι. Μια οικογένεια καθ’ όλα κανονική, συνηθισμένη, χαρακτηριστικά ελληνική, συνεχίζει τη ζωή της με όρκο σιωπής, καλύπτοντας μυστικά που αν ειπωθούν θα διαλύσουν το σύμπαν της σε συντρίμμια φρίκης. Η πιο «hot» ελληνική ταινία της χρονιάς, έχοντας κερδίσει τα βραβεία Σκηνοθεσίας και Ανδρικής Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βενετίας, δίνει ραντεβού με την κοινωνία που τη γέννησε. Φιλμ οπωσδήποτε ακραίο, με έντονη εσωτερική και ψυχολογική βία, είναι από εκείνες τις ταινίες για τις οποίες όσο λιγότερα ξέρει ο θεατής πριν τη δει στην οθόνη, τόσο περισσότερα κερδίζει. Με ρεαλιστικούς διαλόγους και κάδρα που είναι αρχιτεκτονικά στημένα με ακρίβεια και ισορροπία –και μια εκλεκτική ποπ αστική αισθητική– τείνοντας περισσότερο στο ακαδημαϊκό παρά στο ελλειπτικό, η ταινία απομακρύνεται απ’ αυτό που με ευκολία ονομάζεται «weird Greek cinema» και επιλέγει μια ψυχαναγκαστική κανονικότητα στη σκηνοθεσία της που την κάνει ακόμα πιο σοκαριστική. Η σκληρότητα της ταινίας είναι πιο επιδραστική, καταλυτική στ’ αλήθεια, όσο παραμένει υπόγεια, όσο ο θεατής βάζει με τον νου του τα χειρότερα που δεν βλέπει. Με το που έρχεται, στο τελευταίο μέρος της ταινίας, στην επιφάνεια, κερδίζει σε εντυπωσιασμό αλλά ταυτόχρονα χάνει την παγερή της δύναμη.

Σ’ ένα γεμάτο εκπλήξεις καστ, ο Θέμης Πάνου αποδεικνύει ότι μ’ έναν καλογραμμένο ρόλο είναι συγκλονιστικός ηθοποιός. Ο Αβρανάς, δεξιοτέχνης σκηνοθέτης με ξεκάθαρη πρόθεση και μια θυελλώδη, σχεδόν αλαζονική δύναμη, βασανίζει τον θεατή μέχρι τέλους χωρίς συγχώρεση ή κάθαρση, μ’ ένα θρίλερ δωματίου, μια κοινωνική ταινία τρόμου, μια ποπ τραγωδία.

………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

10η μέρα

(Jeune & Jolie)

Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαζωμένος

Ηθοποιοί: Αλί Χαϊντάρι, Μαχντί Γκορμπανί, Χοσίν Αχμαντί, Ιόλη Δημητρίου, Νίκος Αρβανίτης, Δημήτρης Παναγιώτου

Ο Αλί είναι μετανάστης από το Αφγανιστάν που προσπαθεί να επιβιώσει στην Αθήνα. Κάθε μέρα διανύει τα πεζοδρόμια μαζί με το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ που το γεμίζει παλιοσίδερα. Κάθε μέρα νοσταλγεί την πατρίδα του, προσεύχεται κι αναρωτιέται γιατί, πια, το μέλλον δεν είναι κάτι που θέλει να ζήσει. Ο Βασίλης Μαζωμένος επιχειρεί με μια ταινία μυθοπλασίας –αλλά με τις αληθινές μαρτυρίες Αφγανών προσφύγων στην Ελλάδα– να αναπαραστήσει την απόγνωση της ζωής του μετανάστη, ξένου, άπορου και μόνου, στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, με χαμένη την αξιοπρέπεια και την ελπίδα του. Ή, τουλάχιστον, αυτό διαπιστώνουμε ότι θέλει να πει η ταινία, γιατί με τη διαρκή αφήγηση σε voice over του Αλί, γραμμένη ως σενάριο από τον Μαζωμένο, αυτό που ακούμε είναι ότι έφυγε από το Αφγανιστάν που ήταν όμορφα, είχε σπίτι και πατρίδα, για να έρθει στην Ευρώπη που ήταν το όνειρό του και να συνειδητοποιήσει ότι εδώ είναι ακόμα χειρότερα από εκεί αλλά πια δεν μπορεί να γυρίσει. Μια αφήγηση απλοϊκή τόσο στη διατύπωσή της, όσο και στο νόημά της. Ισως εάν η ταινία ήθελε να βγάλει στην επιφάνεια την αλήθεια της ζωής, της στέρησης και της βίας που υφίστανται οι μετανάστες στη χώρα μας, να ήταν καλύτερο να τους αφήσει να μιλήσουν, αντί να «στολίσει» τους ήρωες με πλήθος σκηνοθετικά τερτίπια, από το slow motion και το freeze frame, μέχρι την εναλλαγή εικόνων από το παλιό Αφγανιστάν και το σύγχρονο, τραυματισμένο από τον πόλεμο, τα φίλτρα, τη δραματική μουσική, τις εικόνες της Αθήνας της κρίσης όπου τα σκυλιά τρώνε από τα σκουπίδια, επιλογές επιτηδευμένες που δίνουν στην αλήθεια μια χροιά ψέματος, φέρνοντας το αντίθετο αποτέλεσμα από την πρόθεση.

Ο Αλί μιλά με λόγο που μοιάζει λιγότερο με τον δικό του και περισσότερο με ό,τι «φάνηκε ότι ακούγεται ωραίο». Μια δόση γκροτέσκο στην απεικόνιση των «κακών» Αθηναίων που εκμεταλλεύονται τον Αλί, μια γεύση exploitation στην κάμερα που κολλά στις ματωμένες ράχες των μουσουλμάνων που αυτομαστιγώνονται σε θρησκευτική έκσταση στην τελετή της Ασούρα, ένα άθροισμα υπερβολικά πολλών αισθητικών και σκηνοθετικών επιλογών που δεν μαρτυρούν αυτοσυγκράτηση, δίνουν το στίγμα μια ταινίας που αντί να ακούσει τους ήρωές της, προτιμά να ακούσει τη δική της δημιουργική φωνή.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

Εγώ και Συ

(Io e Te)

Σκηνοθεσία: Μπερνάρντο Μπερτολούτσι

Ηθοποιοί: Τέα Φάλκο, Γιάκοπο Ολμο Αντινόρι, Σόνια Μπεργκαμάσκο, Τομάσο Ράγκνο, Πίπο Ντελμπόνο

Ο 14χρονος Λορέντζο, σε πείσμα των γονιών του, δεν θέλει να είναι «φυσιολογικός» και κοινωνικός κι έτσι όσο η τάξη του ετοιμάζει εκδρομή για σκι, εκείνος κρύβεται στο υπόγειο του σπιτιού του, παρέα με τα βιβλία, τη μουσική και τα μυρμήγκια του. Την ηρεμία του θα διακόψει η ετεροθαλής αδελφή του, η Ολίβια, που αναζητά κάποια παλιά της πράγματα κι ένα καταφύγιο για να ξεφύγει από την ηρωίνη.

Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, δεινός σκηνοθέτης των μεγάλων παραγωγών, έχει επίσης αποδείξει με πόση ιστορία μπορεί να γεμίσει έναν κλειστό χώρο, στο διαμέρισμα του «Τελευταίου τανγκό στο Παρίσι» ή στο «Dreamers». Κι εδώ επικεντρώνεται σ’ ένα ακόμα πιο μικρό σύμπαν, ένα χώρο, επτά μέρες, δύο πολύ νέους ήρωες. Και μια σχέση που πηγαίνει πιο πέρα από το «αδελφικό» ή το «ερωτικό», σύνθετη και αιχμηρή, μια συνωμοσία ενάντια στην καταπίεση της κοινωνίας και της καθημερινότητας.

Μπορεί το σενάριο της ταινίας να βασίζεται απλοϊκά σε συμπτώσεις ή να βροντοφωνάζει συμπεράσματα για τη δυσλειτουργικότητα της οικογένειας, την αποξένωση, το εφηβικό αδιέξοδο, ταυτόχρονα όμως μοιάζει τόσο ειλικρινές και πρόθυμο να επικοινωνήσει που αποκτά μια κινηματογραφική δύναμη και γοητεία γεμάτη από έναν αγνό ρομαντισμό και προσεκτικά επιλεγμένες λεπτομέρειες που στήνουν αξέχαστες στιγμές.

 

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)