to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Η σιωπή των υπηκόων

Με αφορμή την παράσταση του Ζοέλ Πομερά «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου»


«Τέσσερις συναρπαστικές ώρες στα έδρανα της εθνοσυνέλευσης, σαν να ήσασταν πραγματικά εκεί», γράφει ο Etienne Sorin, στη Figaro για την παράσταση «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» του Ζοέλ Πομερά, που παρουσιάστηκε πρόσφατα και στη χώρα μας, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Τέσσερις ώρες και κάτι, όχι στα θεωρία στο υπερώο, αλλά στα έδρανα, ανάμεσα στους αντιπροσώπους στη γαλλική εθνοσυνέλευση, στις απαρχές της επανάστασης. Η ατμόσφαιρα είναι τεταμένη. Υπάρχουν ηθοποιοί στο βήμα της εθνοσυνέλευσης (στη σκηνή) και άλλοι στο αμφιθέατρο (στην πλατεία), ανάμεσα στους θεατές. Αγορεύουν, διαπληκτίζονται, φωνάζουν…

Η κατάσταση, από τη σκοπιά του θεατή, θυμίζει εφιάλτη. Σ’ αυτόν τον εφιάλτη είναι μέλος της εθνοσυνέλευσης, βρίσκεσαι στην αίθουσα συνεδριάσεών της την κρίσιμη ημέρα και δεν έχει ιδέα για το θέμα που θα συζητηθεί, δεν έχει ενημερωθεί από κανέναν, και δεν είναι προετοιμασμένος. Πρέπει να μιλήσει; Να τοποθετηθεί; Άγνωστο. Κανείς δεν του λέει.

Τότε ακούει τον αντιπρόσωπο που βρίσκεται στο βήμα να λέει πως όλοι γεννιόμαστε ίσοι, κι ένας θεατής δίπλα του σχολιάζει μεγαλοφώνως «Ρωτήστε τον Κυριάκο Μητσοτάκη». «Silence!» είναι η απάντηση που εισπράττει.

Ο Πομερά εισάγει τη ρητορική στο θέατρο.

Η εθνοσυνέλευση είναι ο χώρος του (ρητορικού) λόγου. Όταν σ’ αυτόν, όμως, μεταγγίζεται το δράμα χάνει τη δραματικότητά του. Όπως όταν, για παράδειγμα, μια αντιπρόσωπος περιγράφει τη δολοφονία ενός φίλου της γαιοκτήμονα. Είναι φανερό πως το κάνει για να προσεταιριστεί μια αμφιταλαντευόμενη μερίδα των αντιπροσώπων. Το γεγονός καθεαυτό, η δολοφονία του γαιοκτήμονα, γίνεται μέσο προς έναν σκοπό, εργαλειοποιείται.

Η αίσθηση αμέτοχης συμμετοχής που χαρακτηρίζει την παράσταση εντείνεται από τη μορφή του έργου, ένα σύνολο από πολλές μικρές σκηνές (ίδιον της γραφής του Πομερά), που εντυπωσιάζουν, αλλά δεν επιτρέπουν μια συνολική εικόνα, ενώ η σωρεία μηνυμάτων που εκφέρονται εκμηδενίζει το άτομο/θεατή μέσα στη φαντασμαγορία του πολιτικού.

Από την άλλη, έξω από την εθνοσυνέλευση, δεν παρουσιάζεται το δράμα για τον οποίο μιλάνε όλοι, το δράμα των αβράκωτων, το δράμα της παριζιάνας που δεν έχει να ταΐσει τα παιδιά της.

Ο θεατής, λες και συνεχίζεται ο (καφκικός) εφιάλτης του, βλέπει πάλι μια συνέλευση, μια συνοικιακή συνέλευση. Και αντί η θέση του να αναβαθμίζεται ως αντιπροσώπου (που ήταν μέχρι πρότινος), υποβαθμίζεται, αφού σκηνή και πλατεία είναι πλέον διαχωρισμένες. Αυτή η χωροθεσία, η mise en scene, επαναφέρει την παραδοσιακή σχέση θεατή-θεάματος, ανεξάρτητα από το (ριζοσπαστικό) περιεχόμενο των όσων λέγονται.

Εδώ, που επιτέλους εμφανίζεται ο λαός, τα άτομα είναι είτε καρικατούρες, όπως στην περίπτωση μιας ζαχαροπλάστριας που μιλάει για τα προβλήματα που δημιουργεί στη δουλειά της ο αθέμιτος ανταγωνισμός των μοναχών, είτε γελοία, όπως στην περίπτωση της νεαρής επαναστάτριας που ορμάει να φιλήσει τον βασιλιά, αποκαλύπτοντας τους κρυφούς της πόθους.

Η αισθητικοποίηση της πολιτικής, στο παραστατικό επίπεδο, συντελείται με δύο τρόπους, είτε με την αποκοπή του πολιτικού (λόγου) από τα δραματικά πρόσωπα στα οποία αναφέρεται (αφού δεν παρασταίνεται το δράμα τους για να τα συστήσει) είτε με τη γελοιοποίηση των τελευταίων.

Στην παράσταση, το δράμα εκχωρείται αποκλειστικά στον μονάρχη (και στην οικογένειά του). Ο βασιλιάς, που αρνείται να ενσκήψει στα κρίσιμα εθνικά θέματα επειδή έχασε τον γιο του και έχει ανάγκη να πενθήσει, ζει ένα δράμα που ο θεατής και βλέπει και κατανοεί. Ο πάσχων βασιλιάς γίνεται τραγικός ήρωας (ενώ οι πάσχοντες υπήκοοι του είναι είτε ρητορικά εργαλεία/σχήματα είτε γελοίες καρικατούρες).

Ο Λουδοβίκος είναι και ο μόνος που διατηρεί το όνομα του στο έργο, ο μόνος θεατρικός χαρακτήρας που συνδέεται τόσο ισχυρά με το ιστορικό πρόσωπο και τη μοίρα του. Ως πάσχον πρόσωπο, ο ίδιος αφουγκράζεται πειστικά τον λαό, συνδέεται συναισθηματικά με τους υπηκόους του, συνηχεί το δράμα τους, αυτός είναι ο λαός.

Στην παράσταση του Πομερά, ο ρόλος του θεατή/καταναλωτή (κατά το πρότυπο των τηλεοπτικών ειδήσεων) ανανεώνεται και αναζωογονείται από την καινοφανή και εντυπωσιακή αίσθηση συμμετοχής που προσφέρει η φυσική παρουσία «εκεί που γράφεται η Ιστορία». Πρόκειται για ένα νέο σχήμα (θεαματοποίηση του πολιτικού), με παλιά περιεχόμενα (σε ό,τι αφορά τις σχέσεις και, κατ’ επέκταση, την επικύρωση της νομιμότητάς τους).

Έτσι όπως παρουσιάζονται τα πράγματα, η πεποίθηση του Λουδοβίκου, με την οποία κλείνει η παράσταση, πως, δηλαδή, η επανάσταση θα οδηγηθεί από μόνη της στην καταστροφή, επιφέροντας την παλινόρθωση της μοναρχίας φαντάζει σχεδόν ευκταία, καθώς η επαλήθευσή της αποκαθιστά στην εξουσία ένα πρόσωπο που ξέρει αποδεδειγμένα να πάσχει, το μόνο της παράστασης, τον ίδιο τον Λουδοβίκο.

Μια ανάλογη εξέλιξη στο σήμερα, με την ανάδειξη στην πολιτική σκηνή διαφόρων νέων «βασιλέων» βρίσκει όλο και περισσότερους θιασώτες (ψηφοφόρους) καθώς ένας νέος ολοκληρωτισμός εδραιώνεται εκπορευόμενος από απρόσωπα δημοκρατικά καθεστώτα σε συνθήκες παρατεταμένης εξαίρεσης.

Η παγκόσμια (οικονομική) κρίση πέρα από το να διαρρήξει την εμπιστοσύνη στους σύγχρονους φορείς και πρόσωπα της εξουσίας, οδήγησε στην αμφισβήτηση βαθύτερων θεμελίων της δυτικής κουλτούρας, και στην αμφισβήτηση των ηρωικών μορφών που τη συγκροτούν στο συμβολικό επίπεδο. Η ανάγκη εξεύρεσης νέων ηρώων, μέσα από το απόθεμα παραδειγματικών μορφών της Ιστορίας, είναι μια μάχη στο επίπεδο των συμβόλων που δίνεται και θα δοθεί από τα διαφορετικά ιδεολογικά εφαλτήρια και προμαχώνες ανταγωνιστικών κοινωνικών ομάδων, δυνάμεων και συμφερόντων.

Η παράσταση άρχισε. 

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)