to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

17:35 | 02.02.2018

Πολιτική

Γ. Μπουρνούς: Η ελληνική πλευρά βρίσκεται σε τροχιά διευθέτησης εκκρεμών ζητημάτων με πΓΔΜ και Αλβανία

Συνέντευξη με τον Γιάννη Μπουρνού, επικοινωνιολόγο, μέλος της Πολιτικής Γραμματείας και Υπεύθυνο του τομέα Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ.


Σε ευρωπαϊκό επίπεδο αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες για προοδευτικές συγκλίσεις, όπως η Προοδευτική Συμμαχία στο Ευρωκοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Προοδευτικών Δυνάμεων και η Σύνοδος των χωρών του Νότου. Πώς αξιολογείτε αυτές τις πρωτοβουλίες;
Τις αξιολογώ σαν την έναρξη μιας οργανωμένης αντίδρασης σε πολλαπλά επίπεδα. Εδώ και χρόνια, είναι συντριπτική η υπεροχή της αδιάκοπης λιτότητας και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών απορρύθμισης και ιδιωτικοποιήσεων. Σε αυτήν την κυριαρχία του οικονομικού συντηρητισμού προστέθηκαν τα τελευταία χρόνια και η εξάπλωση του αντιπροσφυγικού εθνικισμού, του ρατσισμού και της ισλαμοφοβίας, μαζί με τις προσπάθειες αντικομμουνιστικής αναθεώρησης της ευρωπαϊκής ιστορίας. Για μας, ένα τέτοιο ιδεολογικό μίγμα καταδικάζει τις κοινωνίες μας στη φτώχεια και την καταπίεση, ενώ ταυτόχρονα οδηγεί το Ευρωπαϊκό εγχείρημα στη σταδιακή αποσύνθεσή του.
 
Οι πρωτοβουλίες της Προοδευτικής Συμμαχίας στο Ευρωκοινοβούλιο και του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Προοδευτικών Δυνάμεων, στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, προέκυψαν μέσα από τη συνειδητοποίηση της ανάγκης συστράτευσης όλων των προοδευτικών και αντινεοφιλελεύθερων δυνάμεων για να αναχαιτιστεί αυτή η πορεία. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, η πικρή εμπειρία του μοναχικού αγώνα που έδωσε η πρώτη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα το 2015, ήταν καθοριστική. Ανάλογα και για τη Σύνοδο των χωρών του Νότου. Εδώ το κριτήριο δεν είναι ιδεολογικό, αλλά βασίζεται στο κρατικό συμφέρον χωρών που είναι «ριγμένες» από τις πολιτικές της Ευρωζώνης και την απόλυτη κυριαρχία της Γερμανίας και των συμφερόντων του Βορρά, όχι μόνο στην οικονομική πολιτική, αλλά και στη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού.
 
Η ακροδεξιά ενισχύεται διαρκώς στην ΕΕ. Πώς ερμηνεύεται αυτό το φαινόμενο;
Η ακροδεξιά πέτυχε να εκφράσει και να συνθέσει ποικίλες πηγές δυσφορίας και αγανάκτησης: Για την ανεργία, την αποβιομηχάνιση, την αύξηση της επισφάλειας και της ανασφάλειας, την υποβάθμιση της ζωής στα αστικά κέντρα της Ευρώπης. Κατάφερε να πολιτικοποιήσει αυτή τη δυσφορία και να υποδείξει και έναν υπαίτιο: τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, αλλά και τις εγχώριες ελίτ και τα συστημικά κόμματα που τις εκφράζουν. Η ακροδεξιά εκμεταλλεύτηκε και ανέδειξε το υπαρκτό φαινόμενο, Ευρωπαίοι πολιτικοί και κυβερνήσεις των δύο μεγάλων κομματικών οικογενειών της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς να νοιάζονται περισσότερο να είναι συνεπείς με την ατζέντα του Νταβός ή του διευθυντηρίου των Βρυξελλών, παρά να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ψηφοφόρων τους.
 
Η αριστερά στις περισσότερες χώρες, με φωτεινές εξαιρέσεις το ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, το Ποδέμος στην Ισπανία, το Σιν Φέιν στην Ιρλανδία ή το αναγεννημένο Εργατικό Κόμμα στη Βρετανία, απέτυχε να εκφράσει αυτές τις αγωνίες και απέτυχε να ονοματίσει τον εχθρό: τις εγχώριες διεφθαρμένες ολιγαρχίες και τις πλήρως ενσωματωμένες πολιτικές δυνάμεις. Εγκλωβίστηκε σε «πατροπαράδοτες» έριδες και διασπάσεις επί πλαστών διλημμάτων, που λίγο ενδιέφεραν τον πολύ κόσμο. Ακόμα και εμείς στο ΣΥΡΙΖΑ, που καταφέραμε να ξεφύγουμε από αυτή την παγίδα, δεν είμαι βέβαιος ότι συνειδητοποιούμε πόσο οριακά το πετύχαμε. Ωστόσο, το κυβερνητικό παράδειγμα όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Πορτογαλίας, αλλά και μια σειρά από θετικά εκλογικά αποτελέσματα σε άλλες χώρες, με κορυφαίο παράδειγμα αυτό του Τζέρεμι Κόρμπιν στη χώρα όπου ιστορικά γιγαντώθηκε ο νεοφιλελευθερισμός, δείχνουν πως υπάρχει άλλος δρόμος, όταν βρίσκεις τον τρόπο να επηρεαστείς από τον λαό, να τον ακούσεις και να σε ακούσει.

Με αφορμή το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ, ποιες είναι σήμερα οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα Βαλκάνια και πως η ευρωπαϊκή προοπτική των Βαλκανίων θα μπορούσε να συμβάλλει στη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας;
 Το ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ απασχολεί τη βαλκανική -αλλά και διεθνή- πολιτική σκηνή τα τελευταία 26 χρόνια. Στην καρδιά των Βαλκανίων, ύστερα από τη διάλυση της πάλαι ποτέ Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας γεννήθηκε ένα νέο κράτος, την ώρα που ο αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος συγκλόνιζε την Κροατία και αργότερα τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Στις συνθήκες της δεκαετίας του ’90, όταν οι χώρες της Βαλκανικής -πρώην Λαϊκές Δημοκρατίες- έβγαιναν διαλυμένες από τον Ψυχρό πόλεμο, η διαμάχη Ελλάδας-πΓΔΜ ήταν ακόμα μία βαλκανική διαμάχη, που ευτυχώς δεν οδηγήθηκε σε σύρραξη.
 
Από τότε, μπήκε πολύ νερό στο αυλάκι. Τα πράγματα άλλαξαν. Τα σύνορα σταθεροποιήθηκαν -παρότι ακόμη και σήμερα παραμένουν ανοικτές κάποιες  διευθετήσεις- ενώ η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Κροατία και η Σλοβενία έγιναν μέλη της Ε.Ε. Η Ελλάδα, παρά τα πολλά προβλήματα και ύστερα από 8 χρόνια επιτροπείας από τους δανειστές της με τα γνωστά αποτελέσματα, παραμένει η ισχυρότερη χώρα των Βαλκανίων, οικονομικά και πολιτικά. Η ενεργητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική της χώρας, σε συνδυασμό με μια σειρά πρωτοβουλιών τα τελευταία τρια χρόνια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, την έχει καταστήσει πόλο σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.

Ζητούμενο είναι να προχωρήσει η διαδικασία ευρωπαϊκής ένταξης των Δυτικών Βαλκανιών. Για να γίνει αυτό δυνατό, χρειάζεται τα υποψήφια κράτη να προχωρήσουν σε βαθιές θεσμικές τομές (για ζητήματα όπως η δικαιοσύνη ή η πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος), αλλά, ταυτόχρονα, να κερδίσουν έδαφος στην ΕΕ οι προοδευτικές δυνάμεις, εκείνες που μάχονται για μια διαφορετική, δημοκρατική Ευρώπη, κόντρα στην κυριαρχία του συντηρητισμού, του νεοφιλελευθερισμού ή την επικίνδυνη επανεμφάνιση και την ισχυροποίηση αντιδραστικών πολιτικών σχεδίων. Η άνοδος άλλοτε περιθωριακών ακροδεξιών, εθνικιστικών και ναζιστικών πολιτικών μορφωμάτων στην καρδιά της Ευρώπης και η άρνηση των χωρών του Βίζεγκραντ να συμμορφωθούν με τη συμφωνία επανεγκατάστασης προσφύγων από την Ελλάδα και την Ιταλία σε ευρωπαϊκές χώρες, είναι δύο μόνο από τα προβλήματα που ταλανίζουν την ΕΕ, η ηγεσία της οποίας απέτυχε παταγωδώς να εφαρμόσει ένα πραγματικό ευρωπαϊκό σχέδιο αντιμετώπισης ενός ευρωπαϊκού και διεθνούς προβλήματος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ελληνική κυβέρνηση αγωνίζονται ενάντια στους εθνικισμούς, τη μισαλλοδοξία, τους αποκλεισμούς.

Η λύση στο ζήτημα της ονομασίας της πΓΔΜ μπορεί να συνεισφέρει προς αυτή την κατεύθυνση. Η ελληνική πλευρά έχει ήδη δείξει διάθεση συνεργασίας, βάζοντας στην άκρη τον ζημιογόνο εθνικά και κοινωνικά απομονωτισμό, με την προϋπόθεση την ίδια διάθεση για συνεργασία να επιδείξει μέχρι τέλους και η άλλη πλευρά. Υπάρχουν ανοικτά ζητήματα που πρέπει να διευθετηθούν, τα οποία δυστυχώς βάλτωσαν τα τελευταία 10 χρόνια, λόγω της κυριαρχίας στην πΓΔΜ της εθνικιστικής κυβέρνησης του κ. Γκρουέφσκι. Η ελληνική πλευρά εργάζεται προς την κατεύθυνση μιας κοινά αποδεκτής λύσης, η οποία θα προασπίζεται το εθνικό μας συμφέρον, αλλά ταυτόχρονα θα είναι αμοιβαία επωφελής για τις δύο χώρες και τους δύο λαούς. Η νέα κυβέρνηση του κ. Ζάεφ έχει δείξει διάθεση συνεννόησης, οφείλει βέβαια να προχωρήσει σε περισσότερες κινήσεις, που θα βάζουν τέλος σε ανιστόρητες αναφορές και αλυτρωτικές διεκδικήσεις.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα βρίσκεται σε τροχιά διευθέτησης εκκρεμών ζητημάτων και με την Αλβανία. Δεν χρειάζεται -νομίζω- να υπερθεματίσουμε στο τι θα σήμαινε το τέλος των ανοικτών ζητημάτων της Ελλάδας με τις δύο γειτονικές χώρες, ζητημάτων που σε μεγάλο βαθμό έχουν τις ρίζες τους σε καταστρεπτικούς εθνικισμούς και αλυτρωτισμούς, που βασανίζουν τα Βαλκάνια από την εποχή της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της δημιουργίας των Βαλκανικών εθνών-κρατών. Ήδη έχει συσταθεί η πρωτοβουλία συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας-Βουλγαρίας-Κροατίας-Ρουμανίας, στην οποία καλείται και η Σερβία ως υποψήφιο κράτος προς ένταξη στην ΕΕ, αλλά και ως σημαντική δύναμη στην περιοχή.

Με μια πιθανή λήξη των ανοικτών ζητημάτων Ελλάδας-πΓΔΜ και Ελλάδας-Αλβανίας, ανοίγει ο δρόμος της διαβαλκανικής συνεργασίας και συνανάπτυξης. Μια νέα εποχή είναι δυνατόν να ξημερώσει με συνεργασία σε όλα τα μέτωπα: στην κατασκευή υποδομών που θα συνδέσουν τα Βαλκάνια με την Κεντρική Ευρώπη, στην ενέργεια, τον τουρισμό, την τεχνολογία, τη γνώση, το περιβάλλον, την κοινή αντιμετώπιση των περιφερειακών και διεθνών προκλήσεων. Οι χώρες που συνεργάζονται για το κοινό καλό της περιοχής και των λαών τους, που συμμετέχουν από κοινού σε διεθνείς ενώσεις και φόρα, που αντιμετωπίζουν μαζί τις πολλαπλές προκλήσεις του 21ου αιώνα, δεν έχουν κανέναν λόγο να επιστρέψουν στην εθνική αναδίπλωση, τον εθνικισμό, την εμπόλεμη κατάσταση. Αυτή μπορεί να είναι και η σημαντικότερη συνεισφορά της επίλυσης του ονοματολογικού και των υπολοίπων ζητημάτων μεταξύ Ελλάδας και πΓΔΜ. Στην εδραίωση της αλληλοκατανόησης, της συνεργασίας, της κοινής προσπάθειας, σε μια περιοχή που αλλάζει με ταχείς ρυθμούς και -ευτυχώς- δείχνει να θέλει να αφήσει πίσω τα αναχρονιστικά μίση και πάθη των αρχών της δεκαετίας του ’90.

Η Κίνα επιχειρεί ένα μεγάλο, παγκόσμιο επενδυτικό "άνοιγμα". Ποια οφέλη μπορεί να αποκομίσει η Ελλάδα από αυτό το μεγαλεπήβολο πρότζεκτ; 
Στην αυγή κάθε νέας εποχής στη σύγχρονη ιστορία του ανθρώπου, μια νέα χώρα εμφανιζόταν ως η μεγάλη, ανερχόμενη δύναμη των καιρών της. Η Ισπανία και η Ολλανδία αρχικά, η Αγγλία μετέπειτα, οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ -η κάθε μία στο δικό της ημισφαίριο-μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι τη λήξη του Ψυχρού πολέμου. Μετά την κατάρρευση του “αντιπάλου δέους”, οι ΗΠΑ κατέστη η μοναδική υπερδύναμη. Γρήγορα, όμως, νέες περιφερειακές δυνάμεις αναπτύχθηκαν, βοηθούμενες και από το τεχνολογικό άλμα της δεκαετίας του 1990, αλλά και αναδεικνύοντας τα δικά τους συγκριτικά πλεονεκτήματα στην περίοδο της κρίσης, που πρώτα χτύπησε τις ίδιες τις ΗΠΑ. Έτσι, δημιουργείται σταδιακά ένας νέος, πολυπολικός κόσμος με περιφερειακούς και διεθνείς δρώντες να διεκδικούν το δικό τους κομμάτι στην πίτα της γεωπολιτικής ισχύος.

Η ΛΔ Κίνας είναι ο κορυφαίος “νέος παίκτης” στο διεθνές τοπίο. Μετά από μια μακρά πορεία ανοίγματος της οικονομίας της στον διεθνή καταμερισμό, κατά την οποία έχει ήδη καταγράψει σπουδαία επιτεύγματα, η Κίνα έχει εδραιωθεί ως η δεύτερη οικονομία του πλανήτη. Τα τελευταία 40 χρόνια η Κίνα καταβάλει μια πρωτοφανή προσπάθεια εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης, κάνοντας άλματα στην επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη. Σήμερα έχει κατορθώσει να βγάζει εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο από την απόλυτη φτώχεια και να πρωταγωνιστεί σε όλα τα επιμέρους πεδία του διεθνούς ανταγωνισμού. Η πρωτοπορία της στην αντιμετώπιση της έκλυσης των αερίων του θερμοκηπίου, στην ανακύκλωση, στο βιολογικό καθαρισμό των υδάτων, στην ανάπτυξη  Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, δείχνει την κατεύθυνση που θέλει να πάρει η χώρα τα επόμενα χρόνια.

Η Κίνα έχει κατοχυρώσει το ρόλο του αξιόπιστου διεθνούς δρόντα και αξιοποιεί κάθε χαραμάδα επενδυτικής ευκαιρίας σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη και σε όλες τις μεγάλες οικονομίες κλίμακας. Το διεθνές εμπόριο των προϊόντων που παράγει και η μεταφορά τεχνογνωσίας παντού, απασχολεί την κινέζικη οικονομία και πολιτική. Πολλές είναι οι χώρες που ευνοούνται από αυτή τη διάδραση και πολλές αυτές που θα επωφεληθούν στο μέλλον. Η πρωτοφανής Πρωτοβουλία “Ένας Δρόμος-Μια Ζώνη”, η αναβίωση δηλαδή με σύγχρονους όρους του Δρόμου του Μεταξιού, αποτελεί σήμερα την μεγαλύτερη οικονομική και γεωπολιτική πρωτοβουλία στον κόσμο.

Ένα τέτοιου μεγέθους διεθνές πλάνο χρειάζεται τοπικά και περιφερειακά “κλειδιά”, που θα ξεκλειδώσουν τους διαδρόμους. Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφικής θέσης αλλά και πολιτικής επιλογής, βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς τους δρώντες που μπορούν να βοηθήσουν την Κίνα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά και να βοηθηθούν στο μέγιστο βαθμό. Λόγω γεωγραφικής θέσης, γιατί βρίσκεται στην εμπορική είσοδο της Ευρώπης, σε μια θέση-κλειδί ανάμεσα σε τρεις ηπείρους. Λόγω πολιτικής βούλησης, γιατί η ελληνική κυβέρνηση τα τελευταία τρία χρόνια έχει αναβαθμίσει τις σχέσεις της με την Κίνα όχι μόνο στο εμπόριο, αλλά και στα υπόλοιπα πεδία. Το λιμάνι του Πειραιά φιλοδοξεί να γίνει ένα από τα μεγαλύτερα σε κίνηση εμπορευμάτων λιμάνια της Ευρώπης και να βοηθήσει την ελληνική οικονομία σε μακρο-μεγέθη όπως το ΑΕΠ, αλλά όχι μόνο.

Πρόσφατα, υπογράφηκε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ) στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, όπου τη Διοίκηση ασκεί το Ελληνικό Δημόσιο και η κρατική κινεζική εταιρία COSCO είναι ο μεγαλομέτοχος. Η σύμβαση αποτελεί την πρώτη “μεταμνημονιακή” ΣΣΕ: Προτού καν η χώρα μας ολοκληρώσει το παρόν πρόγραμμα και βγει από το καθεστώς επιτροπείας, η σύμβαση κατοχυρώνει υψηλούς μισθούς, επαναφέρει όλα τα κομμένα επιδόματα, τον 13ο και 14ο μισθό, δημιουργεί συνθήκες εργασίας στη βάση του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Να υπενθυμίσουμε, ότι λόγω των συμφωνιών με τους δανειστές και της επιτροπείας που βρίσκεται η χώρα, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας έχουν καταργηθεί από την αρχή σχεδόν των μνημονίων και η ελληνική κυβέρνηση διεξάγει τεράστια μάχη για την επαναφορά τους, μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, τον Αύγουστο του 2018. Συμβολικά και μόνο, το να αρχίζει η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων από έναν οργανισμό που βασικός επενδυτής είναι η κινέζικη πλευρά, δείχνει πόσο μπορεί η χώρα να ωφεληθεί από αυτή τη συνεργασία, αρκεί να έχει στο τιμόνι μια κυβέρνηση που υπερασπίζεται τα συμφέροντα των λαϊκών και των μεσαίων στρωμάτων και καταπολεμά τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος, τον παράνομο πλουτισμό και τον εσμό της διαφθοράς. Όλες εκείνες τις παθογένειες, δηλαδή, που κυριάρχησαν στη δημόσια ζωή τις τελευταίες δεκαετίες των εναλλασσόμενων  κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας, με αποκορύφωμα την κυβερνητική τους σύμπραξη τα καταστροφικά χρόνια 2012-2015.

Όμως τα οφέλη της συνεργασίας Ελλάδας-ΛΔ Κίνας δεν είναι μόνο στενής και άμεσης οικονομικής φύσεως. Η συνεργασία στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, της επιστημονικής έρευνας, του πολιτισμού μπορεί να μην έχει άμεσα μετρήσιμα αποτελέσματα, αλλά μεσοπρόθεσμα δημιουργεί τις συνθήκες για την εκτίναξη της ελληνικής οικονομίας και της χώρας συνολικά σε τομείς όπως η νανορομποτική, η βιοτεχνολογία, το διαδίκτυο των πραγμάτων, η διαστημική τεχνολογία, που  αναπτύσσονται ραγδαία στην Κίνα και διαδίδονται μέσω της συνεργασίας σε αγαθά, υπηρεσίες και τεχνογνωσία. Οι απαραίτητες υποδομές που φτιάχνονται και θα κατασκευαστούν στο άμεσο μέλλον, τα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα, οι ενεργειακοί αγωγοί, τα λιμάνια και τα κέντρα διασύνδεσης, είναι εξίσου απαραίτητες για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Η ένταξη της Ελλάδας, με τη σφραγίδα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, στην Πρωτοβουλία “Μια Ζώνη-Ένας Δρόμος”, αλλά και -στο πλαίσιο αυτής- στην Πρωτοβουλία “16+1”, στην οποία συμμετέχουν η Κίνα και κράτη της Βαλκανικής, της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αποτελεί την εγγύηση ότι η χώρα μας θα καρπωθεί  τα μέγιστα δυνατά οφέλη. Το στοίχημα για μας είναι αυτά τα κέρδη της ανάπτυξης από τις στρατηγικές μας συνεργασίες να διανεμηθούν δίκαια στην πλειοψηφία των κατοίκων της χώρας, και όχι να οδεύσουν σε μίζες και θαλασσοδάνεια, όπως συνέβη τα χρόνια της νεοφιλελεύθερης αναπτυξιακής φούσκας, όταν κυβερνούσαν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ.

Μια νέα εποχή μπορεί να ξημερώσει για την Ελλάδα, όσο η εξωτερική της πολιτική θα παραμένει προσηλωμένη στην ανάπτυξη πολυδιάστατων συμμαχιών και θα στοχεύεισε αμοιβαία επωφελείς στρατηγικές συνέργειες. Τέτοιες συνέργειες επιθυμούμε να συνεχίσουμε να επιτυγχάνουμε με την ΛΔ Κίνας, με κοινό στόχο ένα κοινό μέλλον ειρήνης, ασφάλειας και συνανάπτυξης.
 
 

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)