to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Υπάρχει αντίδοτο στον Τραμπ;

Αν κάποιος προσπαθήσει να αποτιμήσει το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, πολύ δύσκολα θα θεωρήσει κάποιον ξεκάθαρο νικητή. Απόδειξη αυτού είναι τα δύο βασικά αποτελέσματα της κάλπης για το Κογκρέσο.


- Ο Τράμπ, που προσωποποίησε όλη τη στρατηγική Μπάνον για την ανάδυση της σκληρά εθνικιστικής και ανοιχτά ρατσιστικής ακροδεξιάς στις ΗΠΑ, ήταν η απάντηση για εκατομμύρια Αμερικάνους, οι οποίοι βρέθηκαν στο περιθώριο, έχασαν τις δουλειές τους, ζουν με κουπόνια της πρόνοιας, προδόθηκαν με λίγα λόγια από το «αμερικάνικο όνειρο». Αυτή η εκρηκτική ύλη συναντήθηκε με τη δημαγωγία του Τραμπ και το αδιανόητο δώρο των κυρίαρχων ΜΜΕ στις ΗΠΑ να ορίσουν ως απόλυτο εχθρό τους τον Τραμπ και, άρα, να του δώσουν απεριόριστη προβολή και πάτημα να ισχυριστεί ότι συμβολίζει το αντίπαλο δέος στις μισητές ελίτ.

- Όταν ο τυφώνας Τραμπ σάρωνε στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών απέναντι στους εκλεκτούς της παραδοσιακής ελίτ, ήταν εμφανές ότι η επιλογή από τους Δημοκρατικούς ενός κατεξοχήν ανθρώπου των ελίτ θα ήταν βούτυρο στο ψωμί του.

- Ο Τραμπ θέλει μια αντιπολίτευση που θα κρατά τη στάση που έχουν κρατήσει οι Δημοκρατικοί μέχρι σήμερα. Άχρωμη, άοσμη, ακίνδυνη, που αντιπαρατίθεται στο επίπεδο του θυμικού, όχι των πραγματικών αναγκών. Δηλαδή, μια αντιπολίτευση που παίζει στο δικό του γήπεδο, με τους δικούς του όρους.

- Όπου αναδείχτηκαν υποψηφιότητες όχι απαραίτητα ταυτισμένες με το προοδευτικό στρατόπεδο, αλλά με σαφή θέση για την καθολική υγειονομική περίθαλψη, την αύξηση του κατώτατου ημερομισθίου και την άρνηση να πάρουν δωρεές από δισεκατομμυριούχους και μεγάλες επιχειρήσεις, τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά για τους Δημοκρατικούς.

Αν κάποιος προσπαθήσει να αποτιμήσει το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑi, πολύ δύσκολα θα θεωρήσει κάποιον ξεκάθαρο νικητή. Απόδειξη αυτού είναι τα δύο βασικά αποτελέσματα της κάλπης για το Κογκρέσο. Οι Δημοκρατικοί ανακτούν καθαρή πλειοψηφία εδρών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, από την άλλη οι Ρεπουμπλικάνοι διευρύνουν την οριακή πλειοψηφία τους στη Γερουσία.

Για την ηγεσία των Δημοκρατικών, οι κανόνες της επικοινωνίας τους επιβάλλουν να μιλήσουν για θρίαμβο. Όμως, για ποιο θρίαμβο μιλάμε όταν ο Πρόεδρος με το χαμηλότερο ποσοστό αποδοχής στην ιστορία - μόλις 39% - πριν από ενδιάμεσες εκλογές, κατορθώνει να βγαίνει ενισχυμένος στη Γερουσία;

Και αντίστροφα, ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του τον πιο πετυχημένο Πρόεδρο στην ιστορία, πώς είναι δυνατόν να πανηγυρίζει, ενώ το κόμμα που τον στηρίζει έχασε κοντά στις 30 έδρες - και τελικά, την πλειοψηφία - στη Βουλή των Αντιπροσώπων;

Αν φύγουμε από το πεδίο της επικοινωνίας, μπορούμε να δούμε καθαρά την αποτύπωση μιας ωμής πραγματικότητας για την αμερικάνικη κοινωνία. Οι ΗΠΑ ζουν τα τελευταία χρόνια και ήδη πριν τον Τράμπ, σε συνθήκες σχεδόν απόλυτης κοινωνικής, ταξικής, φυλετικής - ακόμα και πολιτισμικής - διαίρεσης. Είναι δεδομένο ότι αυτή η πραγματικότητα επιδρά και στο πολιτικό πεδίο.

Επομένως, το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών μπορεί να ειδωθεί μονάχα ως ακόμα μια στιγμή στο χρονικό της διαμόρφωσης μιας νέας πολιτικής γεωγραφίας, η οποία στην πραγματικότητα, αν και δεν υπερβαίνει απόλυτα τις παραδοσιακές πολιτικές εκπροσωπήσεις, εντούτοις επαναπροσδιορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο τους. Για να το πούμε απλούστερα: ο ψηφοφόρος των Ρεπουμπλικάνων και ο ψηφοφόρος των Δημοκρατικών δεν ψηφίζουν με τα ίδια κριτήρια, όπως πριν από δέκα χρόνια.

Αν προσπαθούσαμε να διακρίνουμε ένα χαρακτηριστικό του πολιτικού ανταγωνισμού στις ΗΠΑ, την τελευταία τετραετία, δηλαδή από την έναρξη των προκριματικών εκλογώνii στα δύο μεγάλα κόμματα για την ανάδειξη των υποψηφίων τους στις Προεδρικές εκλογές του 2016 μέχρι και σήμερα, θα λέγαμε ότι βαδίζουμε προς το τέλος μιας βασικής συνισταμένης του πολιτικού παιχνιδιού: της συναίνεσης ανάμεσα στους δύο μεγάλους.

Το manual της εναλλαγής Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων στην ηγεσία, με σχεδόν ευλαβική τήρηση των βασικών κανόνων ως προς την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, το κοινωνικό κράτος, την εκπαίδευση, μοιάζει σήμερα άχρηστο. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι κεντρικές μορφές του μετριοπαθούς - ας το ονομάσουμε έτσι, χάριν οικονομίας του κειμένου - στρατοπέδου κάθε κόμματος, πλέον βρίσκονται σχεδόν εκτός κάδρου. Πολύ περισσότερο για τους Ρεπουμπλικάνους, λιγότερο για τους Δημοκρατικούς.

Στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, συνέβη τα τελευταία χρόνια, αυτό που οι Radiohead τραγουδούν στο There There, «an accident waiting to happen». Ο Τράμπ, που προσωποποίησε όλη τη στρατηγική Μπάνον για την ανάδυση της σκληρά εθνικιστικής και ανοιχτά ρατσιστικής ακροδεξιάς στις ΗΠΑ, ήταν η απάντηση για εκατομμύρια Αμερικάνους, οι οποίοι βρέθηκαν στο περιθώριο, έχασαν τις δουλειές τους, ζουν με κουπόνια της πρόνοιας, προδόθηκαν με λίγα λόγια από το «αμερικάνικο όνειρο». Και μάλιστα, όλο αυτό συνέβη επί θητείας του πρώτου αφροαμερικανού Προέδρου στην ιστορία.

Αυτή η εκρηκτική ύλη συναντήθηκε με τη δημαγωγία του Τραμπ και το αδιανόητο δώρο των κυρίαρχων ΜΜΕ στις ΗΠΑ, τον υπ’ αριθμόν ένα απολογητή του κατεστημένου, να ορίσουν ως απόλυτο εχθρό τους τον Τραμπ και, άρα, να του δώσουν απεριόριστη προβολή και πάτημα να ισχυριστεί ότι συμβολίζει το αντίπαλο δέος στις μισητές ελίτ.

Η επικράτηση Τραμπ έβγαλε στην επιφάνεια απολύτως υπαρκτές δυνάμεις, με βαθύτατες ρίζες στην αμερικανική κοινωνία. Μια κοινωνία η οποία παρά τα σημαντικά βήματα του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα, δομήθηκε και αναπαράχθηκε εντός ενός πλαισίου θεσμοποιημένου ρατσισμού έναντι των μειονοτήτων και κυρίως, έναντι της μαύρης κοινότητας.

Είναι, λοιπόν, απολύτως αναμενόμενη η εικόνα της κοινωνίας των ΗΠΑ επί Τράμπ. Η οικονομική του πολιτική, βασισμένη στον προστατευτισμό, δίνει την απαραίτητη για το αφήγημα του βελτίωση των οικονομικών δεικτών - αν και φυσικά λίγο ενδιαφέρει τους οπαδούς του αν η οικονομική ανάκαμψη είχε ξεκινήσει επί Ομπάμα.

Χτίζει το επιχείρημα ότι οι ΗΠΑ πλέον θα είναι αμείλικτες στον εμπορικό ανταγωνισμό και άρα απέναντι στους εχθρούς εξ Ανατολής που θέλουν να γονατίσουν την πατρίδα. Δημιουργεί ξανά μια επίπλαστη εικόνα εθνικού μεγαλείου και ισχύος. Σε αυτές τις συνθήκες, όποιος αμφισβητεί αυτή την πορεία είναι εχθρός του έθνους. Και φυσικά για τους εχθρούς, υπάρχουν οι πρόθυμοι τιμωροί. Αυτοί που όρμησαν στο πλήθος στο Σάρλοτσβιλ, αυτοί που άνοιξαν πυρ στη Συναγωγή του Πίτσμπουργκ, αυτοί που στέλνουν πακέτα με εκρηκτικά σε στελέχη των Δημοκρατικών. Όλοι αυτοί αισθάνονται ότι έχει έρθει η ώρα της εκδίκησης. Και όταν το ακροδεξιό μίσος αναδύεται σε μια χώρα στην οποία η οπλοκατοχή είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, προφανώς η βία δεν οδηγεί σε ανοιγμένα κεφάλια, αλλά σε πτώματα.

Την ίδια στιγμή, το αντίπαλο δέος μοιάζει να βρίσκεται σε μια διαρκή κρίση στρατηγικής. Η δυναμική των δύο εκλογικών νικών του Ομπάμα εξανεμίστηκε. Οι προσπάθειες για μεγάλες τομές υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας ήταν υπαρκτές αλλά περιορισμένες. Το Obamacare ήταν μια ιστορικού μεγέθους τομή. Όμως, περισσότερο ως εξαίρεση που επιβεβαίωσε τον κανόνα της «συνέχειας του κράτους» μπορεί να ειδωθεί παρά ως σταθμός σε μια σειρά ριζοσπαστικών παρεμβάσεων. Ο λόγος περισσότερο βρίσκεται στη δομική δυσανεξία της κυρίαρχης πτέρυγας του Δημοκρατικού κόμματος να προωθήσουν πολιτικές που πιθανά θα δυσαρεστήσουν τους κολοσσούς που χρηματοδοτούν τις καμπάνιες τους και λιγότερο στην έλλειψη οράματος ή πολιτικού θάρρους του Ομπάμα. Τρανή απόδειξη αυτού είναι η πορεία που ακολούθησε η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος τόσο σε σχέση με την ανάδειξη του υποψηφίου Προέδρου για τις εκλογές του 2016 όσο όμως και από τον τρόπο που αντιπολιτεύεται τον Τραμπ την τελευταία διετία.

Η απόλυτη στήριξη της ηγεσίας των Δημοκρατικών στο πρόσωπο της Χίλαρι Κλίντον, μιας υποψηφιότητας που παρουσιάστηκε οριακά ως η καλύτερη που υπήρξε ποτέ στα χρονικά των ΗΠΑ, απέναντι στον «κίνδυνο» Σάντερς ήταν η πρώτη απόδειξη ότι οι Δημοκρατικοί όχι μόνο είναι απρόθυμοι να υιοθετήσουν ένα πιο ριζοσπαστικό στίγμα, αλλά και ότι βρίσκονται εκτός πραγματικότητας.

Διότι, όταν ο τυφώνας Τραμπ σάρωνε στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών απέναντι στους εκλεκτούς της παραδοσιακής ελίτ, ήταν εμφανές ότι η επιλογή από τους Δημοκρατικούς ενός κατεξοχήν ανθρώπου των ελίτ θα ήταν βούτυρο στο ψωμί του.

Η ήττα λοιπόν το Νοέμβρη του 2016 ήρθε μεν ως σοκ για την παγκόσμια κοινότητα, αλλά τελικά δεν ήταν τίποτα άλλο από το λογικό επακόλουθο μιας κραυγαλέα αποτυχημένης πολιτικής στρατηγικής της ηγεσίας των Δημοκρατικών.

Μια στρατηγική η οποία συνεχίζεται και την τελευταία διετία. Η ηγεσία των Δημοκρατικών έχει επιλέξει να κάνει πολιτική αντί-Τραμπ. Έχει επενδύσει μονάχα στην έρευνα για τις σχέσεις Τραμπ - Ρωσίας και την πιθανή εμπλοκή της στις προεδρικές εκλογές. Έχει κάνει σημαία της τον αγώνα να πέσει ο Τραμπ μέσω της δικαστικής οδού, δίχως να μπαίνει ουσιαστικά στη συζήτηση επί των πολιτικών. Αντιπαρατίθεται στον Τραμπ, με όρους ηθικής και αρχών, μιλώντας επί της ουσίας για έναν άνθρωπο ο οποίος προσβάλλει την Αμερική και τα ιδανικά της. Αυτό, όμως, είναι το καλύτερο που μπορεί να συμβεί στον εν ενεργεία Πρόεδρο των ΗΠΑ.

Ο Τραμπ δεν θέλει μια αντιπολίτευση η οποία θα του ασκεί πολιτική και κοινωνική πίεση για την καθολική πρόσβαση των πολιτών στην Υγεία, για την κατάσταση στις περιθωριοποιημένες κοινότητες στο κέντρο των μεγαλουπόλεων και τις επαρχίες της χώρας, για την αστυνομική βία, για την αύξηση του κατώτατου μισθού, για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, για την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η φρικτή κατάσταση σε επίπεδο υποδομών ύδρευσης, ηλεκτρισμού και αποχέτευσης σε δεκάδες περιοχές που ζουν φτωχά λαϊκά στρώματα.

Ο Τραμπ θέλει μια αντιπολίτευση που θα κρατά τη στάση που έχουν κρατήσει οι Δημοκρατικοί μέχρι σήμερα. Άχρωμη, άοσμη, ακίνδυνη, που αντιπαρατίθεται στο επίπεδο του θυμικού, όχι των πραγματικών αναγκών. Δηλαδή, μια αντιπολίτευση που παίζει στο δικό του γήπεδο, με τους δικούς του όρους.

Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά δυσμενές πλαίσιο, η ριζοσπαστική απάντηση δεν είναι καθόλου αμελητέα. Στην πραγματικότητα, η δυναμική που καταγράφει το προοδευτικό - αριστερό στρατόπεδο στις ΗΠΑ είναι πρωτοφανής εδώ και πολλές δεκαετίες. Άρχισε να αναδύεται πριν τον Τραμπ. Στην πραγματικότητα ο πόλος αυτός ίσως ήταν ο μοναδικός που μπορούσε να ανακόψει την πορεία του Τραμπ προς την Προεδρία.

Με εμβληματικό σημείο αφετηρίας της ανάδυσης του προοδευτικού στρατοπέδου την υποψηφιότητα Σάντερς για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος στις Προεδρικέ εκλογές, στις ΗΠΑ διαμορφώθηκε μια τεράστια δυναμική. Η οποία ναι μεν διαμορφώθηκε γύρω από τον αγώνα του Σάντερς, όμως η βάση της ήταν σαφέστατα ένα πολιτικό πρόγραμμα υπέρ των κοινωνικών αναγκών.

Μεταξύ άλλων, για την αύξηση του κατώτατου ημερομισθίου, για την πρόσβαση όλων στην Υγεία, για την αναβάθμιση των δημοσίων σχολείων και την κατάργηση των διδάκτρων στα Πανεπιστήμια που έχουν δημόσιο χαρακτήρα, για το τέλος της εξάρτησης των εκλεγμένων εκπροσώπων του λαού από τους μεγάλους χορηγούς και τα επιχειρηματικά συμφέροντα, για την ουσιαστική κατοχύρωση της ισότητας των δύο φύλων, για τη λήψη μέτρων απέναντι στην ανεξέλεγκτη αστυνομική βία, για την άρση των διακρίσεων απέναντι στη μαύρη κοινότητα και τις μειονότητες.

Αυτή η πολιτική πλατφόρμα δεν ήταν απλά μια σειρά διακηρύξεων ενός υποψήφιου Προέδρου. Ήταν και είναι οι άξονες μιας διαρκούς πολιτικής μάχης, από τις κοινότητες και τις πολιτείες μέχρι το Κογκρέσο. Και σε αυτή την πολιτική μάχη, συμμετέχουν χιλιάδες άνθρωποι, στους οποίους ο παραδοσιακός πολιτικός ανταγωνισμός ήταν στην πραγματικότητα απολύτως αδιάφορος.

Σήμερα, όμως, αυτό το δυναμικό ριζοσπαστικό κομμάτι της Αμερικάνικης κοινωνίας έχει κατοχυρώσει τη δική του σημαντική θέση στη νέα πολιτική γεωγραφία των ΗΠΑ. Ευρισκόμενο είτε εντός του Δημοκρατικού Κόμματος, αντιπαρατιθέμενο με τη χρεοκοπημένη πολιτική στρατηγική της ηγεσίας του, είτε στις παρυφές του, τροφοδοτώντας κινήματα και δράσεις σε τοπικό επίπεδο.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 6ης Νοέμβρη βρίσκει το προοδευτικό-αριστερό στρατόπεδο σημαντικά ενισχυμένο. Τουλάχιστον έξι υποψηφιότητες με καθαρό ριζοσπαστικό στίγμα, κατάφεραν να επικρατήσουν και μάλιστα με πολύ ισχυρό συμβολισμό. Η Alexandra Ocasio-Cortez από τη Νέα Υόρκη στα 29 της γίνεται το νεότερο μέλος στην ιστορία του Κογκρέσου. Η Deb Haaland από το Νέο Μεξικό και η Sharice Davis από το Κάνσας έγιναν οι πρώτες ιθαγενείς Αμερικανίδες που εκλέγονται στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η Rashida Tlaib από το Μίσιγκαν και η Ilhan Omar από τη Μινεσότα έγιναν οι πρώτες μουσουλμάνες που εκλέγονται. Ενώ η Jahana Hayes από το Κονέκτικατ και η Ayanna Pressley από τη Μασαχουσέτη έγιναν οι πρώτες αφροαμερικανίδες που εκλέγονται στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις δύο αυτές πολιτείες.

Η γενική εικόνα μάλιστα είναι ότι όπου μέσω των προκριματικών αναδείχτηκαν υποψηφιότητες όχι απαραίτητα ταυτισμένες με το προοδευτικό στρατόπεδο, αλλά με σαφή θέση για την καθολική υγειονομική περίθαλψη, την αύξηση του κατώτατου ημερομισθίου και την άρνηση να πάρουν δωρεές από δισεκατομμυριούχους και μεγάλες επιχειρήσεις, τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά για τους Δημοκρατικούς. Είτε κέρδισαν χωρίς κόπο είτε έχασαν με μικρές διαφορές σε πολιτείες όπου οι Ρεπουμπλικανοί παραδοσιακά «κάνουν περίπατο».

Μια τέτοια περίπτωση - η οποία τράβηξε πολύ δημοσιότητα - ήταν αυτή του Τέξας όπου ο Beto O’ Rourke, αν και ξεκίνησε πριν ενάμιση χρόνο, περίπου 35 μονάδες πίσω από τον Ρεπουμπλικάνο Ted Cruz, έχασε στο νήμα με διαφορά λίγο πάνω από δύο μονάδες. Η καμπάνια του ήταν υποδειγματική και παρά την ήττα του το όνομα του ακούγεται ακόμα και για το χρίσμα των Δημοκρατικών για τις Προεδρικές Εκλογές του 2020.

Προσθετικά σε αυτές τις περιπτώσεις, οι υποψήφιοι κυβερνήτες με σαφές προοδευτικό στίγμα, Andrew Gillum στη Φλόριντα και Stacey Abrams στη Τζόρτζια, μπορεί να έχασαν οριακά, όμως μετά από δεκάδες ενστάσεις για παρακώλυση της ψηφοφορίας και στις δύο πολιτείες ξεκίνησαν τη μάχη είτε για επανακαταμέτρηση είτε ακόμα και για επανάληψη τις διαδικασίας σε συγκεκριμένες περιοχές.

Σε κάθε περίπτωση, τα αποτελέσματα των midterms αποτέλεσαν ένα ακόμα επεισόδιο στη νέα πολιτική γεωγραφία που διαμορφώνεται στις ΗΠΑ. Είναι σαφές ότι το ακραία συντηρητικό στρατόπεδο έχει αντίπαλο.

Είναι ακόμα σαφέστερο ότι η μεγάλη μάχη πλέον διεξάγεται εντός του Δημοκρατικού Κόμματος. Μένει να φανεί αν θα επικρατήσουν και πάλι αυτοί που με τη χρεοκοπημένη γραμμή τους θα στρώσουν το χαλί στον Τραμπ για μια δεύτερη θητεία ή αν, τελικά, ο προοδευτικός πόλος θα καταφέρει, με όπλο τη δυναμική από τα κάτω και την αναβαθμισμένη παρουσία του σε επίπεδο εκπροσώπησης, να δώσει τον τόνο ενόψει της επόμενης μεγάλης μάχης, των Προεδρικών Εκλογών του 2020.

Η απόσταση ανάμεσα στην επανεκλογή του Τραμπ ή την ήττα του από έναν υποψήφιο με σαφές προοδευτικό και ριζοσπαστικό στίγμα είναι σήμερα ίσως μικρότερη από ποτέ.

* Ο Δημήτρης Καραμάνης είναι πολιτικός επιστήμονας. Το άρθρο πρωτοδημιοσεύτηκε στα Ενθέματα της Αυγής της Κυριακής, 18/11/2018

i Ενδιάμεσες εκλογές (Midterm Elections), διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια στις ΗΠΑ, περίπου στο μέσο κάθε προεδρικής θητείας. Στις εκλογές αυτές, αναδεικνύονται οι αντιπρόσωποι των δύο σωμάτων του Κογκρέσου των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, οι εκλογές γίνονται για το σύνολο των εδρών (435) της Βουλής των Αντιπροσώπων και για 33 ή 34 από τις 100 έδρες στη Γερουσία. Επίσης, στις ενδιάμεσες εκλογές, εκλέγονται οι Κυβερνήτες των 36 από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ.

ii Προκριματικές εκλογές (primaries), είναι οι εσωκομματικές εκλογές ανάδειξης υποψηφίων κάθε κόμματος για αιρετά αξιώματα.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)