to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

16:57 | 19.05.2016

πηγή: stokokkino.gr

Πολιτισμός

«Βερολίνο, Γεια»: Συνέντευξη του Νίκου Κουρμουλή με τον μεταφραστή Απόστολο Στραγαλινό

Ένα από τα μυθιστορήματα που προκάλεσε εντύπωση την σεζόν που πέρασε, δεν ήταν άλλο από το «Βερολίνο, Γεια» (Κριτική) του Γερμανού Βόλφγκανγκ Χέρνντορφ. Το βιβλίο επιλέχθηκε από το κοινό στα 10 καλύτερα «Μεταφρασμένα μυθιστορήματα» των βραβείων Public. Ακολουθεί μια αποκλειστική συνέντευξη με τον Απόστολο Στραγαλινό, μεταφραστή του απολαυστικού αυτού βιβλίου που μεταφέρεται και στην μεγάλη οθόνη δια χειρός Φατίχ Ακίν, με τίτλο: «Tschick».


Ένα από τα μυθιστορήματα που προκάλεσε εντύπωση την σεζόν που πέρασε, δεν ήταν άλλο από το «Βερολίνο, Γεια» (Κριτική) του Γερμανού Βόλφγκανγκ Χέρνντορφ. Φρέσκια γραφή, χειμαρρώδης, γεμάτη ένταση και πάθος για την περιπέτεια δύο ζωηρών πιτσιρικάδων από τις δύο πλευρές του Βερολίνου, που ψάχνουν να βρουν το νόημα της ζωής στο δρόμο. Σε μια κοινωνία που αδυνατεί να ονειρευτεί. 


 
Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας του «Βερολίνο, Γειά»;
 
Το ελπιδοφόρο μήνυμά του, η ανάμνηση της χαμένης ανεμελιάς, η αγχολυτική του δράση, η ευκαιρία για αναστοχασμό και παντός είδους ξεσκαρτάρισμα. Το «Βερολίνο, Γεια» απευθύνεται στον σκεπτόμενο έλληνα αναγνώστη που έχει σκάσει, στον κάτοικο της φαιδράς πορτοκαλέας που αγκομαχάει, που ασφυκτιά, που θλίβεται, συνθλίβεται, συντρίβεται καθημερινά από τα οικονομικά προβλήματα, τους μέτριους, την εξουσία, την ημιμάθεια, τις αντιφάσεις και τις αυτοαναιρέσεις του, σε όσους ζουν κλειδωμένοι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο γεμάτοι καταπίεση και κατάθλιψη, αδυνατώντας να ζήσουν το σήμερα και να προγραμματίσουν ή να ονειρευτούν το αύριο. Πίστεψα εξαρχής και πιστεύω ακόμα πως όποιος πιάσει αυτό το βιβλιαράκι, θα διαπιστώσει πως ο Τσικ και ο Μάικ από τις πρώτες σελίδες θα «μιλήσουν» μέσα του, θα γίνουν η συνείδηση και ο καθρέφτης του, μέσα στον οποίο θα αντικρίσει τη φάτσα του και θα πει «γαμώτο», θα κανονίσει μια εκδρομή, θα κάνει μια σκανταλιά, μια υπέρβαση, θα ξαναθυμηθεί χαμένους φίλους, θα αλλάξει πιθανώς κάποιες συνήθειες, θα αρχίσει να καπνίζει, θα σταματήσει να καταπιέζεται, θα ψηλαφίσει ξανά τα εφηβικά του οράματα, θα ξανασταθεί στην αφετηρία, θα νιώσει σαν να ταξιδεύει με χίλια στην εθνική οδό, θα χαθεί από τον κόσμο για κάποιες ώρες, και θα επιβιβαστεί κι αυτός στο Λάντα —στο στραπατσαρισμένο, κλεμμένο, βρώμικο Λάντα— του Τσικ και του Μάικ και θα προσπαθήσει να βρει μαζί τους το απίθανο μέρος που ψάχνουν χωρίς να ξέρουν το πού: κάπου στο πουθενά. Θα νιώσει πως νόημα έχει και το ταξίδι, η περιπλάνηση, όχι μόνο ο προορισμός. Ή τέλος πάντων και τα δύο. Επιπλέον, μου ήταν πρόδηλο πως το βιβλίο διαθέτει κινηματογραφικές προδιαγραφές. Έχει ανέβει σε πολλές θεατρικές παραστάσεις στη Γερμανία, τα τελευταία 5 χρόνια. Προσωπικά περίμενα και την κινηματογραφική του διασκευή. Έτσι η πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, στις 10/10/15, συνέπεσε με την απίθανη είδηση από την Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης πως το «Βερολίνο, Γεια» (γερμ. τίτλος: «Tschick») μεταφέρεται στον κινηματογράφο από τον εξαιρετικό και πολύ αγαπημένο στην Ελλάδα, σκηνοθέτη Φατίχ Ακίν, ποιον άλλο;  Εξ’ όσων γνωρίζω τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν και η ταινία θα αρχίσει να προβάλλεται στις αίθουσες περί τα τέλη του καλοκαιριού του 2016, άρα φαντάζομαι πως στην Ελλάδα θα την απολαύσουμε το επόμενο φθινόπωρο με το βιβλίο υπό μάλης. Φανταστικά νέα.  
 
Σε πολλούς αναγνώστες το βιβλίο φέρνει στο νου το "Στο δρόμο" ή τον "Φύλακα στη σίκαλη", συμμερίζεστε αυτή την άποψη;
 
Το «Βερολίνο, Γεια» είναι ένα συνδυασμός του «On the Road» του Κέρουακ, του «Φύλακα στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ, του Μικρού Νικόλα των Σαμπέ/Γκοσινί, του του Χωκλεμπέρι Φιν. Θυμίζει έντονα το Stand by me, εκείνη την ταινία των 80’ς με τον Ρίβερ Φοίνιξ που βασιζόταν στο βιβλίο του Στήβεν Κινγκ «The Body» και την ελεγεία «Θέλμα και Λουίζ». Ανήκει στην καθαρόαιμη αφηγηματική λογοτεχνία, διαβάζεται ως μια σπινταριστή καταιγιστική βόλτα με ένα αυτοκίνητο που τη μια πηγαίνει με σπασμένα φρένα, την άλλη πρέπει να βγεις έξω και να σπρώξεις. Είναι όλα αυτά και πολλά άλλα παραμένοντας ωστόσο μοναδικό. Ακολουθώντας τη μανιέρα, την παράδοση των μυθιστορημάτων απόδρασης και φυγής από την αλλοτρίωση, της υπέρβασης και της θραύσης στερεοτύπων και καταγκασμών, της επιστροφής στη Φύση, έξω από τα δεσμά του καθωσπρεπισμού, της αναζήτησης της χαμένης αθωότητας, της περιπέτειας και του καλώς νοούμενου τυχοδιωκτισμού, όλα αυτά λοιπόν μεταφερμένα στη σύγχρονη Γερμανία, στο Βερολίνο, και από εκεί στους επαρχιακούς δρόμους του Wild East, με την γεωγραφική έννοια του όρου, εξιστορημένα ως ύμνος στη φιλία, στον αντικομφορμισμό, στη συντροφικότητα.
 
Πείτε μας για τις δυασκολίες της μετάφρασης. Ποια ήταν τα κλειδιά για να εισχωρήσετε μέσα στη γλώσσα, την ατμόσφαιρα του συγγραφέα;
 
Η γλώσσα του Χέρνντορφ είναι άμεση, απελευθερωμένη, και παρότι σε πολλά σημεία χρησιμοποιεί εκφράσεις εφηβικής αργκό, καταφέρνει με ιδιαίτερη μαεστρία να διατυπώσει πανανθρώπινα, υπαρξιακά ερωτήματα, αυτά που τσακίζουν και αρρωσταίνουν τον σύγχρονο αποτελματωμένο άνθρωπο. Άλλωστε, το βιβλίο καθ’ αυτό, διαβάζεται ως απάντηση στο ερώτημα «και τώρα τι κάνουμε, πώς τη βγάζουμε καθαρή». Ο ρυθμός της πλοκής είναι ξέφρενος, ασορτί με τον φρέσκο, χιουμοριστικό, ενίοτε στο όριο του σλάπστικ, λόγο του, ο οποίος σε άλλα σημεία γίνεται μελαγχολικός, γλυκόπικρος, χωρίς να καταφεύγει στο μελό. Είναι ένα μυθιστόρημα που σε κάθε πρόταση που μετέφραζα, καταλάβαινα με πόση στοργή και πόση αγάπη ήταν καμωμένο από τον Χέρνντορφ για τον άνθρωπο και για όλους μας.
 
 

Πείτε μας δύο λόγια για τα δύο πιτσιρίκια πρωταγωνιστές, τον Μάικ και τον Τσικ. Ποιες οι διαφόρές των κόσμων τους; Τι τους ωθεί στο ταξίδι;
 
Στο έργο αυτό γινόμαστε μύστες και κοινωνοί της περιπλάνησης ενός καταπληκτικού, αρμονικά αταίριαστου ντουέτου εφήβων στο φαρ ήστ της σύγχρονης Γερμανίας. Από τη μία, έχουμε τον δεκατετράχρονο Μάικ, έναν δειλό, εσωστρεφή teenager, μοναχογιό ευκατάστατων βερολινέζων, ο οποίος ενσαρκώνει το πρότυπο του ιδανικού loser της τάξης του (το παρατσούκλι του άλλωστε είναι «πυροβολημένος»). Τις εσωτερικές σκέψεις, τις αγωνίες του τις συνοδεύει η γνωστή σε όλους μας, από πολλούς ίσως λησμονημένη, μόνιμη, γλυκιά ζαλάδα της πρώτης εφηβείας. Η αλκοολική μητέρα του βρίσκεται σε κλινική απεξάρτησης και ο πολυάσχολος πατέρας  του τον εγκαταλείπει καλοκαιριάτικα μόνο του στην έπαυλή τους για τρεις εβδομάδες με 200 ευρώ, ενώ εκείνος φεύγει με την ερωμένη του για διακοπές. Από την άλλη, έχουμε τον Τσικ, έναν επίσης δεκατετράχρονο, περιθωριακό, αντισυμβατικό, κάπως μυστηριώδη ρώσο γερμανικής καταγωγής, τον καινούργιο συμμαθητή, που κανείς δεν ξέρει το ποιόν του, την οικογένειά του, τη διαδρομή του, αλλά που όλοι υποπτεύονται, πως μαζί με τον αδελφό του κλέβουν αυτοκίνητα, μεταξύ όλων των άλλων εγκληματικών τεχνών που ασκούν. Είναι γραφτό να συναντηθούν οι δρόμοι τους, καθώς οι δυο τους, και ο Τσικ και ο Μάικ, είναι οι μόνοι από όλη την τάξη, που δεν έχει καλέσει στο πάρτι της το ομορφότερο κορίτσι του σχολείου. Ιδού λοιπόν η συγκολλητική ουσία που συνδέει τους δύο συμμαθητές: Όταν είσαι μόνος, παραμελημένος, αισθάνεσαι κενός, αδικημένος και βαριέσαι στα 14 σου, είναι καλοκαίρι και δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις στην πόλη, ενώνεις τις δυνάμεις σου με κάποιον άλλον που σου μοιάζει. Έτσι, λοιπόν τόσο διαφορετικοί και τόσο ίδιοι, μπαίνουν σε ένα κλεμμένο σαράβαλο Λάντα, βάζουν μπρος ενώνοντας τα χρωματιστά καλώδια κάτω από το τιμόνι, και φεύγουν για μια αξέχαστη, καλοκαιρινή περιπλάνηση. Στον δρόμο τους θα συναντήσουν διασταυρώσεις, αδιέξοδα, γκρεμούς και ανθρώπους, θα βρεθούν σε άγνωστα χωριά, θα κάνουν πικνίκ μέσα στο Λάντα, θα κοιμηθούν σε στρώματα, θα γνωρίσουν την Ίζα, το βρώμικο κορίτσι στον σκουπιδότοπο, που ζητάει από τον Μάικ να τη φιλήσει, αλλά εκείνος δεν ξέρει πώς, θα γνωρίσουν πολλούς, απίστευτους, σχεδόν ψυχεδελικούς τύπους, άνδρες και γυναίκες, που όλοι τους, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα αφήσουν ανεξίτηλα ίχνη στη μνήμη τους, γιατί είναι μνημειωδώς καλοί — μολονότι όλοι τους είναι εξίσου αποσυνάγωγοι, μόνοι, περίεργοι (βρόμικοι, γέροι, χοντροί) και, με διάφορους τρόπους, «τρελοί». Οι δύο έφηβοι θα διασκεδάσουν, θα ερωτευτούν, θα κινδυνεύσουν, θα μαγευτούν, θα ενηλικιωθούν λίγο-λίγο, και θα συνεχίσουν αυτό το μαγικό ταξίδι μέσα μας.

Αφήνει κενό ο θάνατος του συγγραφέα Βόλφγκανγκ Χέρνντορφ; Πως τον κρίνετε αφηγηματικά;
 
Αυτό το μανιφέστο τρυφερής αισιοδοξίας συνδέεται δυστυχώς κατά τρόπο οδυνηρό με το γεγονός της απώλειας του συγγραφέα. Ο μέχρι πρότινος άγνωστος στην Ελλάδα Βόλφγκανγκ Χέρντορφ, αυτός ο ευλογημένος και εξαιρετικά ταλαντούχος συγγραφέας, δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή, καθώς έφυγε σε ηλικία 48 ετών το 2013 έχοντας ωστόσο προλάβει να προκαλέσει αίσθηση στα γερμανικά γράμματα. Επέλεξε ο ίδιος το θάνατό του, καθώς τα τελευταία χρόνια βασανιζόταν από μία αγιάτρευτη αρρώστια, με πολλούς πόνους. Τη νύχτα της 26ης Αυγούστου του 2013, με αξιοπρέπεια και μοιραία γενναιότητα, ξέμπλεξε από τους πόνους και την αρρώστια στρέφοντας ένα πιστόλι στον κρόταφό του κάποιο βράδυ στην όχθη του καναλιού Χόεντσόλερν στο Βερολίνο. Είχε άλλωστε γράψει ότι όταν τα πράγματα θα μπουν στην τελική ευθεία, θα φύγει όρθιος, θα το αποφασίσει αυτός, τηρώντας και τιμώντας την μακρά παράδοση των λογοτεχνικών αυτοχείρων. Γνωρίζοντας λοιπόν ότι οδεύει ανεπιστρεπτί προς το μοιραίο, σας αναφέρω ενδεικτικά την ύστατη σημείωση στο μπλογκ του, Arbeit und Struktur: «Χιόνι, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος». Πόσο κρίμα, πόσο οξύμωρος, άδικος αυτός ο πρόωρος θάνατος του πατέρα ενός τόσο αισιόδοξου βιβλίου που εξυμνεί τη ζωή. Ο θάνατός του αναμφισβήτητα αφήνει κενό, διέθετε γνήσιο συγγραφικό ταλέντο, κάτι που άλλωστε καταδεικνύει η σημαντική λογοτεχνική του παρακαταθήκη που άφησε. Μετά το «Βερολίνο γεια» ακολούθησε το σκοτεινό, παρανοϊκό υπερβατικό κατασκοπευτικό θρίλερ Sand, στο οποίο οι ήρωές του περιπλανώνται, χάνονται και ξαναβρίσκονται χωρίς τα όρια να είναι ξεκάθαρα με φόντο τη σκόνη, το ταμπεραμέντο και τις αντιφάσεις της Βόρειας Αφρικής, καθώς και ένα ανολοκλήρωτο βιβλίο που έγραφε μέχρι την τελευταία στιγμή. Για το Sand ο Χέρντορφ κέρδισε το λογοτεχνικό βραβείο της έκθεσης της Λειψίας το 2012.

Πως αισθάνεστε ότι το βιβλίο είναι στον τοπ 10 της μεταφρασμένης λογοτεχνίας των βραβείων Public και τι σημαίνει αυτό για εσάς;
 
Η μετάφραση αυτού του μυθιστορήματος, για την έκδοση του οποίου επέμεινα πολύ στο πλαίσιο της άριστης συνεργασίας μου με την «Κριτική», ήταν ένα προσωπικό στοίχημα, καθώς ουσιαστικά έπαιρνα πάνω μου την ευθύνη να συστήσω στο ελληνικό κοινό έναν άγνωστο ξένο συγγραφέα που με είχε ενθουσιάσει ως αναγνώστη, όταν πρωτοδιάβασα το πρωτότυπο, το 2010. Όποιος έχει ήδη διαβάσει το βιβλίο, μου μεταφέρει τον ίδιο ενθουσιασμό. Όλοι αναφέρουν πως είναι αδύνατο να το αφήσεις προτού το τελειώσεις. Πως το βρίσκουν ξεκαρδιστικό, μελαγχολικό, πικρόγλυκο, αγαπησιάρικο. Πως οι 270 σελίδες του τελειώνουν πολύ γρήγορα, γρήγορα γιατί κανένας μας δεν θέλει να τελειώνει μια τέτοια γοητευτική περιπλάνηση, το ταξίδι της ζωής μας. Το γεγονός πως μέσα σε λίγους μήνες το «Βερολίνο, Γεια» αγαπήθηκε από τους έλληνες βιβλιόφιλους, αποδεικνύεται τόσο από την εξάντληση της πρώτης έκδοσης – ακολουθεί δεύτερη – όσο και από την τιμητική για το δημιουργό, το ίδιο το βιβλίο και το μεταφραστή του αναφερόμενη εξέλιξη.

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)