to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Β. Λαλιώτη: Η περιφρόνηση των τεχνών αντανακλά τάση συρρίκνωσης της κριτικής σκέψης

Κυκλοφόρησε στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Ροπή, ο συλλογικός τόμος με τίτλο «Ψηφιακές Τεχνολογίες και Τέχνες» σε επιμέλεια της επίκουρης καθηγήτριας Ανθρωπολογίας της Επιτέλεσης στο ΕΚΠΑ, Βασιλικής Λαλιώτη. Με αφορμή την κυκλοφορία του τόμου η κ. Λαλιώτη συνομίλησε μαζί μας για την σχέση της ψηφιακότητας με την τέχνη, την βιβλιογραφία και την διδασκαλία αυτών των αντικειμένων στην Ελλάδα, τις στοχεύσεις του βιβλίου και τη μεταχείριση που έχουν ψηφιακά έργα τέχνης σήμερα.


Στην συζήτηση μας η επιμελήτρια του τόμου κλείνει με το εξής συμπέρασμα: «η επίσημη περιφρόνηση και των τεχνών και των επιστημών των τεχνών αντανακλά, κατά τη γνώμη μου, μια ισχυρή τάση συρρίκνωσης των δυνατοτήτων και για κριτική σκέψη πάνω στις πολλαπλές σύγχρονες κρίσεις, αλλά και για αυτοσχεδιασμό και πειραματισμό πάνω σε νέες και εναλλακτικές μορφές κοινωνικής δράσης» εύχομαι ειλικρινά εκδόσεις όπως αυτή που επιμελήθηκε να συμβάλλουν στην ανατροπή αυτής της κατάστασης.

Συζητάμε για τον τόμο που επιμεληθήκατε «Ψηφιακές τεχνολογίες και τέχνες» και θέλω αρχικά να μας πείτε λίγα λόγια για το κίνητρο της σύνθεσης του. Έρχεται να καλύψει κάποιο κενό στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία; Έρχεται να εισφέρει σε μια εν εξελίξει συζήτηση;

Το βιβλίο είναι μια συλλογή από εμβληματικά κείμενα της διεθνούς βιβλιογραφίας, τα οποία έχουν γραφτεί από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα, και  αφορούν τη σχέση των ψηφιακών τεχνολογιών με τις τέχνες. Στόχος του είναι, αφενός να καλύψει μέρος του μεγάλου κενού που υπάρχει στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία για την ιστορία αυτής της σχέσης, αφετέρου να εισφέρει στην επεξεργασία των προβληματισμών που θέτει το ιδιαιτέρως ευρύ και ανεπτυγμένο πεδίο των ψηφιακών τεχνών σήμερα.

Με τον όρο «ψηφιακές τέχνες» εννοούμε ένα πεδίο καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων και έργων, όπου οι ψηφιακές τεχνολογίες παίζουν πρωταρχικό ρόλο όσον αφορά το περιεχόμενο, τις τεχνικές, τις αισθητικές ή τις μορφές παρουσίασής τους. Εννοούμε, επίσης, ένα πεδίο μελέτης αυτών των καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων και έργων και ένταξης των αισθητικών και των πολιτικών διαστάσεών τους σε συγκεκριμένα ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό πεδίο, το οποίο διασχίζει ποικίλα όρια: τόσο ανάμεσα σε διαφορετικά –με βάση παραδοσιακές ταξινομήσεις– καλλιτεχνικά είδη (π.χ. χορός, θέατρο, μουσική, performance art, animation, video art, κινηματογράφος) και επιστημονικά αντικείμενα (π.χ. θεατρικές και μουσικές σπουδές, σπουδές επιτέλεσης, ανθρωπολογία, ιστορία της τέχνης και της τεχνολογίας, σπουδές των μέσων μαζικής επικοινωνίας, λογοτεχνία), όσο και ανάμεσα στις τέχνες και τις επιστήμες.

Η σχέση των τεχνών με τις τεχνολογίες δεν είναι, βεβαίως, καινούρια. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις ρίζες της στον «από μηχανής θεό» του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, στην έννοια του συνολικού έργου τέχνης του Wagner, στους πειραματισμούς της Loïe Fuller στον χορό στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και στα αγάλματα του «Τριαδικού Μπαλέτου» του Μπαουχάους καλλιτέχνη Oskar Schlemmer τη δεκαετία του 1920. Οι ψηφιακές τέχνες φέρνουν σίγουρα νέους και μοναδικούς τρόπους και μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης και ταυτόχρονα συνεχίζουν και επεκτείνουν πρακτικές, πειραματισμούς και προβληματισμούς που έχουν τεθεί ήδη από τις αρχές του εικοστού αιώνα από καλλιτεχνικά κινήματα, όπως ο φουτουρισμός και ο κονστρουκτιβισμός, ο εξπρεσιονισμός, ο σουρεαλισμός, ο ντανταϊσμός και το Fluxus.     

Από τα πρώτα λόγια που διαβάζει κανείς σχετικά με το βιβλίο είναι η πρόσκληση να δημιουργήσουμε ως αναγνώστες/τριες μια νέα σχέση με τις ψηφιακές κουλτούρες. Γράφετε μάλιστα «να εμπλακούμε ενεργητικά στις διαδικασίες δημιουργίας και κατανόησης κόσμων πιο φιλικών για όλα τα πλάσματα που τους κατοικούν», μια φράση στα μάτια μου φιλόδοξη και συναρπαστική. Θέλετε να μοιραστείτε λίγες σκέψεις μαζί μας;

Όσο και αν «η τέχνη» και «η τεχνολογία», στον Δυτικό τουλάχιστον κόσμο, παρουσιάζονται ως πεδία όχι απλώς διακριτά, αλλά διαχωρισμένα από τις καθημερινές ζωές των ανθρώπων και συχνά αυτόνομα, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την εμπειρική πραγματικότητα. Οι τέχνες και οι τεχνολογίες συμπλέκονται τόσο πολύ μεταξύ τους, αλλά και με όλες τις διαστάσεις –οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, θρησκευτικές– της  ατομικής και συλλογικής ζωής, που είναι αδύνατο να τις οριοθετήσουμε με σαφήνεια. Αποτελούν μέρος της κουλτούρας, είναι κουλτούρα, με την έννοια ότι καθρεφτίζουν, αλλά και δημιουργούν την πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Οι ψηφιακές τέχνες αποτελούν, κατά την άποψή μου, ένα προνομιακό πεδίο, αφενός για να αναγνωρίσουμε, αφετέρου για να διερευνήσουμε, αυτές τις συμπλοκές. 

Όπως φαίνεται από τα κείμενα του τόμου, οι απόψεις και οι εμπειρίες όσων εμπλέκονται στις ψηφιακές τέχνες και συνεπώς στις σύγχρονες ψηφιακές κουλτούρες είναι πολλές, διαφορετικές και συχνά αντιφατικές. Αυτή η πολλαπλότητα και η αντιφατικότητα δεν επιτρέπει να οχυρωθούμε πίσω από ουτοπικές ή δυστοπικές στάσεις απέναντι στις ψηφιακές τεχνολογίες. Και οι δύο φανερώνουν μια βαθειά ριζωμένη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία οι τεχνολογίες λειτουργούν ερήμην της κοινωνίας και της κουλτούρας, και έχουν συνεπώς τη δύναμη είτε να σώσουν, είτε να καταστρέψουν τους ανθρώπους και τον πλανήτη. Οι ψηφιακές τέχνες, αντιθέτως, μας καλούν να ξανασκεφτούμε τη σχέση των ανθρώπων με το περιβάλλον τους («φυσικό» και «τεχνητό»), μια σχέση που παίζει καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε και αντιλαμβανόμαστε τους εαυτούς και τις εαυτές μας, τα όρια αυτών των εαυτών, τις άλλες οντότητες (έμβιες και μη) με τις οποίες μοιραζόμαστε τον κόσμο, καθώς και τις διαδικασίες πρόσκτησης της γνώσης (επιστημονικής και μη) αυτού του κόσμου. Μια τέτοια διεργασία έχει πολύ σοβαρές πολιτικές και ηθικές συνέπειες, καθώς μας απεγκλωβίζει από στατικές εικόνες του «ανθρώπου» και της «φύσης» του -οι οποίες ιστορικά έχουν αποκλείσει πολύ περισσότερους/ες απ’ όσους/ες έχουν συμπεριλάβει– και μας ενθαρρύνει να αναλάβουμε έναν πιο ενεργητικό ρόλο και άρα μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι σε εμάς και τους άλλους.

Έρχομαι τώρα στην ταξινόμηση που κάνετε στον τόμο. Ομαδοποιείτε τα κείμενα σε τρεις ενότητες: κυβερνητική, μεταμοντερνισμός, μετα-ανθρωπισμός. Μιλάμε για ένα εγχείρημα ιστορικοποίησης που έχει να κάνει με τα μέσα που παράγουν τη σχέση ψηφιακών τεχνολογιών και τέχνης ή για κάτι περισσότερο;

Πράγματι, τα κείμενα οργανώνονται σε τρία μέρη, μια επιλογή που σαφώς επηρεάζεται από τη σειρά εμφάνισης συγκεκριμένων τεχνολογιών στη σκηνή των ψηφιακών τεχνών και συγκεκριμένων ρευμάτων σκέψης στη σκηνή της μελέτης αυτών των τεχνών. Τη δεκαετία του 1960, για παράδειγμα, η δημιουργία των ζωγραφικών μηχανών Tinguely και των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών για τη σύνθεση ποιητικών και μουσικών έργων έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του διαλόγου ανάμεσα στις τέχνες και τις επιστήμες. Ωστόσο, την εποχή αυτή η κυβερνητική προσέφερε  στους καλλιτέχνες κάτι περισσότερο από απλώς μηχανές για να παίξουν –μολονότι η φράση «οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν πλάκα» ήταν κεντρικό σύνθημα της εμβληματικής έκθεσης «Cybernetic Serendipity», που οργάνωσε το 1968 το Ινστιτούτο Σύγχρονων Τεχνών του Λονδίνου. Αυτό που κυρίως τους προσέφερε ήταν ιδέες, όπως έλεγχος, πληροφορία, ανατροφοδότηση, σύστημα, οι οποίες τους έδωσαν τη δυνατότητα, αφενός να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη αντίληψη ότι υπάρχει αναγκαίος ανταγωνισμός ανάμεσα στην τέχνη και τις μηχανές (ή ανάμεσα στην τέχνη και την τεχνική ή τον τεχνίτη και τον καλλιτέχνη), αφετέρου να επεκτείνουν πειραματισμούς που αμφισβητούσαν (πολύ πριν την εμφάνιση του ηλεκτρονικού υπολογιστή) παλαιότερα καλλιτεχνικά υποδείγματα και περιστρέφονταν γύρω από έννοιες όπως είναι η διαδικασία, η διαδραστικότητα, η διάρκεια και η συμμετοχή του κοινού.

Η κυβερνητική, βεβαίως, δεν τελείωσε τη δεκαετία του 1960. Οι προβληματισμοί που έθεσε αξιοποιούνται ακόμη και σήμερα για τη δημιουργία, αλλά και για την καλύτερη κατανόηση έργων καλλιτεχνών, όπως είναι ο Stelarc, ο οποίος χρησιμοποιεί ρομποτικές επεκτάσεις του σώματος για να αναδείξει τη στενή σύνδεση και τη σταθερή σχέση των ανθρώπων με τις μηχανές, καθώς και τη διασταύρωση των ανθρώπινων σωμάτων με τις τεχνολογίες. Αυτές είναι εξερευνήσεις που επεκτείνει και ο μετανθρωπισμός, ο οποίος εμφανίζεται δυναμικά μετά τη δεκαετία του 1990, εποχή που καλλιτέχνες αξιοποιούν ποικίλα τεχνολογικά επιτεύγματα (π.χ. τηλερομποτική, βιοτεχνολογία) για να δουλέψουν με το ανθρώπινο, το βιολογικό και το μηχανικό. Στο πλαίσιο των φιλοσοφικών και πολιτικών προβληματισμών που θέτει ο μετανθρωπισμός, καλλιτέχνες και μελετητές διερευνούν όχι το τέλος του ανθρώπου, αλλά το τέλος του αυτόνομου ανθρωπιστικού υποκειμένου, ενός υποκειμένου που αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ένα εξαιρετικό και προνομιούχο είδος του κόσμου στον οποίο ζει, το οποίο ταυτόχρονα βρίσκεται έξω από αυτόν τον κόσμο και τον παρατηρεί.

Ο μετανθρωπισμός, επίσης, δεν έπεσε από τον ουρανό. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970, μια περίοδο που οι καλλιτέχνες εξερευνούσαν τις πολιτισμικές και καλλιτεχνικές δυνατότητες που δημιουργούσε η εξάπλωση του προσωπικού ηλεκτρονικού υπολογιστή και η παγκοσμιοποίηση του διαδικτύου. Στο πλαίσιο αυτών των εξερευνήσεων και υπό την επίδραση του μεταμοντερνισμού/μεταδομισμού,  οι καλλιτέχνες τότε, αλλά ακόμη και σήμερα, δεν ξεχνούν τις απανθρωπιστικές δυνατότητες αυτών των τεχνολογιών και τις σχέσεις εξουσίας που συνδέονται με την επιτήρηση και την αύξηση της εκμετάλλευσης παλαιών και νέων άλλων. 

Συμπερασματικά, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκ πρώτης όψεως τα κείμενα του τόμου οργανώνονται στη βάση μιας γραμμικής ιστορικής αφήγησης που αφορά την εμφάνιση τεχνολογιών και θεωριών που επηρεάζουν καταλυτικά τις πρακτικές και τις μελέτες των ψηφιακών τεχνών. Μια πιο προσεχτική μελέτη των κειμένων, ωστόσο, αναδεικνύει τις αντιφάσεις, την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα των διαδρομών –χρονικών, θεωρητικών, εμπειρικών– που έχουν χαραχτεί και συνεχίζουν να χαράσσονται, ανάμεσα στις τέχνες και τις τεχνολογίες.  

Το βιβλίο φιλοξενεί 22 κείμενα, τα περισσότερα από αυτά συζητούν τα επιχειρήματα τους αντλώντας από μια σειρά πάρα πολύ ενδιαφέροντα παραδείγματα έργων τέχνης. Και έρχομαι να ρωτήσω εγώ ως μη ειδικός, μαζικοποιείται ο χώρος παραγωγής έργων τέχνης με τη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας; Κι αν ναι έχει να κάνει με τη διαθεσιμότητα και την ευκολία των μέσων ή για μια νέα σχέση ευρύτερων ομάδων με την τέχνη;

Νομίζω και τα δύο. Σίγουρα η μεγαλύτερη πρσβασιμότητα και διαθεσιμότητα των ψηφιακών τεχνολογιών οδηγεί σε φαινόμενα μαζικοποίησης της τέχνης, αλλά παράλληλα αυξάνει και τον εκδημοκρατισμό της. Η κριτική της μαζικοποίησης της ψηφιακής τέχνης συνεχίζει, κατά την άποψή μου, τις αντίστοιχες κριτικές της δημοφιλούς κουλτούρας και των μέσων με τα οποία είναι ταυτισμένη. Αυτές οι κριτικές απαξιώνουν, συχνά δικαιολογημένα, τη δημοφιλή κουλτούρα, θεωρώντας ότι προάγει την εμπορευματοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής, την παθητικοποίηση του κοινού και τον αποπροσανατολισμό του από την ανάγκη αντίστασης στην κυρίαρχη ιδεολογία. Ταυτόχρονα, βεβαίως, μορφές της δημοφιλούς κουλτούρας αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν πεδία κοινωνικής αμφισβήτησης και πολιτικής αντίστασης, μέσα από την από τα κάτω διαμόρφωση του γούστου και εναλλακτικών κοινωνικών σχέσεων. Η ανάδυση του διαδικτύου, για παράδειγμα, ενίσχυσε την αμεσότητα της επαφής ανάμεσα σε μουσικούς και κοινά, με αποτέλεσμα να υποβαθμιστεί σημαντικά ο ρόλος των δισκογραφικών εταιρειών –κεντρικού παράγοντα της μουσικής βιομηχανίας στο πεδίο της δημοφιλούς μουσικής.

Αντίστοιχα, η ευκολία χρήσης των ψηφιακών τεχνολογιών οδηγεί σαφώς στην αύξηση του ελέγχου και της καθοδήγησης (κοινών και καλλιτεχνών), ταυτόχρονα, όμως, ενθαρρύνει τη συμμετοχή κοινού που ήταν αποκλεισμένο από παραδοσιακούς χώρους τέχνης, όπως τα μουσεία και οι γκαλερί, οι οποίοι αποτελούν θεσμούς/σύμβολα κύρους. Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά και, χωρίς να παραβλέπουμε γενικότερα ζητήματα πολιτικής οικονομίας, να μην αγνοούμε το ειδικότερο πλαίσιο της καθημερινής ζωής και των πραγματικών σχέσεων συγκεκριμένων ανθρώπων με συγκεκριμένες ψηφιακές τεχνολογίες και τέχνες.

Στο βιβλίο σας εξιστορείται μια μακρά σχέση της τέχνης με τις ψηφιακές τεχνολογίες. Ήθελα να σας ρωτήσω ωστόσο για το αν υφίσταται αντίρροπη κίνηση από φορείς που έχουν στα χέρια τους την εξουσία γύρω από την διάδοση, την έκθεση, την επιμέλεια της τέχνης σήμερα; Υφίσταται καχυποψία, τεχνοφοβία ακόμα και αποστασιοποίηση από τη σχέση αυτή;

Πριν από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 τα έργα ψηφιακών τεχνών φιλοξενούνταν κυρίως σε διάφορα φεστιβάλ. Θεσμοί, όπως μουσεία και γκαλερί, που παραδοσιακά συνδέονται με τη συντήρηση, την έκθεση, και την επιμέλεια της τέχνης, υιοθετούσαν σε μεγάλο βαθμό την άποψη ότι τα έργα τέχνης που βασίζονται στην τεχνολογία δεν θα μπορέσουν ποτέ να αντικαταστήσουν την «πραγματική» τέχνη, όπως είναι η ζωγραφική και η γλυπτική. Προφανώς επρόκειτο για μια τεχνοφοβική στάση απέναντι στις ψηφιακές τέχνες ή τις τέχνες των νέων μέσων, όπως συχνά τις αποκαλούσαν, η οποία σε κάποιο βαθμό εξακολουθεί να υπάρχει ακόμη και σήμερα. Από τη δεκαετία του 2000 κι έπειτα, ωστόσο, οι ψηφιακές τέχνες εισέρχονται όλο και περισσότερο στους παραδοσιακούς χώρους τέχνης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θέτουν πολλές προκλήσεις: τόσο όσον αφορά τις ιδιαίτερες υποδομές και το κόστος που απαιτούν τέτοιου είδους εκθέσεις, όσο και τον παραδοσιακό ρόλο αυτών των θεσμών. Η μεγαλύτερη προσβασιμότητα πολλών μορφών ψηφιακής τέχνης, αλλά και η ανάπτυξη πιο συνεργατικών μοντέλων καλλιτεχνικής παραγωγής και παρουσίασης, σίγουρα αποτελούν απειλή για το κύρος μουσείων και γκαλερί ως χώρων παρατήρησης και περιεργασίας «ιερών» αντικειμένων. Ταυτόχρονα, ως μέρος των ευρύτερων ψηφιακών κουλτουρών, αυτοί οι χώροι ακόμη και αν δεν φιλοξενούν έργα ψηφιακής τέχνης, είναι σχεδόν αδύνατον να μην αποκτήσουν ψηφιακές ταυτότητες και να μην προσαρμοστούν στις ψηφιακές συνήθειες των επισκεπτών/ριών, οι οποίοι/ες συνήθως περνούν την πόρτα του μουσείου κρατώντας ένα έξυπνο τηλέφωνο στο χέρι.        

Και μια τελευταία και προσωπική ερώτηση. Πως είναι να διδάσκεις επιτελεστικές τέχνες στο ελληνικό πανεπιστήμιο σήμερα; Το ρωτώ έχοντας υπόψη την τάση περιθωριοποίησης μιας σειράς κλάδων και εν γένει της υποτίμησης των λεγόμενων ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών.

Είναι δεδομένο πλέον ότι οι ανθρωπιστικές επιστήμες και ορισμένοι κλάδοι των κοινωνικών επιστημών, υφίστανται σοβαρές πιέσεις τα τελευταία χρόνια, οι οποίες οδηγούν στη διαρκή αύξηση της περιθωριοποίησης και απαξίωσής τους. Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε άμεσα από την εξαφάνιση μαθημάτων, αλλά και ολόκληρων τμημάτων από τα πανεπιστήμια, ήδη από τη δεκαετία του 1980, εποχή επιτάχυνσης της παγκοσμιοποίησης και ευρείας ανόδου του νεοφιλελευθερισμού. Έμμεσα, μπορούμε, επίσης, να το διαπιστώσουμε από τον διαρκή περιορισμό των ερωτημάτων και των θεμάτων με τα οποία αυτά τα αντικείμενα ασχολούνται. Οι τέχνες σαφώς και δεν θεωρούνται ζωτικής σημασίας πεδίο μελέτης, αλλά ούτε και κοινωνικής/πολιτισμικής πρακτικής, όπως ξεκάθαρα διαπιστώνουμε με κάθε ευκαιρία, ιδίως το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας. Η επίσημη περιφρόνηση και των τεχνών και των επιστημών των τεχνών αντανακλά, κατά τη γνώμη μου, μια ισχυρή τάση συρρίκνωσης των δυνατοτήτων και για κριτική σκέψη πάνω στις πολλαπλές σύγχρονες κρίσεις, αλλά και για αυτοσχεδιασμό και πειραματισμό πάνω σε νέες και εναλλακτικές μορφές κοινωνικής δράσης. 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Αυτό το βιβλίο είναι μια συλλογή εμβληματικών κειμένων που αφορούν τη σχέση των ψηφιακών τεχνολογιών με τις τέχνες από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα. Έχει στόχο να φέρει σε επαφή τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες με τα χαρακτηριστικά των ψηφιακών τεχνών, αλλά και με τις πρακτικές, τις αισθητικές και τις πολιτικές διαστάσεις τους στο πλαίσιο συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτισμικών συμφραζομένων.

Τα κείμενα, τα οποία οργανώνονται σε τρία μέρη (κυβερνητική, μεταμοντερνισμός, μετανθρωπισμός), δείχνουν την ποικιλία των προβληματισμών που έχουν αναπτυχθεί γύρω από τις ψηφιακές τέχνες από τη σκοπιά γνωστικών αντικειμένων όπως οι επιτελεστικές, θεατρικές και μουσικές σπουδές, η ανθρωπολογία, η ιστορία της τέχνης και της τεχνολογίας, οι σπουδές των μέσων μαζικής επικοινωνίας και η λογοτεχνία. Οι συγγραφείς, οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν πλούσιο και σημαντικό καλλιτεχνικό έργο κυρίως στα πεδία των επιτελεστικών τεχνών (π.χ. μουσική, χορός, θέατρο, performance art), αλλά και της video art, του animation, του κινηματογράφου, κ.ά., χαράσσουν πολύπλοκες διαδρομές, τόσο ανάμεσα σε διαφορετικά –με βάση παραδοσιακές ταξινομήσεις– καλλιτεχνικά είδη και επιστημονικά πεδία, όσο και ανάμεσα στις τέχνες και τις επιστήμες.

Σε μια εποχή που το ψηφιακό έχει γίνει κανονικό, δηλαδή αποτελεί πλέον οργανικό μέρος της καθημερινής ζωής πολλών ανθρώπων, αυτό το βιβλίο προτείνει να υπερβούμε ουτοπικές και δυστοπικές προσεγγίσεις των ευρύτερων ψηφιακών κουλτούρων και να εμπλακούμε ενεργητικά στις διαδικασίες δημιουργίας και κατανόησης κόσμων πιο φιλικών για όλα τα πλάσματα που τους κατοικούν.

Ποια είναι η Βασιλική Λαλιώτη

Η Βασιλική Λαλιώτη σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές κοινωνικής ανθρωπολογίας στο University of Durham από όπου και έλαβε το διδακτορικό της με θέμα: «Social memory and ethnic identity: ancient Greek drama performances as commemorative ceremonies». Σήμερα είναι Μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια (Ανθρωπολογία της Επιτέλεσης) στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια συζητά, διαβάζει και γράφει κυρίως για θέματα που αφορούν τη σχέση των επιτελεστικών τεχνών με τις ψηφιακές τεχνολογίες. Κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία της: Ψηφιακές τεχνολογίες και τέχνες (2022, Ροπή),  «Το σάουντρακ της ζωής μας». Σύγχρονα θέματα στη μελέτη της δημοφιλούς μουσικής (2016, Παπαζήσης), και «…γιατί κυλά στο αίμα μας». Από το αρχαίο δράμα στο φλαμένκο: Επιστρέφοντας την ανθρωπολογία στο πεδίο της εμπειρίας (2010, Κριτική).

Βιογραφικά συγγραφέων

Η Christiane Paul: Είναι επικεφαλής επιμελήτρια/διευθύντρια του Sheila C. Johnson Design Center στο Parsons School of Design και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο School of Media Studies στο The New School, και Adjunct Curator of New Media Arts στο Whitney Museum of American Art στο Νέα Υόρκη.

Ο Michael J. Apter: Ο Michael J. Apter είναι ψυχολόγος που γεννήθηκε στην Αγγλία και μεγάλωσε στο Μπρίστολ. Σπούδασε στο Clifton College και στο Bristol University όπου απέκτησε το πτυχίο Bachelor of Science και το διδακτορικό του στην Ψυχολογία το 1965, έχοντας επίσης ένα διδακτορικό έτος στο Princeton University.

Ο Roy Ascott: Ο Ρόι Άσκοτ είναι Βρετανός καλλιτέχνης, δουλεύει με την κυβερνητική και την τηλεματική, πάνω σε μια τέχνη που βασίζεται στην επίδραση των ψηφιακών και των τηλεπικοινωνιακών δικτύων πάνω στην συνείδηση. Ο Άσκοτ συνεργάζεται στο Arts Council της Αγγλίας.

Η Christina Dunbar-Hester: Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στη Σχολή Επικοινωνίας και Δημοσιογραφίας Annenberg του Πανεπιστημίου της Νότιας Καλιφόρνια. Είναι κάτοχος Ph.D. από το Cornell University in Science & Technology Studies.

Ο Rainer Usselmann: Είναι φωτογράφος διαφήμισης στη Γερμανία, σπούδασε Φωτογραφία στο Bournemouth και έχει μεταπτυχιακό στην Ιστορία της Τέχνης.

Patrick Lichty: Είναι εννοιολογικός καλλιτέχνης, ακτιβιστής και επιμελητής. Σήμερα είναι καθηγητής Creative Digital Media στο κρατικό πανεπιστήμιο Winona.

Ο Steve Dixon: Ο καθηγητής Steve Dixon μετά από μια επιτυχημένη καριέρα ως ηθοποιός και βραβευμένος σκηνοθέτης παραγωγών ταινιών και ψηφιακών μέσων, ο Steve έγινε ακαδημαϊκός το 1991. Γρήγορα δημιούργησε διεθνή φήμη για την έρευνά του στη χρήση των μέσων και των τεχνολογιών υπολογιστών στις τέχνες του θεάματος.

Ο Δρ. Matthew Causey. Είναι επί του παρόντος Επικεφαλής της Σχολής Δημιουργικών Τεχνών στο TCD. Είναι Καθηγητής Δράματος, Συνεργάτης Κολλεγίου και Διευθυντής του Εργαστηρίου Έρευνας Τεχνολογίας Τεχνών.

Η Donna J. Cox. Είναι Αμερικανίδα καλλιτέχνης και επιστήμονας, Michael Aiken Endowed Chair. Καθηγητής Τέχνης + Σχεδιασμού; Διευθυντής, Advanced Visualization Lab στο Πανεπιστήμιο του Illinois στην Urbana-Champaign.

Ο Richard Arthur Grusin. Είναι ένας Αμερικανός  ακαδημαϊκός μελετητής και συγγραφέας. Ο Grusin είναι καθηγητής Αγγλικών στο Πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν – Μιλγουόκι.

Η Margot Lovejoy. Ήταν ψηφιακός καλλιτέχνης και ιστορικός της τέχνης και της τεχνολογίας. Ήταν Καθηγητής Emerita Εικαστικών Τεχνών στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Purchase.

Η Diane Gromala, PhD, είναι Τακτική Καθηγήτρια στη Σχολή Διαδραστικών Τεχνών και Τεχνολογίας (SIAT). Σχεδιάζει και κατασκευάζει καινοτόμες διαδραστικές τεχνολογίες υγείας. που καλύπτουν την τεχνολογία (σχεδιασμός, HCI και μηχανική) και την υγεία (ερευνητές, κλινικούς γιατρούς και ασθενείς.

Ο Yacov Sharir. Είναι χορογράφος, χορευτής, τεχνολόγος και καινοτόμος. Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Θεάτρου και Χορού στο Πανεπιστήμιο του Τέξας-Όστιν και Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Sharir Dance Company με έδρα το Όστιν.

Ο Mark Poster Ήταν ομότιμος καθηγητής Ιστορίας και Μελετών Κινηματογράφου και Μέσων στο UC Irvine, όπου δίδαξε επίσης στην Έμφαση της Κριτικής Θεωρίας.

Ο Ihab Habib Hassan. Ήταν Αμερικανός λογοτέχνης και συγγραφέας.

Η Susan Broadhurst. Είναι επαγγελματίας καλλιτέχνης, συγγραφέας και ακαδημαϊκός. Είναι καθηγήτρια  απόδοσης και τεχνολογίας και επίτιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Brunel του Λονδίνου.

Ο Guillermo Gómez-Peña. Είναι καλλιτέχνης, συγγραφέας, ακτιβιστής και εκπαιδευτικός του Μεξικού / Chicano. Και διευθυντής της διακρατικής συλλογικότητας τεχνών La Pocha Nostra.

Η Niamh Thornton (University of Liverpool). Είναι ειδικός στις Λατινοαμερικανικές Σπουδές με ιδιαίτερη έμφαση στον μεξικανικό κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και τον ψηφιακό πολιτισμό.

O Eduardo Kac. Είναι ένας Αμερικανός σύγχρονος καλλιτέχνης του οποίου τα έργα τέχνης καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα πρακτικών, συμπεριλαμβανομένων της περφόρμανς, της ποίησης, της ολογραφίας, της διαδραστικής τέχνης, της τηλεματικής και της διαγονιδιακής τέχνης.

Ο Ralf Remshardt. Είναι καθηγητής Θεάτρου στο  University of Florida. Είναι έμπειρος μελετητής, σκηνοθέτης, μεταφραστής και δραματουργός.

2024 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)