to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

8:56 | 26.07.2019

Κοινωνία

Ύπαρξη και Χρόνος

Φωτογραφία-κείμενο: Άγγελος Καλοδούκας


Βρίσκομαι στο σπίτι μου στην Καλλιθέα και έχω πάρει τηλέφωνο στα Καλάβρυτα:

- Καλημέρα σας, Καλλιμανοπούλειο Γηροκομείο Καλαβρύτων; Ωραία. Λέγομαι Άγγελος Καλοδούκας και θα ήθελα να ενημερωθώ για την κατάσταση της υγείας της μητέρας μου.

- Μια στιγμή, να φωνάξω την προϊσταμένη.

Μικρή παύση.

- Παρακαλώ;

- Ήθελα να ρωτήσω για την κατάσταση της μητέρας μου Κωνσταντίνας Καλοδούκα.

- Κοιτάξτε, όπως γνωρίζετε έχει σοβαρό κινητικό πρόβλημα, με το ζόρι μπορεί να σταθεί καθιστή στο κρεβάτι. Έχουμε βάλει καθετήρα για να μην μολύνεται η περιοχή, καταλαβαίνετε.

- Το αντιλαμβάνομαι. Επειδή η μητέρα μου είναι πολύ ζωντανός άνθρωπος, υπερκινητική, δεν υπάρχει κανείς να την σηκώνει από το κρεβάτι έστω και για λίγο;

- Έρχεται δυο φορές τη βδομάδα ένας φυσιοθεραπευτής και της κάνει κάποιες ασκήσεις. Όχι για πολύ ώρα, έχει να κοιτάξει και τις άλλες κυρίες εδώ.

- Γενικά, πώς είναι η υγεία της;

- Για έναν άνθρωπο 95 χρονών σχετικά καλά. Απλά κάποιες μέρες δεν έχει επικοινωνία με τις νοσοκόμες. Κοιτάζει το ταβάνι και δεν ανταποκρίνεται στις ερωτήσεις τους. Κάποιες άλλες μέρες είναι καλύτερη η επικοινωνία. Λέει κάποιες κουβέντες.

- Γίνεται να μιλήσω στην μητέρα μου;

- Βεβαίως, ένα λεπτό.

Μικρή παύση. Ακούγεται η προϊσταμένη να δίνει το τηλέφωνο στη μητέρα μου.

- Έλα μάνα, ο Άγγελος είμαι, τι κάνεις;

Ακούγεται κάτι ακατάληπτο. Μετά από λίγο.

- Άγγελε εσύ είσαι;

- Ναι μάνα, εγώ.

- Πότε θα έρθεις να με πάρεις από δω;

- Δεν γίνεται ρε μάνα. Πρέπει να μείνεις εκεί για κάποιο διάστημα μέχρι να δυναμώσεις. Μετά θα γυρίσεις πίσω.

Ακούγεται ξανά κάτι ακατάληπτο. Συνεχίζω:

- Θα έρθω να σε επισκεφτώ σε κάποιες μέρες, τώρα δεν μπορώ, τρέχω συνέχεια για δημοσιογραφικές δουλειές. Έχει εκλογές, θυμάσαι;

Η μητέρα μου κάτι μουρμουρίζει, κάτι σαν «δεν μπορώ τώρα να σου μιλήσω». Ακούγεται η φωνή της προϊσταμένης:

- Εντάξει κύριε Καλοδούκα, αφήστε την τώρα να ξεκουραστεί.

- Ευχαριστώ πολύ.

- Τίποτα. Τη δουλειά μας κάνουμε.

Η μητέρα μου γεννήθηκε το 1924 σε ένα χωριό, τα Φλάμπουρα, λίγα χιλιόμετρα έξω από τα Καλάβρυτα. Ήταν το νεότερο μέλος μιας πάμπτωχης οκταμελούς αγροτικής οικογένειας. Ζωή για τη μάνα μου σήμαινε σκληρή δουλειά στα χωράφια χειμώνα-καλοκαίρι. Ο πατέρας της κλασσικός πατέρας-αφέντης. Ξύπναγε την οικογένειά του από τα χαράματα, συχνά με φωνές και βίαια, να πάνε για δουλειά. Η μάνα μου τον θυμόταν να είναι καβάλα στον γάιδαρο και η οικογένεια φορτωμένη να ακολουθεί από πίσω.

Η οικογένεια είχε πολύ περιορισμένους οικονομικούς πόρους και για αυτό το λόγο τη μια αδελφή της μάνας μου, την Χριστίνα, ο πατέρας της την έστειλε να δουλέψει παραδουλεύτρα στο σπίτι πλουσίων Ελλήνων στην Αίγυπτο. Όταν η μητέρα μου ήταν γύρω στα 10 χρόνια της, την έστειλε και αυτήν υπηρέτρια σε σπίτι στο Λουτράκι. Η μάνα μου, μου περιέγραφε.

- Για πρώτη φορά έφαγα λευκό ψωμί εκεί και όχι μπομπότα. Μου άρεσε πολύ στο Λουτράκι, δεν σηκωνόμουν από τα άγρια χαράματα, έκανα μόνο τις δουλειές του σπιτιού, μου φερόντουσαν ανθρώπινα.

Το διάλειμμα δεν διάρκεσε για πολύ. Ο πατέρας της αποφάσισε ότι χρειαζόταν περισσότερα εργατικά χέρια στα χωράφια του και έστειλε μετά μερικούς μήνες τον μεγαλύτερο αδελφό της να την φέρει πίσω στα Φλάμπουρα. Η μάνα μου αντέδρασε, δεν ήθελε με τίποτα να επιστρέψει, κλείστηκε στο πατάρι του σπιτιού. Όταν οι εργοδότες της μάνας μου προσπάθησαν να μεταπείσουν τον αδελφό της, εκείνος απείλησε να φωνάξει την αστυνομία. Την πήρε, γύρισε στη σκληρή δουλειά στα χωράφια και θυμόταν:

- Πολύ συχνά δούλευα και μουρμούριζα. Ανάθεμα την τύχη μου!

Μετά ήρθε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η κατοχή και η πείνα. Το χειρότερο ήταν η εκτέλεση από τους Γερμανούς του αδελφού της Γιώργου στο Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων στις 13 Δεκεμβρίου του 1943. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν με ριπές πολυβόλων περίπου 500 άτομα, εξολοθρεύοντας τον ανδρικό πληθυσμό της πόλης. Η μάνα μου συχνά θυμόταν ότι τρεις μέρες αργότερα η μητέρα της με τον αδελφό της ανέβηκαν στον λόφο της σφαγής και αναζητούσαν το πτώμα του εκτελεσμένου αδελφού της. Μάταιος κόπος:

- Παντού ήταν διασκορπισμένα ανθρώπινα σώματα μέσα στο χιόνι και τις λάσπες. Ήταν και τα ζώα που έτρωγαν τα σώματα των νεκρών. Τι να κάνουν τα καημένα; Και αυτά πείναγαν όπως και εμείς. Δεν βρήκαμε ποτέ τον αδελφό μου.

Η μάνα της μοιρολογούσε και έκλαιγε καθημερινά. Ο πατέρας της φώναζε:

- Μωρή, θα μας μουρλάνεις; Σταμάτα!

Τελικά η μητέρα της μάνας μου θα πεθάνει από καρκίνο λίγα χρόνια αργότερα:

- Από τη στεναχώρια της. Δεν μπόρεσε ποτέ να το ξεπεράσει.

Μου έλεγε η μάνα μου.

Τα χρόνια πέρασαν και κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ο πατέρας της έστειλε επιστολή στην άλλη του κόρη στην Αίγυπτο, τη Χριστίνα, να πάρει την αδελφή της εκεί μπας και της βρει γαμπρό να την παντρέψει. Τα οικονομικά της οικογένειας ήταν χάλια. Πράγματι, η μάνα μου θα πάει στην Αίγυπτο και θα αρχίσει μια μικρή περίοδος καθαρής ευτυχίας για τη μάνα μου. Για δεύτερη φορά, μετά το Λουτράκι, θα φάει καλό φαγητό, θα ντυθεί με ωραία ρούχα, θα βρει αγάπη από την αδελφή της και από τον άνδρα που είχε παντρευτεί την Χριστίνα, τον Μανώλη.

Η Χριστίνα από τη στιγμή που φτάνει η μάνα μου στην Αίγυπτο, ψάχνει εντατικά να της βρει γαμπρό. Με τα πολλά, βρίσκει τον πατέρα μου τον Απόστολο, εργάτη τορναδόρο εφαρμοστή στο ναυπηγείο που βρισκόταν πάνω στη Διώρυγα του Σουέζ. Στην αρχή ο πατέρας μου έκανε το δύσκολο.

- Φτωχός εγώ, φτωχή και αυτή, πώς θα κάνουμε οικογένεια;

Στο τέλος πείστηκε να την παντρευτεί λίγο γιατί του άρεσε, λίγο γιατί ήταν μεγάλος για την εποχή εκείνη, είχε πατήσει τα 40, θα γινόταν γεροντοπαλλήκαρο αν συνέχιζε να είναι χωρίς γυναίκα. Η μάνα μου ήταν τότε 25 χρονών. Παντρεύτηκαν, η μάνα μου έκανε μια αποβολή, αλλά μετά κατάφερε να κάνει δυο παιδιά. Εμένα και τον αδελφό μου, έξη χρόνια μεγαλύτερό μου. Ωστόσο, από την αρχή του γάμου της μάνας μου εμφανίστηκε μια φριχτή πλευρά του χαρακτήρα του πατέρα μου. Παθολογική ζήλια. Όταν πήγαιναν έξω σε κάποιο μαγαζί για διασκέδαση με την Χριστίνα και τον Μανώλη, η μάνα μου δεν τολμούσε να κοιτάξει γύρω της.

- Μου έλεγε: σε είδα! Κοίταζες εκείνον τον άνδρα! Δεν τολμούσα να κοιτάξω πουθενά. Έμαθα, όταν ήμασταν μαζί έξω, να έχω τα μάτια μου χαμηλά, να κοιτάζω κάτω, στο έδαφος.

Η παθολογική ζήλια οδήγησε τον πατέρα μου να απαιτεί να έχει τα παράφυλλα στα παράθυρα του σπιτιού τους διαρκώς κλειστά για να μην βλέπει έξω «άλλους άνδρες». Κάποια στιγμή μάλιστα κάρφωσε τα παράθυρα!

- Μου έκανε τη ζωή μαρτύριο. Έκλαιγα μερόνυχτα. Έλεγα: «τι του έκανα θεούλη μου και με βασανίζει έτσι; Δεν έχω κοιτάξει άλλον άνδρα στη ζωή μου». Ο Απόστολος συνέχιζε τα ίδια και τα ίδια. Κάθε μέρα, όλες τις ώρες. Στο τέλος έσπασαν τελείως τα νεύρα μου. Έκλαιγα συνεχώς, πήγα στο σπίτι της Χριστίνας έμεινα εκεί για μήνες και δεν ήθελα να ξαναδώ τον Απόστολο, αλλά ούτε και εσάς, τα παιδιά.

Κατέληξε σε ψυχίατρο που της έδωσε χάπια για να συνέλθει. Ο πατέρας μου σοκαρισμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων αναζητούσε τη λύση σε συγγενείς και στον Θεό με προσευχές και τάματα.

- Με τα πολλά, μετά από μήνες, συνήλθα και γύρισα στον πατέρα σου. Ήσασταν μικρά, τι να κάνω; Για τα παιδιά μου γύρισα. Ο πατέρας σου ήταν νευρικός άνθρωπος, τσακωνόταν με το παραμικρό με τους άλλους. «Τον μπήξε, τον δείξε, τον κερατά, τι μου έκανε», έλεγε συχνά για κάποιον από τους γύρω του. Έκανα τη χαζή, δε μίλαγα. Είχα παιδιά. Οικογένεια. Η γυναίκα πρέπει να είναι υπό. Διαφορετικά διαλύεται η οικογένεια.

- Τώρα μάνα, που πέρασαν τα χρόνια, τι έχεις να πεις για τον πατέρα μου; Μετανιώνεις που τον παντρεύτηκες;

- Όχι! Έκανα οικογένεια, παιδιά. Ο πατέρας σου δεν ήταν κακός, ο συχωρεμένος. Καλός άνθρωπος ήταν. Μόνο νευρικός και ζηλιάρης. Όλα τα λεφτά που έβγαζε μου τα έδινε στο χέρι, εγώ έκανα το οικονομικό κουμάντο. Μου έλεγε: «Εσύ Ντίνα είσαι καλύτερη από εμένα, πιο καπάτσα με τα λεφτά. Κάνε τα ότι νομίζεις!». Καλός άνθρωπος ήτανε! Και αγαπούσε πολύ εσάς, τα παιδιά του. Θυσία γινόταν για εσάς. Ο Θεός να τον έχει συχωρεμένο! Όχι, όχι, δεν έχω παράπονο. Μόνο η ζήλια.

Στην οικογενειακή ιστορία, ακολούθησε το πραξικόπημα του Νάσερ στην Αίγυπτο το 1952 και οι γονείς μου αναγκάστηκαν, όπως η πλειοψηφία των Ελλήνων Αιγυπτιωτών, να φύγουν από τη χώρα το 1965 και να εγκατασταθούν στην Ελλάδα, στην Αθήνα. Ο πατέρας μου αρχικά δούλεψε στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά για λίγο, αλλά ήταν μεγάλος σε ηλικία και η σκληρή δουλειά του εργάτη πέραν των δυνάμεών του. Αγόρασαν, με τις σφικτές οικονομίες μια ζωής χάρης στη μάνα μου, ένα θυρωρείο στους Αμπελόκηπους. Στο συμβόλαιο για το θυρωρείο συμπεριλαμβανόταν ένα πολύ μικρό διαμέρισμα στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Με το ζόρι χωρούσαμε τέσσερα άτομα. Θυμάμαι, στο μισό διαμέρισμα το ταβάνι ήταν τόσο χαμηλό σε σημείο που να χρειάζεται να περπατάμε σκυφτοί.

Οι γονείς μου δούλεψαν και οι δυο τους πολύ σκληρά τα επόμενα χρόνια. Καθάριζαν τις σκάλες της πενταόροφης πολυκατοικίας, πέταγαν τα σκουπίδια των ενοίκων, πέρναγαν ατελείωτες ώρες στο μικρό θυρωρείο της εισόδου. Η μάνα μου, ως νεότερη και με περισσότερες δυνάμεις, για να συμπληρωθούν τα εισοδήματα της οικογένειας δούλευε ταυτόχρονα παραδουλεύτρα σε σπίτια της πολυκατοικίας.

- Κάθε πρωί καθαρίζαμε τις σκάλες με τον πατέρα σου και μετά πήγαινα στα σπίτια. Σκληρή δουλειά, για πολλές ώρες την ημέρα. Κάποιες νοικοκυρές μου έδιναν σε τάπερ υπολείμματα από το οικογενειακό τους φαγητό. Μερικές με πολύ προσβλητικό τρόπο. Τα έπαιρνα και δεν έλεγα τίποτα. Τι να έκανα; Είχα οικογένεια να θρέψω. Οικονομία, οικονομία, οικονομία! Δεν πηγαίναμε πουθενά με τον Απόστολο. Ούτε θέατρα, ούτε σινεμά, ούτε πουθενά. Μόνο σε συγγενείς. Ήθελα να μαζέψω χρήματα να αγοράσουμε ένα σπίτι, να βάλουμε το κεφάλι μας κάτω από μια στέγη. Να μην υποφέρουν τα παιδιά μου.

Η Κωνσταντίνα, η μάνα μου η Ντίνα, και ο πατέρας μου, ο Απόστολος, τα κατάφεραν. Αγόρασαν ένα άλλο μεγαλύτερο διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία, και αυτό στο υπόγειο. Οι συνθήκες δεν ήταν και οι καλύτερες. Όταν τα αυτοκίνητα πάρκαραν στο πεζοδρόμιο δίπλα στο παράθυρο του υπογείου, το σπίτι πνιγόταν στα καυσαέρια το καλοκαίρι αν το παράθυρο ήταν ανοιχτό.

Τα χρόνια πέρναγαν ώσπου ήρθε ένα επεισόδιο να αλλάξει την οικογενειακή ιστορία. Στο θυρωρείο των Αμπελοκήπων ένας ιδιοκτήτης έβρισε χυδαία τον πατέρα μου γιατί θεώρησε ότι άργησε να κατεβάσει τα σκουπίδια του σπιτιού του. Και όχι μόνο αυτό. Την επόμενη μέρα χειροδίκησε εναντίον του. Τον άρχισε στα χαστούκια, τις σπρωξιές, τον έριξε κάτω. Ο πατέρας μου ήταν ένα πρόβατο. Κάθισε και τις έφαγε κλαίγοντας και φωνάζοντας. Το απόγευμα που γύρισε ο αδελφός μου ο Γιώργος από το σχολείο του, άρχισε να κτυπά το κουδούνι στο διαμέρισμα του ιδιοκτήτη που έδειρε τον πατέρας μου και να του φωνάζει.

- Έβγα έξω ρε πούστη να σε μάθω εγώ να κτυπάς τον πατέρα μου.

Μετά από αυτό το γεγονός, ο πατέρας μου φοβόταν και δεν μπορούσε να εργάζεται άλλο στο θυρωρείο. Άρχισε ξανά να δουλεύει για λίγα χρόνια σαν αποθηκάριος στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Η μάνα μου τότε τον έπεισε με τα λεφτά που είχαν μαζέψει με χίλια βάσανα και με τα λεφτά από την πώληση του υπόγειου στους Αμπελόκηπους να αγοράσουν ένα νέο σπίτι στην Καλλιθέα στον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας.

- Του είπα του πατέρα σου. Τι θα γίνει: «τα παιδιά και εμείς θα περάσουμε την υπόλοιπη ζωή μας σε υπόγειο να αναπνέουμε καυσαέρια;». Απόστολε, πρέπει να πάρουμε ένα διαμέρισμα πιο ψηλά.

Έτσι φύγαμε από τα υπόγεια το 1971. Αλλά η μετάβαση δεν ήταν εύκολη. Είχαν μείνει χωρίς καθόλου λεφτά μετά την αγορά του νέου διαμερίσματος. Αποφάσισαν να μείνουν στο καινούργιο διαμέρισμα ενώ ήταν ακόμα γιαπί, κτιζόταν ακόμα η πολυκατοικία. Ήταν χειμώνας, οι πόρτες του διαμερίσματος έκλειναν πρόχειρα, ζεσταινόντουσαν με μια σόμπα. Ο πατέρας μου ξύπναγε να πάει για δουλειά στις 4:30 το πρωί και η μάνα μου λίγο αργότερα για να πάει να δουλέψει σε σπίτια υπηρέτρια-παραδουλεύτρα. Στους μήνες που ακόμα κτιζόταν η πολυκατοικία, εγώ πήγα να μείνω στο σπίτι της αδελφής του πατέρα μου σε διαμέρισμα στον Άγιο Παντελεήμονα, και ο αδελφός μου στο σπίτι της αδελφής της μητέρας μου στα Καλάβρυτα.

Ο πατέρας μου ήταν πια 61 χρονών. Μέχρι να πάρει σύνταξη στα 65 είχε 4 χρόνια ακόμα. Δεν άντεξε τη δουλειά στον Σκαραμαγκά και δούλεψε σε κάποιες δουλειές από δω και από κει σε πολύ κακές συνθήκες. Στο τέλος, πήρε με τα χίλια βάσανα σύνταξη το 1977. Οι κακουχίες της ζωής, το γεγονός ότι δούλευε σαν το σκυλί από τα 12 χρόνια του εργάτης (ήταν γεννηθείς το 1912), είχαν επίδραση στην ψυχολογία του. Ήταν ηττοπαθής και φοβισμένος άνθρωπος. Συχνά, όταν του περιέγραφα δυσκολίες ή τσαμπουκάδες που έκανα με αφεντικά μου σε δουλειές, μου έλεγε.

- Μάθε παιδί μου Άγγελε ένα πράγμα. Ποτέ δεν χτυπάμε το μαχαίρι με τη γροθιά μας! Υπομονή, σκύβε το κεφάλι. Ο υπό, πότε δεν χάνει! Αυτός ο κόσμος έτσι είναι και ποτέ δεν θα αλλάξει.

Η μητέρα μου συνέχισε να δουλεύει παραδουλεύτρα σε σπίτια για χρόνια αφ’ ότου ο πατέρας μου πήρε σύνταξη. Μέχρι το 1985 συνέχισε να δουλεύει, δηλαδή μέχρι τα 61 χρόνια της. Σταμάτησε να δουλεύει γιατί δεν μπορούσε. Είχε πάθει από τα απορρυπαντικά που χρησιμοποιούσε σαν παραδουλεύτρα έκζεμα στα πόδια και έτρεχαν αίματα από τις πατούσες της. Συνέχιζε τη σκληρή οικονομία εξοικονομώντας από όπου μπορούσε. Με αυτά τα λεφτά αγόρασε ένα ακόμα σπίτι στην Καλλιθέα, 700-800 μέτρα από το δικό της το 1992. Το έγραψε στο όνομά μου. Ήθελαν, αυτή και ο πατέρας μου, να βάλουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου, όπως μου έλεγαν :

- Πριν κλείσουμε τα μάτια μας, να σε εξασφαλίσουμε. Δεν έχεις κάνει οικογένεια, ούτε καλή δουλειά έχεις, φοβόμαστε για σένα. Είσαι ολόκληρη η ζωή μας. Εσύ και ο αδελφός σου. Περισσότερο εσύ.

Ο πατέρας μου πέθανε πλήρης ημερών στα 98 χρόνια του, το 2010. Τον κηδέψαμε εγώ, η μάνα μου και ο αδελφός μου, στο νεκροταφείο στα Φλάμπουρα σε τάφο που είχαν αγοράσει πολλά χρόνια πριν για να τους θάψουν, όταν πεθάνουν, αυτός και η μάνα μου.

- Δεν θέλουμε εγώ και ο πατέρας σας να ξοδέψετε ούτε φράγκο για μας, ποτέ σας. Να φύγουμε από αυτόν τον κόσμο χωρίς να σας επιβαρύνουμε.

Η ζωή επιφύλασσε στη μάνα μου ένα τελευταίο χτύπημα για δώρο. Ο αδελφός μου, ο Γιώργος, έπαθε καρκίνο του πνεύμονα και πέθανε στα 62 του χρόνια όταν η μάνα μου ήταν 88. Δυο χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα μου, το 2012. Όταν αρρώστησε ο αδελφός μου το αποκρύψαμε από τη μάνα μου. Έλειωνε ο Γιώργος μέρα με την μέρα. Τον έβλεπε η μάνα μου και ρώταγε.

- Πώς γέρασε έτσι απότομα ο Γιώργος; Τον βλέπω και με πιάνει η ψυχή μου.

- Έλα ρε μάνα. Υπερβολές. Όλοι γερνάμε, ο Γιώργος δεν αποτελεί εξαίρεση.

Κάποιες φορές ευχόμουν ο θάνατος της μητέρας μου να προηγηθεί του θανάτου του Γιώργου. Να μην υποστεί η μάνα μου τέτοιο κτύπημα.

- Φύγε πρώτη μάνα. Φύγε!

Ευχόμουν με δάκρυα στα μάτια. Αλλά ο αδελφός μου έφυγε πρώτος. Μετά από 2 χρόνια αγωνίας και απίστευτης σωματικής φθοράς. Άτιμο πράγμα ο καρκίνος.

Ήμουνα στο σπίτι φίλου όταν με πήρε ο ξάδελφός μου ο Βασίλης. Ακουγόταν να κλαίει.

- Άγγελε, έφυγε ο Γιώργος! Σήμερα το πρωί πέθανε στα χέρια του Άκη.

Όπως έμαθα αργότερα, εκείνο το πρωινό ο αδελφός μου, η γυναίκα του και ο γιος του Άκης (Απόστολος) πήγαν και ήπιαν καφέ σε παραλιακό μαγαζί. Στο γυρισμό στο σπίτι κάθισαν στην τραπεζαρία για φαΐ. Τότε άρχισε να βήχει ο αδελφός μου και να βγάζει αίμα από το στόμα. Σηκώθηκε ο Άκης να τον βοηθήσει. Ο αδελφός μου πρόλαβε να πει.

- Αίμα! Γαμώ το! Θα πρέπει να ξαναμπώ σε νοσοκομείο.

Μετά, γύρισαν τα μάτια του και πέθανε.

Την ίδια μέρα το απόγευμα πήγαμε ο Βασίλης, η γυναίκα του και εγώ στη μάνα μου. Αρχίσαμε να συζητάμε περί ανέμων και υδάτων. Μπήκαμε στο θέμα απότομα. Έλεγε η Νίτσα, η γυναίκα του Βασίλη.

- Εσύ Ντίνα είσαι πολύ δυνατή γυναίκα. Όλα στη ζωή σου τα κέρδισες με το σπαθί σου! Δεν έχω ξαναδεί τόσο δυνατή γυναίκα.

- Ναι, τίποτα δεν μου χαρίστηκε…

- Για αυτό και τώρα πρέπει να δείξεις δύναμη. Για τα εγγόνια σου, για τον Άγγελο.

- Δείχνω δύναμη και υπομονή. Δόξα τω θεώ.

- Τώρα πρέπει να δείξεις περισσότερη! Ντίνα, ο Γιώργος έφυγε.

- Έφυγε; Που πήγε;

- Έφυγε, πήγε στους ουρανούς. Πήγε να συναντήσει τον πατέρα του τον Απόστολο.

Δεν περιγράφεται το τι επακολούθησε. Κόλαση.

Τον θάψαμε στο νεκροταφείο στο Περιγιάλι. Παρόντες, φυσικά, είμασταν όλοι στην οικογένεια και η μάνα μου. Η γυναίκα και τα τρία του παιδιά άφησαν το φέρετρο κλειστό κατά τη διάρκεια της νεκρώσιμης ακολουθίας στην εκκλησία. Η μάνα μου διαρκώς παραπονιόταν να ανοίξουν το φέρετρο να δει για τελευταία φορά το γιο της. Της κάνανε τη χάρη στο νεκροταφείο, λίγο πριν αρχίσουν οι νεκροθάφτες το φτυάρισμα.

Τα χρόνια πέρασαν, ο χρόνος τα δαμάζει όλα. Συναισθήματα, λύπες, χαρές. Τίποτα δεν μένει ίδιο κάτω από τον ήλιο. Πάνω απ’ όλα, ο χρόνος δαμάζει εμάς τους ίδιους.

Η φθορά του χρόνου επιδρούσε ολοένα και περισσότερο στη μάνα μου, έφτασε στο σημείο να περπατάει με φοβερή δυσκολία. Με μπαστουνάκι αρχικά και μετά ήρθε το πι. Στα 94 της, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και προσλάβαμε οικιακή βοηθό για ηλικιωμένους. Πέρασε έναν βασανιστικό χρόνο. Ένας αδάμαστος άνθρωπος όπως η μάνα μου, αεικίνητη και πάντοτε με κάτι να παλεύει είτε στο σπίτι της είτε έξω από αυτό, υποχρεωνόταν στα γεράματα να είναι διαρκώς κλεισμένη στο σπίτι της, τις περισσότερες ώρες καρφωμένη στο κρεβάτι της. Με δυσκολία την σήκωνε η οικιακή βοηθός να την βάλει να καθίσει σε καρέκλα. Έπαθε βαριάς μορφής κατάθλιψη. Ενώ το μυαλό της ήταν ξυράφι πάντοτε, τους τελευταίους μήνες της ζωής της έκανε την εμφάνισή της η άνοια. Ήπια στην αρχή, επιδεινωνόταν διαρκώς.

Το μυαλό της δεν την εγκατέλειψε εντελώς ποτέ. Κάθε τόσο μου έλεγε:

- Άγγελε, δεν υπάρχει τίποτα να μου δώσεις να πεθάνω; Έλα πουλάκι μου, κάνε κάτι, θέλω να φύγω.

Δεν της έκανα τη χάρη. Ήρθε και το χειρότερο. Όπου φτωχός και η μοίρα του. Η σύνταξη που έπαιρνε ασήμαντη, δεν έφτανε για τα φάρμακα και το μισθό της βοηθού. Άρχισε να τρώει από ότι χρήματα της είχαν απομείνει ως οικονομίες μιας ζωής. Τα έφαγε όλα. Τα χρήματα που έβγαζα εγώ από τη δουλειά μου δεν επαρκούσαν ούτε για μένα. Πόσο μάλλον που είχα πλέον και παιδί. Λεφτά για να την βάλω σε ιδιωτικό γεροκομείο της Αθήνας δεν υπήρχαν. Αναγκάστηκα να την βάλω σε εκκλησιαστικό ίδρυμα των Καλαβρύτων, μέσω των γνωριμιών που είχε μια θεούσα ξαδέλφη μου. Το ίδρυμα έπαιρνε το 70% της μικρής της σύνταξης (520 ευρώ το 2019) και αναλάμβανε αυτό κάθε έξοδο -φάρμακα, νοσηλείες σε νοσοκομεία όταν χρειαζόντουσαν.

Πέρασε ένας μήνας. Πρόλαβα να πάω μόνο μια φορά να τη δω στα Καλάβρυτα. Φοβόμουν ότι δε θα ξαναδώ τη μάνα μου ζωντανή. Έπαιρνα καθημερινά τηλέφωνο το ίδρυμα, μου την έδιναν στο τηλέφωνο και με πολύ δυσκολία ανταλλάσσαμε μία ή δύο κουβέντες. Η μητέρα μου έπασχε από βαρηκοΐα, στα αυτιά της είχε ένα μόνιμο βουητό, δεν καταλάβαινε εύκολα τι της έλεγα στο τηλέφωνο.

- Έλα μάνα, εγώ είμαι, ο Άγγελος. Τι κάνεις;

- Ποιος είναι;

- Ο Άγγελος μάνα.

- Εγώ ψωμί δεν έχω. Ποιος θα μου φέρει ψωμί;

Λίγες μέρες πριν συμπληρώσει το μήνα στο ίδρυμα των Καλαβρύτων, έπαθε, από την κατάκλιση όπως μου είπαν οι γιατροί, πνευμονικό οίδημα.

- Είναι υπό έλεγχο όλα. Αλλά, είναι μεγάλης ηλικίας, μην το ξεχνάτε.

Ήταν τέσσερις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, Κυριακή 21/7/2019, όταν χτύπησε το κινητό μου. Πετάχτηκα από τον ύπνο μου. Ακούστηκε μια γυναικεία φωνή:

- Κύριε Καλοδούκα τα συλλυπητήριά μου. Η μητέρα σας, μας ειδοποίησαν από το νοσοκομείο των Καλαβρύτων, μόλις απεβίωσε.

Τη θάψαμε στο νεκροταφείο στα Φλάμπουρα. Τα είχε προβλέψει όλα. Είχε επιλέξει τα ρούχα που θα της φορούσαν στο φέρετρο. Τα είχε δώσει στη γυναίκα του αδελφού μου. Μαζί με μια φωτογραφία του Γιώργου. Ήθελε να τη βάλουν μαζί της στο φέρετρο,. Έτσι και έγινε. Σαν τελευταία επιθυμία ζήτησε να μεταφέρουν την αδελφή της Χριστίνα σε τάφο δίπλα της. Η Χριστίνα είχε πεθάνει δέκα χρόνια πριν, και ήταν και αυτή θαμμένη στο ίδιο νεκροταφείο μερικά μέτρα πιο κει. Έτσι και έγινε.

Δεν με επιβάρυνε ούτε κατά ένα ευρώ. Όλα τα έξοδα ήταν ακριβώς ότι είχαν απομείνει από τις οικονομίες της. Έφυγε από τη ζωή όπως ακριβώς έζησε. Όρθια, αλύγιστη, αδάμαστη.

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)