to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Το τοπίο της εργασίας στην οικονομία πλατφόρμας

Η ανάπτυξη μέρους της οικονομίας πλατφόρμας ως τμήματος της άτυπης και σκιώδους οικονομίας, η οποία επιδιώκεται από τις ίδιες τις πλατφόρμες με σκοπό την –άμεση ή έμμεση– μεγιστοποίηση του κέρδους τους, σε συνδυασμό με το γενικότερα δυσμενές εργασιακό τοπίο στην Ελλάδα, καθιστά τους εργαζόμενους σε αυτήν επισφαλείς και ευάλωτους


Η οικονομία πλατφόρμας, περισσότερο γνωστή ως «οικονομία διαμοιρασμού» ή «συνεργατική οικονομία», επεκτείνεται ραγδαία τα τελευταία χρόνια, καταλαμβάνοντας τμήματα «παραδοσιακών» οικονομικών δραστηριοτήτων και δημιουργώντας καινούργιες. Η επίκληση όρων όπως «διαμοιρασμός» και «συνεργατικότητα» εκ μέρους εταιρειών όπως η AirBnB, η Uber και η Wolt δεν είναι τυχαία, αλλά κατέχει κεντρικό ρόλο στην επιχειρησιακή τους στρατηγική.

Οι παραπάνω όροι επιστρατεύονται στο πλαίσιο μιας απόπειρας διαφοροποίησης των οικονομικών δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται εντός της οικονομίας πλατφόρμας από αντίστοιχες «παραδοσιακές» (π.χ. ξενοδοχεία, υπηρεσίες ταξί και διανομής φαγητού), με το επιχείρημα ότι πρόκειται για «ομότιμες συναλλαγές» (peer-to-peer transactions), που αφορούν τον διαμοιρασμό αγαθών, πόρων, εργασίας, μεταξύ «ισότιμων» χρηστών.

Αυτή η επίκληση αποσκοπεί στη διεκδίκηση λειτουργίας εντός ενός καθεστώτος εξαίρεσης σε ό,τι αφορά τόσο τις υποχρεώσεις τους (π.χ. φορολόγηση) όσο και τις σχέσεις εργασίας πάνω στις οποίες βασίζονται. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει πως η οικονομία πλατφόρμας, τουλάχιστον το κομμάτι της το οποίο μεσολαβείται από μεγάλες εταιρείες, απομακρύνεται σταδιακά τόσο από την αρχική «λογική» διαμοιρασμού πάνω στην οποία χτίστηκε, όσο και από ουσιαστικές πρακτικές διαμοιρασμού με τις οποίες συνυπάρχει στη σύγχρονη αστική συνθήκη (π.χ. car sharing, ψηφιακά κοινά).

Σε μία πρώτη ανάγνωση, παρατηρούμε την αναπαραγωγή οικονομικών συναλλαγών και σχέσεων, οι οποίες μας είναι ήδη γνωστές, να αναπτύσσονται αυτή τη φορά μέσω της ψηφιακής μεσολάβησης: ο ιδιοκτήτης ενός ακινήτου το παραχωρεί σε κάποιον επισκέπτη μέσω της AirBnB έναντι ενοικίου (αντίστοιχα με τα «rooms to let» που γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες), ο οδηγός Uber προσφέρει τις υπηρεσίες του μέσω αμοιβής (αντίστοιχα με έναν οδηγό ταξί) κ.ο.κ. Θα μπορούσαμε επομένως να υποθέσουμε πως οι παραπάνω δραστηριότητες αναπτύσσονται στη σφαίρα ενός ψηφιακά μεσολαβημένου καπιταλισμού, ο οποίος εντούτοις δεν διαφοροποιείται σημαντικά από τον «συμβατικό». Ωστόσο, στην πράξη ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια πολύ δυσμενέστερη εκδοχή των καπιταλιστικών σχέσεων εργασίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το τοπίο των βραχυχρόνιων μισθώσεων και οι «περιφερειακές» οικονομίες που αναπτύσσονται γύρω από αυτές. Το συγκεκριμένο τοπίο δεν είναι ομοιογενές, καθώς περιλαμβάνει δίκτυα διαφορετικών διαβαθμίσεων «επαγγελματοποίησης»: από άτομα που προσφέρουν ένα δωμάτιο στο διαμέρισμά τους, ώστε να έχουν ένα συμπληρωματικό εισόδημα, έως εταιρείες διαχείρισης ακινήτων και επενδυτικών funds. Σε κάθε περίπτωση, τόσο η διαμόρφωση των διαμερισμάτων όσο και η καθημερινή λειτουργία των βραχυχρόνιων μισθώσεων στηρίζονται σε διάφορες μορφές εργασίας, με διαχειριστές και «επαγγελματίες hosts», καθαριστές, μηχανικούς, διακοσμητές, φωτογράφους και οδηγούς να δημιουργούν από κοινού την υποδομή πάνω στην οποία στηρίζεται η συγκεκριμένη πρακτική.

Πώς διαμορφώνεται λοιπόν το τοπίο της εργασίας στη συγκεκριμένη δραστηριότητα; Αρχικά, η εργασία αναπτύσσεται σε συντριπτικό βαθμό στο πλαίσιο της σκιώδους οικονομίας: στην πλειονότητά τους, οι εργαζόμενοι εντάσσονται σε ένα άτυπο εργασιακό καθεστώς, χωρίς συμβάσεις εργασίας, ασφάλιση και δικαιώματα, κάτι που δημιουργεί μια διευρυμένη συνθήκη ευαλωτότητας και επισφάλειας, που επιδεινώνεται από την απουσία μηχανισμών ελέγχου. Επιπλέον, οι αμοιβές, ειδικότερα για ανθρώπους που λειτουργούν ως «οικοδεσπότες» ή/και αναλαμβάνουν την καθαριότητα, είναι ιδιαίτερα χαμηλές, καθώς σε πολλές περιπτώσεις ανέρχονται σε 2-3 ευρώ ανά ώρα ή 500 ευρώ για μηνιαία εξαήμερη εργασία.

Η συγκεκριμένη συνθήκη είναι δυσμενέστερη για τις γυναίκες, οι οποίες αναλαμβάνουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της χειρωνακτικής εργασίας στο πλαίσιο της καθημερινής λειτουργίας των βραχυχρόνιων μισθώσεων, ενώ το άτυπο (informal) εργασιακό καθεστώς υπονομεύει τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος προστασίας από διακρίσεις και κακοποιητικές συμπεριφορές. Κρίσιμο είναι πως οι παραπάνω εργασιακές συνθήκες είναι περισσότερο καθιερωμένες σε ημι-επαγγελματικά δίκτυα (βλ. ιδιοκτήτες σημαντικού αριθμού ακινήτων, οι οποίοι ωστόσο εξακολουθούν να λειτουργούν ως ιδιώτες), τα οποία δεν έχουν εταιρική μορφή. Σε περιπτώσεις που η δραστηριότητα πραγματοποιείται μέσω εταιρειών διαχείρισης, οι εργασιακές σχέσεις προσεγγίζουν περισσότερο τις «συμβατικές», δηλαδή υπάρχουν σε μεγαλύτερη συχνότητα συμβάσεις, οι οποίες όμως αντιστοιχούν σε χαμηλές αμοιβές, που σπανίως απομακρύνονται σημαντικά από τον βασικό μισθό, χωρίς ωστόσο να απουσιάζουν εντελώς περιπτώσεις «μαύρης» εργασίας.

Ετσι, έχουμε ένα παράδοξο: όσο περισσότερο «επαγγελματοποιημένη» είναι η δραστηριότητα (δηλαδή όσο απομακρύνεται από την αρχική λογική της οικονομίας διαμοιρασμού και προσομοιάζει στη λειτουργία ενός ξενοδοχείου), τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες οι εργαζόμενοι να έχουν κάποια στοιχειώδη επαγγελματικά δικαιώματα. Ταυτόχρονα, στις λιγότερο επαγγελματοποιημένες εκδοχές των βραχυχρόνιων μισθώσεων, το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας πραγματοποιείται από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες και από ευρύτερα διαπροσωπικά δίκτυα (μέλη οικογένειας και φίλοι). Στην περίπτωση αυτή, είναι συχνά τα φαινόμενα αυτο-εκμετάλλευσης, καθώς οι ιδιοκτήτες που διαθέτουν ένα δωμάτιο ή ένα ακίνητο προσπαθούν, συχνά παράλληλα με διαφορετικές επαγγελματικές δραστηριότητες, να αντεπεξέλθουν στις διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις των επισκεπτών και να ανταγωνιστούν το υψηλό επίπεδο υπηρεσιών που προσφέρουν περισσότερο επαγγελματικά δίκτυα της αγοράς βραχυχρόνιων μισθώσεων. Με την επιδίωξη να μη μείνουν πίσω στις αξιολογήσεις μέσω της πλατφόρμας και –συνεπακόλουθα– μειωθεί η ελκυστικότητα του ακινήτου, η αυτο-εκμετάλλευση εντείνεται από την ανάγκη συνεχούς διαθεσιμότητας στους πελάτες, τα ακαθόριστα και εκτεταμένα ωράρια εργασίας και την πολυδιάσπαση λόγω των διαφορετικών μορφών εργασίας και καθηκόντων (διαχείριση, επικοινωνία, καθαρισμός κ.ο.κ.).

Συμπερασματικά, η ανάπτυξη μέρους της οικονομίας πλατφόρμας ως τμήματος της άτυπης και σκιώδους οικονομίας, η οποία επιδιώκεται από τις ίδιες τις πλατφόρμες με σκοπό την –άμεση ή έμμεση– μεγιστοποίηση του κέρδους τους, σε συνδυασμό με το γενικότερα δυσμενές εργασιακό τοπίο στην Ελλάδα, καθιστά τους εργαζόμενους σε αυτήν επισφαλείς και ευάλωτους. Στο πλαίσιο αυτό, η χειραφέτηση από την εξαρτημένη εργασία την οποία υπόσχεται η αφήγηση της οικονομίας διαμοιρασμού μέσω της ανάπτυξης συναλλαγών μεταξύ «ομότιμων» μερών και της «ελευθερίας» του freelancing παραμένει κενή περιεχομένου. Στην οικονομία πλατφόρμας, και συγκεκριμένα σε ό,τι αφορά τις βραχυχρόνιες μισθώσεις, το τοπίο της εργασίας στην καλύτερη περίπτωση προσομοιάζει σε εκείνο που κυριαρχεί στους τομείς του τουρισμού και του επισιτισμού, ενώ στη χειρότερη περίπτωση αποτελεί μια επιδεινωμένη εκδοχή του.

*Μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Technische Universität Berlin και επιστημονικός υπεύθυνος του ερευνητικού προγράμματος DweLinks, το οποίο χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εξετάζει, ανάμεσα σε άλλα ζητήματα, το τοπίο της εργασίας στην οικονομία πλατφόρμας

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)