to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

15:19 | 25.09.2012

Κοινωνία

Τι παστίτσιο είναι αυτό;

Παράπλευρη συνέπεια της ανελεύθερης δίωξης, πέρα από το ότι γίναμε ρεζίλι διεθνώς, ήταν ότι εκδηλώθηκε πλούσιο και πολύμορφο το ανώνυμο χιούμορ, κι έτσι μπορεί ο Γέροντας Παστίτσιος να έπεσε (ή να φαγώθηκε;) αλλά στο πόστο του ξεπήδησαν άλλοι πολλοί, ο Γέροντας Παρίσιος με τον πύργο του Άιφελ στο πρόσωπο, ο ψηλόλιγνος Γέροντας Κυπαρίσσιος, οι δίδυμοι γέροντες ‘Ανω και Κάτω Πατήσιος και άλλοι πολλοί. Άλλωστε, όπως είχε πει και ο Τρότσκι, “Μπορείς να κάψεις ένα παστίτσιο, αλλά δεν μπορείς να κάψεις μια ιδέα“


Του Νίκου Σαραντάκου


Όταν τις προάλλες έγραφα για τις γελοιογραφίες του Μωάμεθ, είχα προσθέσει στο τέλος του άρθρου και μια “εύθυμη νότα”, ότι οι εγχώριοι σαλαφιστές (δηλ. οι Χρυσαυγίτες) ζήτησαν με επερώτηση στη Βουλή “να αφαιρεθεί το προφίλ “Γέροντας Παστίτσιος” από το Φέισμπουκ, διότι προσβάλλει τη μνήμη του Γέροντα Παΐσιου (που δεν ξέρω ακριβώς τι είναι, πάντως φαίνεται ότι έκανε θαύματα ή προφητείες)”. Και είχα προσθέσει ότι “Κι αν πεις ότι θαύματα δεν γίνονται στις μέρες μας, κι ότι δεν μπορεί να δακρύζει η εικόνα της Παναγίας, ασφαλώς κάποιου τα θρησκευτικά αισθήματα θα θίξεις και κάποιος θα θεωρήσει ότι δυσφήμησες τις θρησκείες…”.


Την ώρα που τα έγραφα αυτά, η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος είχε ήδη βρει τα ίχνη του διαχειριστή της “βλάσφημης” σελίδας κι έτσι την Παρασκευή 21.9 το πρωί πήγαν στο σπίτι του στα Ψαχνά Ευβοίας και τον συνέλαβαν -είναι, μάθαμε, 27χρονος ημεδαπός και κατηγορείται για “κακόβουλη βλασφημία” και “καθύβριση των θρησκευμάτων”.  Φυσικά, η είδηση προκάλεσε μεγάλο θόρυβο στα κοινωνικά δίκτυα και γενικότερα στον Ιστό, ακόμα και εκτός ελληνόφωνου Διαδικτύου, αφού η σύλληψη του νεαρού θεωρήθηκε (όχι άδικα, πιστεύω), ανελεύθερη εκτροπή, πολύ περισσότερο που η αστυνομία έσπευσε κατά τα φαινόμενα να πειθαρχήσει στα κελεύσματα της ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής. Η συσχέτιση με τις μουσουλμανικές διαμαρτυρίες για τις γελοιογραφίες του Μωάμεθ ήταν αναπόφευκτη και πολλοί χρήστες στα κοινωνικά μέσα έγραψαν ότι με κάτι τέτοια η Ελλάδα θα γίνει Ιράν ή ίσως ήδη έγινε.

Επειδή έχουν γράψει πολλοί και πολλά, θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος, γιατί έχω κατά νου να πω και μερικά άσχετα με το θέμα στο τέλος. Καταρχάς, με προβληματίζει η σύλληψη που, αν δεν κάνω λάθος, προϋποθέτει πως γινόταν κακούργημα. Ωστόσο, η βλασφημία δεν νομίζω να είναι κακούργημα, αφού τιμωρείται με φυλάκιση έως 2 ετών, και παρακαλώ τους νομικούς  επισκέπτες του ιστολογίου να απαντήσουν στην απορία μου.

Κατά δεύτερον, διαβάζοντας τον Ποινικό Κώδικα δεν βλέπω πώς στοιχειοθετούνται τα αδικήματα αυτά, έστω και όχι ως κακουργήματα:

Άρθρο 198. Κακόβουλη βλασφημία. 1. Με φυλάκιση μέχρι δύο ετών τιμωρείται όποιος δημόσια και κακόβουλα βρίζει με οποιονδήποτε τρόπο το Θεό. 2. Όποιος, εκτός από τη περίπτωση της παρ.1, εκδηλώνει με βλασφημία έλλειψη σεβασμού προς τα θεία, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών μηνών.

Άρθρο 199. Καθύβριση θρησκευμάτων. Όποιος δημόσια και κακόβουλα καθυβρίζει με οποιονδήποτε τρόπο την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού ή άλλη θρησκεία ανεκτή στην Ελλάδα τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.

Ο Γέροντας Παΐσιος δεν είναι Θεός, ούτε καν άγιος της Εκκλησίας ( αν και έχει προταθεί η αγιοποίησή του). Η επίμαχη σελίδα δεν έκανε επίθεση στην ορθόδοξη εκκλησία, απλώς σατίριζε, με οξύ ασφαλώς τρόπο, την εκμετάλλευση του Γέροντα Παϊσίου από ακροδεξιά και περιθωριακά έντυπα και ιστολόγια ( π.χ. εδώ) με αναγγελίες θαυμάτων που τάχα έκανε μετά θάνατον ο Γέροντας ή προβάλλοντας διάφορες προφητείες του -για παράδειγμα, κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο Παΐσιος (που πέθανε το 1994) είχε προβλέψει -και μάλιστα επακριβώς- τη σημερινή οικονομική κρίση. Όταν πούμε ότι κάτι τέτοιοι είναι απατεώνες δεν καθυβρίζουμε ούτε τον Παΐσιο, ούτε τη θρησκεία -μόνο τους παϊσιοκάπηλους.

Το αστείο είναι ότι, κατά σατανική σύμπτωση, πριν από λίγες μέρες ο Π. Τατσόπουλος, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, είχε ζητήσει με επίκαιρη ερώτηση να καταργηθούν οι νόμοι περί  βλασφημίας, δεδομένου ότι η χώρα μας μοιράζεται με την Ιρλανδία και την Πολωνία τη θλιβερή διάκριση να είναι οι μοναδικές χώρες της ΕΕ όπου μπορεί κανείς να κλειστεί στη φυλακή για βλασφημία. Άλλες χώρες της ΕΕ έχουν εξαφανίσει εντελώς τη βλασφημία από τον Ποινικό Κώδικά τους, ενώ σε άλλες η βλασφημία εξακολουθεί μεν να θεωρείται αδίκημα αλλά δεν επισύρει ποινές φυλάκισης. Ωστόσο, ο υφυπουργός Δικαιοσύνης δεν βρήκε λόγο αλλαγής του ελληνικού νόμου.

Έγραψε ένας καλός φίλος (που διαφωνεί με τη σύλληψη του 27χρονου) ότι η ελευθερία πρέπει να σέβεται την ελευθερία του άλλου και ότι δεν είναι σωστό να κοροϊδεύει κανείς κάτι που για πολλούς άλλους είναι ιερό και όσιο. Καταλαβαίνω τη λογική του. Ωστόσο, όταν από τους παϊσιοκάπηλους προβάλλονται επιθετικά διάφορες ανορθόλογες προφητείες που βασίζονται σε κηρύγματα του Γέροντα ως οδηγός που θα μας βοηθήσει να βγούμε από την κρίση, τότε ο χλευασμός μετατρέπεται, θαρρώ, σε υπεράσπιση του ορθού λόγου και της ανεξιθρησκίας. Έπειτα, δεν καταλαβαίνω γιατί μόνο οι χριστιανοί ορθόδοξοι και οι μουσουλμάνοι έχουν το δικαίωμα να προσβάλλονται. Ο Παΐσιος ήταν ένας άνθρωπος, ενδεχομένως πολύ αξιόλογος και ίσως να έχουν δίκιο όσοι τον θαυμάζουν, σύμφωνοι. Όμως, άλλοι θαυμάζουν και σέβονται τον Τσε Γκεβάρα, τον Λένιν, τον Μίλτον Φρίντμαν, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Άρη Βελουχιώτη. Θα απαγορευτεί τάχα ο χλευασμός και αυτών των προσώπων; Αφήνω που αν η ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας περιοριστεί τόσο ώστε να μην ενοχλεί κανέναν από τα 7 δισεκατομμύρια συνανθρώπους μας, τότε αμφιβάλλω αν θα μπορεί να γραφτεί οτιδήποτε πέρα από διαφημίσεις για απορρυπαντικά. Πάντως η Πάπισσα Ιωάννα δεν θα μπορούσε να γραφτεί.

Πέρα απ’ αυτό, δεν παύει να προκαλεί έκπληξη η σπουδή με την οποία κινήθηκε η Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, όταν άλλες φορές έχει φανεί πολύ λιγότερο ευκίνητη, όπως π.χ. όταν η Ξένια Κουναλάκη κατήγγειλε άρθρο στον παλιό ιστότοπο της Χρυσής Αυγής που την απειλούσε, ή όταν δυο φορές ο Παναγιώτης Δημητράς του ΕΠΣΕ (όπως έγραψε προχτές στο Φέισμπουκ) δέχτηκε σαφείς απειλές κατά της ζωής του από σελίδα του Φέισμπουκ και το κατήγγειλε. Θα πρέπει νομίζω ο κ. υπουργός να διερευνήσει τις πολλαπλές ταχύτητες με τις οποίες λειτουργεί η υπηρεσία αυτή.

Προσωπικά, βέβαια, είμαι σίγουρος ότι καμιά κατηγορία δεν μπορεί να σταθεί εναντίον του 27χρονου και δεν νομίζω καν να φτάσει η υπόθεση σε δίκη. Ωστόσο, η σύλληψη και οι ταλαιπωρίες που συνεπάγεται λειτουργούν εκφοβιστικά και σπρώχνουν στην αυτολογοκρισία. Παράπλευρη συνέπεια της ανελεύθερης δίωξης, πέρα από το ότι γίναμε ρεζίλι διεθνώς, ήταν ότι εκδηλώθηκε πλούσιο και πολύμορφο το ανώνυμο χιούμορ, κι έτσι μπορεί ο Γέροντας Παστίτσιος να έπεσε (ή να φαγώθηκε;) αλλά στο πόστο του ξεπήδησαν άλλοι πολλοί, ο Γέροντας Παρίσιος με τον πύργο του Άιφελ στο πρόσωπο, ο ψηλόλιγνος Γέροντας Κυπαρίσσιος, οι δίδυμοι γέροντες ‘Ανω και Κάτω Πατήσιος και άλλοι πολλοί. Άλλωστε, όπως είχε πει και ο Τρότσκι, “Μπορείς να κάψεις ένα παστίτσιο, αλλά δεν μπορείς να κάψεις μια ιδέα“. Τέλος, σε όσους είπαν ότι “γίναμε Ιράν”, έχω να παρατηρήσω ότι στην Τεχεράνη, πρωτεύουσα του Ιράν υπάρχει ορθόδοξος χριστιανικός ναός, ενώ στην Αθήνα δεν υπάρχει τζαμί.

Θέλω να ακούσω και τα δικά σας σχόλια γι’ αυτό το ανελεύθερο κρούσμα, αλλά δεν θέλω να κλείσω το άρθρο μου εδώ, αντίθετα σκοπεύω να το συνεχίσω για πολύ ακόμα, έστω και με κίνδυνο να το φτιάξω τραγέλαφο, αφού το δεύτερο μισό του άρθρου λεξιλογεί. Βλέπετε, η λέξη “παστίτσιο” έχει φοβερό γλωσσικό ενδιαφέρον, οπότε δεν μπορούσα να αντισταθώ στον πειρασμό.

Το παστίτσιο ανήκει σε μια οικογένεια αντιδανείων λέξεων (π.χ. πάστα, πατέ κτλ.) που όλες τους έχουν την αρχή στο ρήμα πάσσω που σήμαινε ‘πασπαλίζω, ραίνω’ (ενώ αργότερα πήρε και τη σημασία ‘διακοσμώ’). Το ουσιαστικό παστός, δηλώνει σήμερα τα ψαρικά που συντηρούνται σε αλάτι, διότι ακριβώς τα είδη αυτά τα πασπάλιζαν με αλάτι (αλίπαστα).  Λοιπόν, το ρήμα πάσσω το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι όταν όταν μαγείρευαν πασπαλίζοντας στο φαγητό κάποια υλικά που βρίσκονταν σε σκόνη, όπως το αλεύρι, κι έτσι βρίσκουμε στο Ονομαστικόν του Πολυδεύκη «πασταὶ δ΄ εἰσίν͵ ὡς Εὔπολίς φησι͵ ζωμὸς ἀλφίτων μέτα», δηλαδή ζωμός ανακατεμένος με αλεύρι. Πιο συχνές αναφορές βρίσκω στο ουδέτερο, τα παστά, που σύμφωνα με το λεξικό του Φωτίου είναι «ἔτνος ἀλφίτοις μεμιγμένον», δηλαδή χυλός ανακατεμένος με αλεύρι, ενώ στον Ησύχιο υπάρχει ο τ. πάστα, που δηλώνει είτε το παραπάνω είτε ένα φαγητό από ανάλατο τυρί με σιμιγδάλι και σουσάμι (βρῶμα ἐκ τυροῦ ἀνάλου μετὰ σεμιδάλεως καὶ σησαμίου σκευαζόμενον, οἱ δὲ ἔτνος ἀλφίτοις μεμιγμένον). Λοιπόν έχουμε μια λέξη (παστή ή τα παστά) που δηλώνει ένα είδος χυλού με αλεύρι, και η λέξη αυτή περνάει στα λατινικά ως pasta, όπου σημαίνει ‘ζύμη’. Πρόκειται για σχετικά όψιμο δάνειο, του 4ου αιώνα μ.Χ.

Από το λατινικό pasta, μέσω ενός αμάρτυρου λαϊκού τύπου *pasticium, έχουμε το pasticcio, το οποίο στα ιταλικά σημαίνει κατ’ αρχάς μια ζύμη από ανακατεμένα συστατικά, όπως στο γαλλικό πατέ, ενώ πολύ γρήγορα παίρνει και μεταφορικές σημασίες, που θα τις δούμε αμέσως παρακάτω. Με τη γενική ονομασία pasticcio βρίσκουμε στην ιταλική κουζίνα διάφορα φαγητά που έχουν ως κοινό σημείο τη ζύμη και την ποικιλία υλικών, δηλαδή ένα είδος πίτες. Τα ζυμαρικά φούρνου, όταν έχουν από πάνω κρούστα, ονομάζονται pasticcio, συχνά με προσδιορισμό, π.χ. pasticcio di maccheroni, pasticcio di tortellini κτλ. Χωρίς προσδιορισμό, η λέξη δηλώνει ειδικά το γνωστό φαγητό από μακαρόνια, κιμά και κρέμα μπεσαμέλ και έτσι φτάνει και στη χώρα μας. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα στην ιταλική κουζίνα η λέξη χρησιμοποιείται και με την αρχική της σημασία, π.χ. pasticcio di fegato είναι ένα είδος πατέ από συκώτι.  Η κερκυραϊκή παστιτσάδα, βέβαια, προέρχεται από την ίδια ρίζα, αλλά δηλώνει φαγητό από κοκκινιστό κρέας με μακαρόνια.

Όμως, παστίτσιο λέγεται και το καλλιτεχνικό έργο που συντίθεται κατά μίμηση άλλου έργου από το οποίο αναπαράγει στοιχεία ή που αποτελεί συρραφή στοιχείων από άλλα έργα.  Το ιταλικό pasticcio, εκτός από μια πίτα από ζύμη στην οποία μπαίνουν διάφορα συστατικά, πήρε από πολύ νωρίς τη σημασία ‘ανακάτεμα, μπερδεμένη κατάσταση’. Από το 1720 ανθεί στην Ιταλία πρώτα και στην υπόλοιπη Ευρώπη στη συνέχεια ένα μουσικό είδος, η opera pasticcio. Συνήθως, ο συνθέτης που τις υπογράφει συνθέτει μερικές άριες ειδικά για την περίσταση, και τις υπόλοιπες τις παίρνει από άλλα δικά του έργα αλλά και άλλων συνθετών· τις άριες που δανείζεται συχνά τις διασκευάζει και τις προσαρμόζει στο δικό του λιμπρέτο. Για παράδειγμα, στην όπερα Βαγιαζίτ του Βιβάλντι μετράμε 4 νέες άριες, 9 άριες από άλλα έργα του Βιβάλντι και 7 άριες από όπερες άλλων συνθετών. Όπερες-παστίτσιο έγραψαν οι μεγαλύτεροι συνθέτες της εποχής, δηλαδή ήταν είδος καθ’ όλα αξιοσέβαστο. Σιγά-σιγά, η λέξη περνάει σε άλλες γλώσσες και επεκτείνεται και σε άλλες τέχνες πέρα από τη μουσική, ιδίως στη λογοτεχνία. Πλάι στην έννοια της συρραφής, που είναι η αρχική, σταδιακά εμφανίζεται και η δεύτερη έννοια, της μίμησης του ύφους ενός καλλιτέχνη. Σήμερα οι δυο έννοιες συνυπάρχουν, το παστίτσιο μπορεί να είναι είτε μίμηση ύφους είτε συμπίλημα στοιχείων από άλλα έργα, είτε και τα δύο, αφού οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι σαφείς. (Οι γαλλοτραφείς το λένε παστίς, από το γαλλ. pastiche, της ίδιας σημασίας. Pastis είναι επίσης ένα προβηγκιανό ουζοειδές ποτό, ίδιας ρίζας).

Είπαμε ότι στα ιταλικά pasticcio είναι το ανακάτεμα, το μπλέξιμο, η μπερδεμένη κατάσταση, αυτό που στα αγγλικά λέγεται mess. Στις παλιές ιταλικές κωμικές όπερες, μια τυποποιημένη φράση ήταν “che pasticcio è questo qua?”, κατά λέξη “τι παστίτσιο είναι αυτό εδώ;” παναπεί “πώς μπλέξαμε έτσι;” ή “τι μπ… το κάνατε εδώ;”. Για παράδειγμα, η φράση υπάρχει σε δυο όπερες του Ροσίνι, τον Τούρκο στην Ιταλία και τον Σινιόρ Μπρουσκίνο. Σε αυτή την τελευταία όπερα, που βασίζεται σε ένα παιχνίδι παρεξηγήσεων όπως στις φαρσοκωμωδίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, στο φινάλε, όταν έρχονται πάνω στη σκηνή και ο ψεύτικος και ο αληθινός γιος του κυρίου Μπρουσκίνο, ο οικοδεσπότης, που δεν καταλαβαίνει πώς μπορεί κανείς να είναι πατέρας του εξαδέρφου του, αναφωνεί “Κε παστίτσο έ κουέστο κουά;”, στο 4.19 του γιουτουμπακιού:



και ο Μπρουσκίνο, που σε όλο το έργο του έχουν ψήσει το ψάρι στα χείλη, παίρνει την εκδίκησή του και λέει χαιρέκακα, è un pasticcio saporito, είναι ένα παστίτσιο νοστιμότατο, φάτην τώρα, κάνοντας λογοπαίγνιο με τη μαγειρική και τη μεταφορική σημασία της λέξης.

Μακάρι να μπορούσαμε να πούμε κι εμείς το ίδιο με το δικό μας παστίτσιο, έτσι δύσπεπτο και δύσοσμο που το μαγείρεψε η Υπηρεσία Διώξεως Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, καρυκευμένο με μπόλικη φαρμακερή χρυσαυγίνη.


Πηγή: sarantakos.wordpress.com


2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)