to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Tί είναι αυτό που το λένε weird; Μια συζήτηση υπαρξιακού χαρακτήρα

Η Αλίκη Κοσοφυλόγου διερευνά το weird ρεύμα στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.


«Αν αγαπιόσαστε έτσι όπως λες, αυτό έχει σημασία… Βέβαια αυτό θα είναι κάτι καινούριο…»
Μαίρη (Μπέτυ Βακαλίδου) ‒ απόσπασμα από την ταινία Στρέλλα (2009)

Όπως φαίνεται η κουβέντα αναφορικά με το weird ρεύμα στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο επανέρχεται κάθε φορά που ο Λάνθιμος παίρνει ένα βραβείο. Αυτή την φορά η αφορμή δόθηκε με την προβολή στις αίθουσες του βραβευμένου με το βραβείο της επιτροπής των φεστιβάλ των Καννών Αστακού του. Να σημειωθεί μεταξύ άλλων ότι πρόκειται για το δεύτερο σημαντικότερο βραβείο που έχει λάβει Έλληνας σκηνοθέτης στις Κάννες μετά τον Χρυσό Φοίνικα του Θόδωρου Αγγελόπουλου το 1998.

Η δημοσιότητα που έλαβε η προβολή της ταινίας –σε μία περίοδο που, ας το παραδεχτούμε, οι διάφοροι λόγοι για την εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή δεν βρίσκονται στις πρώτες θέσεις της δημόσιας καθημερινής συζήτησης- άνοιξε εκ νέου το διάλογο σχετικά με το τι είναι το weird –ρεύμα, τάση, υβρίδιο; και ποιοι/ες το εκπροσωπούν στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο. Ακόμη, τέθηκε το ερώτημα αν τελικά υπάρχει ή αν απλώς υποδηλώνει την περαιτέρω διάδοση μιας φόρμας την οποία εισήγαγε ο Λάνθιμος με τον Κυνόδοντα.

Το δίχως άλλο, πέρα από τα ερωτήματα καθαυτά, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται αυτή η δημόσια συζήτηση. Για παράδειγμα, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης (Τhe Boy), στο πολύ εύστοχο εκτενές του σχόλιο που δημοσίευσε στο hitandrun.gr, πριν από μία εβδομάδα περίπου, εντοπίζει ακριβώς αυτήν τη διάσταση αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις ελλείψεις και τις αδυναμίες όποιας –πιο μαζικής συμπερίληψης συζήτησης- αναφορικά με ρεύματα και καλλιτεχνικές τάσεις στον κινηματογράφο αλλά και σε άλλες τέχνες στην Ελλάδα σήμερα.

Με αναγνωρίζουν άρα υπάρχω ….ή μήπως και όχι;

Ο Αλέξανδρος Αβρανάς, σκηνοθέτης του Miss Violence, μιας εκ των ταινιών που θα μπορούσε να έχει μια θέση στην κατηγορία «weird» -αν δεχτούμε ότι αυτή η κατηγορία υπάρχει-, έσπευσε να αρνηθεί την ύπαρξη weird κινηματογράφου στην Ελλάδα, καθώς, όπως υποστήριξε, δύο ταινίες – εννοούσε τον Κυνόδοντα και τη δική του- δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την ύπαρξη τέτοιου «κύματος» στην εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή. Μάλιστα, σε ό,τι αφορά την ταινία του, Miss Violence, επέμεινε ότι δεν μπορεί να συστήσει μία κοινή κατηγορία με τις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου όπως ο Κυνόδοντας ή οι Άλπεις, αφού πρόκειται για ταινίες όπου κυριαρχεί ο σουρρεαλισμός, ενώ η δική του δουλειά είναι κατά βάση ρεαλιστική.

Αντίθετα, ο κριτικός κινηματογράφου Steve Rose (Τhe Guardian), ο οποίος φέρεται να εισήγαγε τη συζήτηση περί «weird wave of greek cinema/weird ρεύμα στον ελληνικό κινηματογράφο», επιμένει ότι τεκμηριώνεται αυτή η ομαδοποίηση και η αναγνώριση της νέας τάσης στον ελληνικό κινηματογράφο, κυρίως με αναφορά στην μορφή και στο «σκοτεινό» ύφος που χαρακτηρίζουν μια σειρά σύγχρονων ελληνικών κινηματογραφικών παραγωγών. Για τη στοιχειοθέτηση της κατηγοριοποιήσης αναφέρει μεταξύ άλλων τους αποξενωμένους χαρακτήρες και τους «παράλογους» διαλόγους.

Bέβαια, και σε αυτήν την περίπτωση το έλλειμμα του πιο καθαρού ορισμού του weird παραμένει, όπως και αυτό του εντοπισμού–αναγνώρισης των καταβολών του στην ιστορία της διαμόρφωσης των κινηματογραφικών ειδών, ρευμάτων και τάσεων. Παρ όλα αυτά είναι σαφές ότι το weird ως είδος – ως συμβατική ομαδοποίηση- θα μπορούσε να έχει ως αναφορές του φιλμ όπως ο Ανδαλουσιανός σκύλος του Λουί Μπουνιουέλ, το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, τα Funny Games του Mίκαελ Χάνεκε ή ακόμη και την Οδό Μαλχόλαντ του Ντέιβιντ Λιντς. Όμως, πόση ενότητα μπορούν να παραγάγουν οι κοινές αναφορές σε διαφορετικού χαρακτήρα, κινηματογραφικού ύφους ακόμη και διαφορετικής θέσης στην ιστορία του κινηματογράφου; Αλλά από την άλλη, μήπως και τελικά η ειδολογική ενότητα μικρή σημασία έχει πλέον στην κινηματογραφική αναπαράσταση του σύγχρονου ρευστού και κατακερματισμένου κόσμου που μας περιβάλλει;

Όλα ίδια, όλα διαφορετικά;
Επιστρέφοντας όμως στην συζήτηση για το weird wave στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο, είναι σημαντικό να λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτή διαδόθηκε περαιτέρω κυρίως με αφορμή τη διεθνή πορεία στις αίθουσες του Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου (σε σενάριο Ευθύμη Φιλίππου), και τα εκτενή σχετικά άρθρα που φιλοξένησαν μεγάλης αναγνωσιμότητας έντυπα όπως Guardian, New Yorker σε σχέση με το φιλμ και τον ίδιο τον δημιουργό του. Σημειώνεται ότι μικρότερη αλλά όχι μικρή διεθνής προβολή επιφυλάχθηκε στην Στρέλλα του Πάνου Κούτρα, η οποία επίσης θεωρήθηκε–ονομάστηκε weird.

Mέσα σε αυτό το πλαίσιο, στη συνέχεια και με αφορμή αυτή την εμπειρία το στραμμένο «προς τα μέσα» βλέμμα αναφορικά με την εγχώρια κινηματογραφική σύγχρονη παραγωγή καθιέρωσε την κατηγοριοποίηση κι άλλων σύγχρονων ελληνικών φιλμ που βγήκαν στις αίθουσες ως weird. Αναφέρω ορισμένα: Wasted Youth των Αργύρη Παπαδημητρόπουλου και Γιον Φόγκελ (2010), Luton του Μιχάλη Κωνσταντάτου (2013) και φυσικά το Miss Violence του Αλέξανδρου Αβρανά (2013). Επίσης, σε αυτή την κατηγορία έχουν αναφερθεί οι ταινίες του Γ. Οικονομίδη, από το πρωτόλειο Σπιρτόκουτο (2003) του μέχρι τον Μαχαιροβγάλτη (2010) ή το Μικρό Ψάρι (2013).

Βέβαια, οι εκτιμήσεις σε σχέση με την γενεαλογία του weird ρεύματος εξακολουθούν να ποικίλλουν. Για παράδειγμα, ο Αλέξανδρος Βούλγαρης στο κείμενο του εντάσσει στην weird φιλμογραφία ταινίες όπως το Νο budget story, του Ρένου Χαραλαμπίδη(1997) και βέβαια υπάρχουν κι άλλες που περιλαμβάνονται ή θα μπορούσαν να περιληφθούν.

«Εμένα μ αρέσει η τυρόπιτα; Εσένα;»*
Τα παραπάνω αναφερόμενα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κάποιες ή ακόμη και οι περισσότερες από τις ταινίες αυτές έχουν ελάχιστα κοινά και μάλλον περισσότερες διαφορές, οι οποίες απορρέουν ακόμη και από τις συνθήκες παραγωγής της καθεμίας. Κι εδώ ενδεχόμενα προκύπτουν και κάποια άλλα ερωτήματα: Μπορεί να συγκριθεί μία πειραματική ταινία χαμηλού κόστους, όπως για παράδειγμα το Πες στη Μορφίνη ακόμη την ψάχνω, του Γιάννη Φάγκρα (2001) με τον Αστακό, του διεθνώς διάσημου Γιώργου Λάνθιμου; Επίσης, πού βρίσκονται τα όρια μεταξύ του weird κι ενός τυπικού κοινωνικού δράματος; Για παράδειγμα, η Στρέλλα δεν είναι μάλλον περισσότερο queer κοινωνικό δράμα και ίσως από τα λίγα δείγματα queer απ' ό,τι είναι weird; Αντίστοιχα, ισχύει και για την τελευταία ταινία του Πάνου Κούτρα, (Ξενία, 2014).

Ποιό είναι το αγαπημένο σου φαγητό; Ρωτάει στο οικογενειακό τραπέζι του Κυνόδοντα η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας (Αγγελική Παπούλια) τα αδέρφια της, και ακολουθεί ένας διάλογος, που ενδεχόμενα θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στα πιο εμβληματικά ενσταντανέ της ταινίας σε ό,τι αφορά το επίπεδο των συμβολισμών που εκφέρονται, του ύφους των διαλόγων και εν γένει της φόρμας που συγκροτείται. Η αποξένωση, η συναισθηματική ανικανότητα, αποτελούν θεμέλια της τελευταίας και διατηρούνται σε όλες τις υπόλοιπες ταινίες του Λάνθιμου μέχρι και τον Αστακό του, αλλά όμως εδώ θραύονται εν μέρει από τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών Κόλιν Φάρελ και Ρέιτσελ Βαις. Ιδιαίτερα, η ηρωίδα που υποδύεται η Ρέιτσελ Βάις βρίσκεται μάλλον στον αντίποδα της κόρης του Κυνόδοντα αλλά και άλλων χαρακτήρων που εμφανίζονται στην ίδια ταινία. Aναλόγως, οι χαρακτήρες του Ξενία του Κούτρα, έχουν με την ευρεία έννοια κοινά με εκείνους της Στρέλλας – πχ. Θα μπορούσαν να θεωρηθούν κοινωνικά αποκλεισμένοι/ες- ωστόσο έχουν και πολλές διαφορές. Όσο κοινότοπες λοιπόν και να είναι αυτές οι παρατηρήσεις, την ίδια στιγμή αναδεικνύουν και την ρευστότητα αυτού του είδους των τυπολογιών.

Κλείνω σχεδόν όπως και ο Αλέξανδρος (Βούλγαρης): Ο Αστακός, weird ή μη και πέρα από τα διεθνή βραβεία –λίγο με ενδιαφέρει- είναι πράγματι μια πολύ καλή ταινία. Το υψηλό επίπεδο της παραγωγής, η κινηματογράφηση, οι ερμηνείες των ηθοποιών, συντελούν σε ένα άρτιο και μάλλον εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει αυτό το παιχνίδι με τους συμβολισμούς, τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, το οποίο οι Λάνθιμος – Φιλιππου ξεκινούν στον Κυνόνδοντα και απογειώνουν στον Αστακό. Από το «μουνί/λάμπα» του Κυνόδοντα στον ίδιο συμβολισμό του Αστακού/τίτλου και πολλά άλλα που οι συμβάσεις του non spoiler για μια ταινία που παίζεται ακόμη στους κινηματογράφους δεν μου επιτρέπουν να αναφέρω. Βεβαίως, η δουλειά του Λάνθιμου αντιστοιχεί σε μια συνέχεια του κινηματογράφου του δημιουργού, υπό την έννοια του ότι αντανακλά το όραμα ενός (ή δύο, εφόσον και ο Φιλίππου –σεναριογράφος- έχει έναν πολύ καθοριστικό ρόλο) και αξιώνει να προσεγγίσει υπαρξιακού χαρακτήρα ζητήματα. Από τη σκοπιά αυτή, παραμένει ανοιχτή κι εξίσου σημαντική και ενδιαφέρουσα η συζήτηση για το εγχώριο σινεμά που μπορεί να απηχεί όψεις των κοινωνικών γεγονότων της περιόδου που προηγήθηκε, καθώς και του αντίκτυπού της σε αυτό και το οποίο μπορεί να διαφοροποιείται τόσο στο επίπεδο των συνθηκών παραγωγής αλλά και της ίδιας της οπτικής του. Για παράδειγμα, τί θα μπορούσε να γίνει αν η κάμερα πάψει να καταγράφει με στενά εξωτερικούς όρους τα όσα συμβαίνουν ή ενδεχόμενα παρεμβαίνει στην συνδιαμόρφωσή τους, συμβάλλοντας με αυτό τον τρόπο διαμέσου της αναπαράστασης στο μετασχηματισμό της ίδιας της πραγματικότητας αλλά και της διάχυτης πρόσληψής της; Η γαλλική πρωτοπορία των δεκαετιών εξήντα εβδομήντα κάπως έτσι δεν προέκυψε;

*Από τον διάλογο στο οικογενειακό τραπέζι «του» Κυνόδοντα

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)