to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

18:09 | 27.08.2012

πηγή: https://left.gr/91

Πολιτισμός

Θάνος Μικρούτσικος - Μαρία Φαραντούρη: Μια συνάντηση που άργησε

Υπάρχουν συναντήσεις που όταν επιτέλους πραγματοποιούνται, σου έρχεται φυσικό να αναρωτηθείς πώς και δεν έγιναν πριν, πώς και καθυστέρησαν τόσο πολύ να πάρουν τον δρόμο που μοιραία κάποτε θα έπαιρναν. Μια απ' αυτές τις (μουσικές) συναντήσεις που θα έπρεπε ίσως να έχουν γίνει από καιρό είναι αυτή του Θ. Μικρούτσικου και της Μ. Φαραντούρη.



Υπάρχουν συναντήσεις που όταν επιτέλους πραγματοποιούνται, σου έρχεται φυσικό να αναρωτηθείς πώς και δεν έγιναν πριν, πώς και καθυστέρησαν τόσο πολύ να πάρουν τον δρόμο που μοιραία κάποτε θα έπαιρναν. Η (μουσική) συνάντηση της Μαρίας Φαραντούρη με τον Θάνο Μικρούτσικο είναι μια συνάντηση που θα έπρεπε ίσως να έχει γίνει από καιρό, όχι μόνο επειδή τόσα χρόνια βαδίζουν σε παράλληλους δρόμους, τους δρόμους του καλού -κι όχι αναγκαστικά ευκολοχώνευτου- τραγουδιού αλλά και επειδή συνεχίζουν να διαλέγουν δρόμους που ξεφεύγουν συχνά από το «έντεχνο» τραγούδι και βαδίζουν σε άλλα χώματα, σε χώματα που μάθαμε να ορίζουμε ως «κλασική» μουσική. Άλλωστε και οι δύο -όπως και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες της γενιάς τους- είχαν πάντα το βλέμμα τους στραμμένο όχι μόνο στην ποίηση αλλά και στην αληθινή ζωή, είχαν την ευαισθησία τους έτοιμη να πιάσει τους παλμούς του καιρού τους, να αναρωτηθεί και να θέσει ερωτήματα, να αμφισβητεί, να μην ησυχάζει, να μην καθησυχάζει.

Βεβαίως οι δυο τους βρέθηκαν κάποιες -λίγες- φορές μαζί πάνω στη σκηνή. Η πρώτη -ο Μικρούτσικος θυμάται και την ημερομηνία, ήταν στις 19 Απριλίου του 1967- έγινε σε μια συναυλία οργανωμένη από την ΕΦΕΕ με τα Νέγρικα των Λοΐζου - Νεγρεπόντη. Τότε, σε εκείνη τη συναυλία που γνώρισε «εκπληκτική ποιοτική επιτυχία αλλά παταγώδη εμπορική αποτυχία», στα πλήκτρα ήταν ο Λοΐζος, στο πιάνο ο Μικρούτσικος, στην κιθάρα ο Σαββόπουλος, και τραγουδούσε φυσικά η Φαραντούρη. Κι επειδή η αποτυχία οφειλόταν στην κακή οργάνωση της συναυλίας, η ΕΦΕΕ είχε αποφασίσει να την επαναλάβει δυο μέρες αργότερα, μέρα Παρασκευή. Άλλες όμως οι βουλές των συνταγματαρχών· η συναυλία εκείνη, όπως εύκολα μαντεύει κανείς, δεν επαναλήφθηκε ποτέ. Στη συνέχεια, στα 45 χρόνια που ακολούθησαν μέχρι σήμερα, οι δυο τους βρέθηκαν σποραδικά σε κάποιες συναυλίες μαζί με άλλους καλλιτέχνες (όπως στα εγκαίνια του φεστιβάλ του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες το 1992), καμιά όμως από αυτές τις συναντήσεις τους δεν σήμαινε κάτι περισσότερο από αυτό που ήταν, η συμβίωση πάνω στη σκηνή δύο σπουδαίων καλλιτεχνών.

Την πρωτοβουλία λοιπόν πήρε ο Θάνος Μικρούτσικος, θαυμαστής από πάντα της δουλειάς που κάνει η Μαρία Φαραντούρη. Δύο ήταν, στο μυαλό του, οι λόγοι που επέβαλαν αυτή τη μουσική συνάντηση. Ο πρώτος έχει σχέση με τη φωνή της Μαρίας. «Επειδή έχω εμπλακεί με όλες τις κλίμακες της ανθρώπινης φωνής, από τις λαϊκές ώς τις έντεχνες και παραπέρα τις φωνές μιας αβανγκάρντ κλασικής μουσικής, μπορώ να πω με σιγουριά ότι τα πολλά τελευταία χρόνια η φωνή της Μαρίας, αυτή η βαθιά φωνή με το απίστευτο χρώμα, είναι η καλύτερη φωνή κοντράλτο που έχουμε στην Ευρώπη». Ο δεύτερος λόγος έχει σχέση με τη Φαραντούρη ερμηνεύτρια, τη μόνη Ελληνίδα τραγουδίστρια που κατάφερε να περάσει τα σύνορα της ντόπιας κλειστής αγοράς, παραμένοντας στην Ελλάδα. «Ενώ η Μαρία ξεκίνησε την καριέρα της πατώντας στη συγκυρία της δικτατορίας, έκανε τη μεγάλη της καριέρα όταν πια η δικτατορία ήταν παρελθόν. Η καριέρα που έκανε στα μεγάλα θέατρα του κόσμου δεν έχει προηγούμενο από Έλληνα καλλιτέχνη στο εξωτερικό. Κι εγώ πάντα σκεφτόμουνα ότι δεν θα μπορέσω να τελειώσω τη δική μου καριέρα χωρίς να δουλέψω κάποτε μαζί της...».

Η διεθνής αυτή συνιστώσα θα εκφραστεί στη σημερινή συναυλία με τρία τραγούδια των Κουρτ Βάιλ, Λούτσιο Ντάλα και Μάνου Χατζιδάκι που θα ερμηνεύσει η Φαραντούρη με τη συνοδεία του Μικρούτσικου στο πιάνο - κάτι σαν μικρή υπενθύμιση του εύρους του ρεπερτορίου της τραγουδίστριας. Στη συνέχεια πολύς και καλός Μικρούτσικος: με τη συνδρομή στο πρώτο μέρος μιας νέας πολύ καλής τραγουδίστριας, της Άννας Λινάρδου, και του Κώστα Θωμαΐδη, παλιού συνεργάτη του συνθέτη ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να εντυπωσιάζει τον Μικρούτσικο με τις «τεράστιες φωνητικές του δυνατότητες, ιδιαίτερα στον χώρο που κινείται ανάμεσα στο έντεχνο και σε άλλες, πιο κλασικές και open minded, φόρμες», στη συναυλία θα ακουστούν γνωστά και λιγότερο γνωστά τραγούδια του συνθέτη σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, Μανόλη Αναγνωστάκη, Κώστα Λαχά, Νίκου Καββαδία, Κώστα Τριπολίτη, Μπάμπη Τσικληρόπουλου και Ναζίμ Χικμέτ. Το κοινό της συναυλίας θα έχει την ευκαιρία να δει πόσο καλά «δένουν» η φωνή της Φαραντούρη με τα τραγούδια του Μικρούτσικου. Φέρνοντας στα τραγούδια αυτή τη μίξη ελεγειακής δύναμης και τρυφερού λυρισμού που έχει η φωνή της, η Φαραντούρη δίνει τη δική της προσωπική και ανεπανάληπτη ματιά σε τραγούδια που επιδέχονται έτσι κι αλλιώς πολλές, και διαφορετικές μεταξύ τους, ερμηνείες, όπως συμβαίνει πάντα με όλα τα τραγούδια που περιφρονούν και ξεπερνούν τον χρόνο.

Το πρώτο μέρος της συναυλίας κλείνει με αυτό που υπήρξε και η αφορμή της συνάντησης των δύο καλλιτεχνών: την Κατάσταση πολιορκίας, έργο που ο Μίκης Θεοδωράκης έγραψε το 1968 σε ποίηση της Μαρίνας (Ρένας Χατζιδάκη). Ποίημα που γράφτηκε στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ και διασώθηκε χάρη στην Σίλβα Ακρίτα (η Μαρίνα είχε τη συνήθεια να σκίζει ό,τι έγραφε), «μίλησε» από την αρχή στον Θεοδωράκη ο οποίος έγραψε σε μία μόνο μέρα το πρώτο μέρος του έργου (το δεύτερο και το τρίτο μέρος μελοποιήθηκαν λίγο αργότερα στο Βραχάτι). Στη συνέχεια το έργο φυγαδεύτηκε στο εξωτερικό, όπου το παρέλαβε η Μαρία Φαραντούρη η οποία και φρόντισε για την έκδοση σε δίσκο το 1970 στη Polydor Γαλλίας, με ερμηνευτές την ίδια και τον Αντώνη Καλογιάννη, σε ενορχήστρωση Γιάννη Μαρκόπουλου. Το έργο, παρότι από τα σπουδαιότερα του Θεοδωράκη, δεν έγινε ποτέ ευρύτερα γνωστό στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ίσως επειδή τα ταρατατζούμ της μεταπολίτευσης δεν «σήκωναν» εύκολα το βάρος ενός βαθύτατα ελεγειακού και εσωστρεφούς έργου σαν αυτό. Ούτε όμως η δεύτερη εκτέλεση, σε ενορχήστρωση αυτή τη φορά του Μπάμπη Κανά, διευθυντή ορχήστρας τον Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδιστές τη Μαρία Φαραντούρη και τον Κώστα Θωμαΐδη, που ηχογραφήθηκε στην Alter Oper της Φρανκφούρτης το 1998, βοήθησε ιδιαίτερα την παραπέρα γνωριμία του έργου με το πλατύ κοινό. Έτσι έμεινε ένα έργο οικείο και αγαπητό μόνο σε όσους έζησαν στο εξωτερικό τον καιρό της δικτατορίας, και σε κάποιους άλλους, παθιασμένους με το έργο του Θεοδωράκη, έργο του οποίου ένα μέρος -ας το πούμε κι αυτό- παραμένει ακόμα και σήμερα σχετικά άγνωστο.

Η Κατάσταση πολιορκίας είναι ίσως το έργο που περισσότερο εκφράζει και αποτυπώνει την αληθινή δικτατορία, κι όχι αυτή που μετά την πτώση της παρουσιάστηκε στις εφημερίδες ή στις επίσημες τελετές και φιέστες. Η Κατάσταση πολιορκίας είναι ένα «μαύρο» έργο. Παρότι η ιστορία λέει ότι γράφτηκε ως ερωτικό ποίημα, αποτυπώνει όσο κανένα άλλο έργο της εποχής του, την οδύνη, τα αδιέξοδα, την ακινησία, την απογοήτευση, τις ελπίδες μιας Ελλάδας αιχμάλωτης, μιας Ελλάδας ταπεινωμένης από μια χούφτα επίορκων και αγροίκων στρατιωτικών. Έργο που είναι πραγματική κραυγή ζωής (η έκφραση ανήκει στη Μαρία Φαραντούρη), κατορθώνει να συνδέει με έναν αξιοθαύμαστο τρόπο το εγώ με το εμείς, το ιδιωτικό με το συλλογικό. Ο εγκλεισμός σε τέσσερις υγρούς τοίχους, οι φωνές από τα βασανιστήρια που ακούγονται στους διαδρόμους, η βασανιστική αναμονή της επόμενης ανάκρισης («η κατάθεσή μου, να θυμάμαι τι είπα στην κατάθεσή μου»), το αβέβαιο μέλλον, και κυρίως ο έξω κόσμος, εκεί όπου «μακριά, πολύ μακριά, ακούγεται η ζωή», είναι τα μολύβια με τα οποία γράφτηκε αυτό το ποίημα-ποταμός, αυτή η επίκληση στη χαμένη υπέρτατη ομορφιά που μπορεί να ξεπερνά και να νικά την απογοήτευση, τον θρήνο, την ασκήμια.

Είναι ευτυχής συγκυρία που η Κατάσταση πολιορκίας θα ακουστεί πάλι, σε ανάγνωση αυτή τη φορά του Θάνου Μικρούτσικου. Σε μια περίοδο έντονης οικονομικής αλλά και πολιτισμικής κρίσης, οι στίχοι της Μαρίνας και οι νότες του Μίκη (μια μουσική που θαρρείς και γυρίζει γύρω από το ίδιο σημείο, βασανιστικά, επίμονα, μέχρι να φτάσει στην τελική λύτρωση) είναι μια ευκαιρία να στρέψουμε λίγο το βλέμμα μας στο παρελθόν, να ψάξουμε να βρούμε από πού ξεκίνησαν όλα, οι ήττες, οι αποτυχίες, τα ψέματα, οι κίβδηλες υποσχέσεις, η επίπλαστη ευμάρειά μας. Είναι η ευκαιρία να δούμε αν, όταν έκλεισαν οι φυλακές, ξανάρθανε τα χρώματα όπως φανταζόταν η Μαρίνα, αν λογαριάσαμε τους νεκρούς μας, αν μοιραστήκαμε σωστά τα καινούρια μας τραγούδια, κι αν τα παιδιά μπόρεσαν πράγματι να διαβάσουν έγκαιρα τα «αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών», όλων των ναυαγών που μας κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές, και μια δύσκολη, βασανιστική, επαναλαμβανόμενη στα λάθη της, Ιστορία. Ναι, ίσως ακριβώς αυτή η νέα ανάγνωση του έργου, με δύο πιάνα, ένα πνευστό και εφτά κρουστά, από έναν συνθέτη που ανήκει στην αμέσως επόμενη του Μίκη γενιά, με τον Κώστα Θωμαΐδη και τη Μαρία Φαραντούρη να επανέρχεται στο ίδιο έργο σαράντα δύο χρόνια μετά, να μας βοηθήσει, συμβολικά και ουσιαστικά, να ξαναμετρήσουμε λέξη τη λέξη, νότα τη νότα, τα χρόνια που πέρασαν. Ή, για τους νεότερους που θα γνωρίσουν τώρα το έργο μέσα από τη συνάντηση Μικρούτσικου-Φαραντούρη, να ανακαλύψουν νέα πράγματα που οι παλιότεροι αγνόησαν ή προσπέρασαν βιαστικά. Τα σπουδαία έργα έχουν κι αυτό το προσόν. Να δείχνουν συνέχεια ένα νέο πρόσωπο.


του Aνταίου Χρυσοστομίδη

Αναδημοσίευση από την Αυγή

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)