to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Το τέλος της διεθνούς κοινότητας;

Ισως ο ιστορικός του μέλλοντος γράψει ότι η Συρία υπήρξε το πεδίο μάχης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου του 21ου αιώνα.


Ισως ο ιστορικός του μέλλοντος γράψει ότι η Συρία υπήρξε το πεδίο μάχης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου του 21ου αιώνα.

Ολες οι παγκόσμιες και περιφερειακές δυνάμεις της εποχής μας έχουν εμπλακεί στη συριακή ένοπλη σύρραξη σε κάποια από τις φάσεις της, είτε άμεσα, είτε δι’ αντιπροσώπων, με τις μεταξύ τους ευκαιριακές συμμαχίες να αλλάζουν, ανάλογα με τα συμφέροντα της στιγμής. Μέσα από το πρίσμα της στρατηγικής των χωρών που είναι ή θέλουν να γίνονται αντιληπτές ως «Μεγάλες Δυνάμεις», η μοίρα της πολύπαθης Συρίας είναι αδιάφορη. Το πραγματικό επίδικο είναι ποιοι μεταξύ των (εξίσου αδίστακτων) παικτών θα βγουν ενισχυμένοι και ποιοι αποδυναμωμένοι από αυτή τη ματωμένη σκακιέρα.

Ωστόσο, αν αυτή ήταν ανέκαθεν η ωμή πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής, τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να την αποδεχόμαστε με ένα μοιρολατρικό σήκωμα των ώμων. Πολύ περισσότερο, ότι πρέπει να την ενστερνιστούμε ως τη φυσική τάξη των πραγμάτων, την οποία είναι μάταιο να ελπίζουμε ότι θα αλλάξουμε -άρα, μπορούμε να συμβιβαστούμε μαζί της. Ούτε, όμως, πρέπει και να την αγνοούμε, αναλύοντας τα πράγματα με κριτήριο το δέον και όχι το είναι.

Το κύριο δεδομένο της εποχής μας, τρεις δεκαετίες μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, είναι ότι το διεθνές σύστημα βρίσκεται σε αταξία και δεν διαθέτει κάποιον άξονα, πάνω στον οποίο θα μπορούσε να ισορροπήσει. Ενα διεθνές σύστημα που για κάποιες δεκαετίες κινούνταν ανάμεσα σε δυο τροχιές: την ισορροπία τρόμου ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις (και τους δορυφόρους τους) και το πλέγμα των κανόνων του διεθνούς δικαίου που θεσπίστηκε, εξελίχθηκε και κωδικοποιήθηκε μέσα από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.

Οχι πλέον. Εξάλλου, για μια χρονική περίοδο, πολλά ευρωπαϊκά κράτη μικρού και μεσαίου μεγέθους -μεταξύ αυτών και η Ελλάδα- είχαν επιδιώξει τη διαμόρφωση ενός νέου περιβάλλοντος ασφάλειας για τα ίδια, μέσα από την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η πολιτική ένωση της Ευρώπης και η ανάδειξή της σε αυτόνομο πόλο παγκόσμιας ισχύος ήταν το Ιερό Δισκοπότηρο.

Η βαθιά ευρωπαϊκή κρίση της δεκαετίας του 2010 έχει διαλύσει αυτήν την ψευδαίσθηση. Σε διπλωματικό επίπεδο, η Ε.Ε. παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, χωρίς να είναι σε θέση να διαχειριστεί με τρόπο συνεκτικό τις μεγάλες κρίσεις στην ευρύτερη περιοχή της που αφορούν και την ίδια, ενώ θα αντιμετωπίζει για χρόνια τις συνέπειες από τον ακρωτηριασμό του Brexit για το κύρος της στη διεθνή σκηνή. Η προοπτική της πολιτικής ένωσης έχει ξεθωριάσει σε βαθμό ανυπαρξίας. Χωρίς, φυσικά, να υποτιμάται η σημασία της ανάληψης πρωτοβουλιών και της αξιοποίησης του πεδίου δράσης που προσφέρει η Ε.Ε., θα ήταν αφελές να βασιστεί μία χώρα με τα ζητήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζει η Ελλάδα αποκλειστικά στην έμπρακτη και αποτελεσματική αλληλεγγύη των Ευρωπαίων.

Τι σημαίνει αυτό για την Ελλάδα; Κατ’ αρχάς, σημαίνει ότι υπάρχει ο ορατός κίνδυνος να πέσει η εξωτερική πολιτική της χώρας στο κενό μεταξύ δυο εξίσου έωλων αντιλήψεων. Η πρώτη είναι η γνωστή, ιδιαίτερα προσφιλής στους ακροδεξιούς κύκλους, μυθολογία περί του ανάδελφου έθνους, της μικρής πλην περήφανης Ελλάδος που μόνη εκείνη στέκεται όρθια απέναντι στις αδικίες, τις συνωμοσίες και τις προδοσίες των εκτός και εντός συνόρων εχθρών της.

Η δεύτερη είναι η προσέγγιση που δείχνει να υιοθετεί η τωρινή ελληνική κυβέρνηση: ότι η Ελλάδα, αποδεχόμενη «ρεαλιστικά» την αδυναμία της και τη μοίρα της ως μικρή, περιφερειακή χώρα, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να γίνει ο προβλέψιμος σύμμαχος μιας Μεγάλης Δύναμης, να προσδεθεί στο άρμα ενός ισχυρού διεθνούς Προστάτη. Δεν είναι μια προσέγγιση καινοφανής στην διπλωματική ιστορία της Ελλάδας. Το αντίθετο: ήταν μάλλον ο κανόνας και, σίγουρα, η πάγια πρακτική των κυβερνήσεων της ελληνικής Δεξιάς διαχρονικά.

Από την αντίστροφη κατεύθυνση, διαπιστώνει κανείς ότι η ανάγκη μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, ενισχυτικής του ειδικού βάρους της χώρας μέσα στους ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς, στους οποίους μετέχει είναι επιτακτική και επίκαιρη. Υπάρχουν παραδείγματα χωρών με ρόλο και διεθνές κύρος μεγαλύτερο από αυτό που θα τους αναλογούσε με βάση τα δημογραφικά και οικονομικά τους μεγέθη.

Η ίδια η Ελλάδα, παρά την αναμφισβήτητη και πιθανώς μη πλήρως αναστρέψιμη βλάβη που υπέστη λόγω της μνημονιακής περιόδου, ήταν μια τέτοια χώρα στο πρόσφατο παρελθόν: η Συμφωνία των Πρεσπών, η τριγωνική διπλωματία στην Ανατολική Μεσόγειο, οι διασκέψεις κορυφής των κρατών του Ευρωπαϊκού Νότου και η διαμόρφωση κοινών θέσεων σε θέματα κοινού ενδιαφέροντος εντός της Ε.Ε. είναι μερικά παραδείγματα. Δεν είναι νομοτελειακός ο διπλωματικός παραγκωνισμός της Ελλάδας.

*Δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος LLM από το London School of Economics

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)