to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Τα καρπούζια της ήττας και τα σπόρια της νίκης

[...] Χρειάζεται ένα νέο πρόγραμμα με καθαρές αιχμές, δηλαδή μια διαυγή υπόσχεση για το μέλλον, ένα σχέδιο στην υλοποίηση του οποίου να δώσει την αίσθηση στον κόσμο πως μπορεί να γίνει συμμέτοχος. Ένα μεγαλύτερο κόμμα, με διαφορετικές διαδικασίες και διαφορετική σχέση με το χώρο και το χρόνο, κοντά στις ανάγκες και τους ρυθμούς των πραγματικών ανθρώπων [...]


Στα 4μιση χρόνια της διακυβέρνησής του ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε, αναπόφευκτα, να κρατήσει «τρία συν ένα» καρπούζια στην ίδια μασχάλη.

Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια. Αρχικά με την σκληρή διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου του 2015 που δημιούργησε υψηλές προσδοκίες, αλλά μετά έφερε απογοήτευση την οποία στο τέλος πλήρωσε, αν και όχι τόσο τον Σεπτέμβρη του 2015 όσο στις αναμετρήσεις του 2019. Και μετά, εφαρμόζοντας την νέα Συμφωνία με φιλοκοινωνικά αντίβαρα. Η οποία Συμφωνία, όμως, ήταν στο πλαίσιο της λιτότητας, άρα ουσιαστικά αντιαναπτυξιακή και άρα, παρά το θαύμα της ανάπτυξης κατά 2% που πέτυχε η κυβέρνηση και τη μείωση της ανεργίας κατά δέκα μονάδες, δεν κατάφερε να απαλλάξει γρήγορα τα πλατιά κοινωνικά στρώματα από τις βαριές συνέπειες των μνημονίων, όπως είχαν ανάγκη. Παρ’ όλα αυτά, άλλη συνταγή δεν υπήρχε. Με δυο λόγια, είναι εύκολο να κάψεις ένα κτήριο, είναι όμως πολύ δύσκολο να το ξαναφτιάξεις για να μένουν μέσα άνθρωποι, όταν παράλληλα έρχεται συνέχεια κάποιος απ’ έξω και σου ζητάει να πληρώσεις το νοίκι και τα κοινόχρηστα. Και μοιραία αυτοί που μένουν σε ένα σπίτι σφουγγαρισμένο και τακτοποιημένο, αλλά ακόμα καμένο, θα δυσθυμούν. Και οι ένοικοι των μεσαίων πατωμάτων που είχαν συνηθίσει να έχουν σπίτι με θέα -αγορασμένο ή κληρονομημένο- ακόμη περισσότερο από αυτούς των ισογείων και των υπογείων.

Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να κυβερνήσει, γενικώς, τη χώρα για πρώτη φορά. Και πολλοί από τους ανθρώπους που κλήθηκαν να στελεχώσουν τους κυβερνητικούς μηχανισμούς μπορεί και να μην ήξεραν κατά που έπεφταν τα ίδια κτήρια των υπουργείων. Άνθρωποι άλλου τύπου, έξω από τις παραδοσιακές και τις παρασιτικές κυβερνητικές ελίτ και ψευδοελίτ. Προφανώς αυτό θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε λάθη, παραλείψεις, καθυστερήσεις που κόστισαν. Ειδικά στα θέματα της καθημερινότητας, στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, σε όσα οι άνθρωποι έβλεπαν μπροστά τους κάθε μέρα να μην αλλάζουν.

Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να εφαρμόσει μια σειρά από πολιτικές στοιχειώδους αστικού εκσυγχρονισμού του κράτους (εν έτει 2015 η χώρα δεν είχε κτηματολόγιο, δασικούς χάρτες, ηλεκτρονική ίδρυση επιχειρήσεων, ηλεκτρονική κατάθεση σχεδίων στις πολεοδομίες, δομές ενημέρωσης των πολιτών για τα δικαιώματά τους, αδιάβλητες ηλεκτρονικές διαδικασίες για το μοίρασμα του ΕΣΠΑ, ψηφιακό ΚΕΠ και ηλεκτρονική υπογραφή στις δημόσιες υπηρεσίες) και δικού του αριστερού κοινωνικού στίγματος (πρόσβαση ανασφάλιστων στο σύστημα υγείας και πρωτοβάθμια περίθαλψη, παρεμβάσεις στα εργασιακά και εμβληματική ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας, ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση και κατάργηση των ΤΕΙ, καθολική δίχρονη προσχολική αγωγή σε όλη τη χώρα, αναδιάρθρωση και αύξηση των κοινωνικών επιδομάτων, θεσμικές αλλαγές όπως η απλή αναλογική και ο Κλεισθένης, παρεμβάσεις στα ζητήματα των Δικαιωμάτων). Όμως, όλο αυτό το τεράστιο έργο δεν μεταδόθηκε επαρκώς στους πολίτες. Και όσα μεταδόθηκαν ήταν συχνά μέσω του στρεβλού φίλτρου της αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να είχε οργανώσει μία μεγάλη καμπάνια προβολής του κυβερνητικού έργου που να απαντά στο «Τι Άλλαξε» με την κυβέρνηση της Αριστεράς. Να δώσει στους πολίτες όλη την πληροφορία, μαζεμένη, επικοινωνήσιμη, αποτυπωμένη σε εικόνες και εύκολα προσβάσιμη στο ίντερνετ, όλο το πριν και το μετά. Να κάνει τους πολίτες να νιώσουν πως με την ψήφο τους συμμετέχουν σε μια αλλαγή δομική που συντελείται σε αυτή τη χώρα. Δεν έγινε και το πληρώσαμε με το να μην ξέρουν τα ίδια μας τα μέλη κομβικά στοιχεία του κυβερνητικού έργου. Κι αυτό είναι κάτι παραπάνω από ευθύνη απλώς δυο-τριών προσώπων.

Το «συν ένα» καρπούζι ήταν η προσπάθειά του ΣΥΡΙΖΑ, παράλληλα με όλα αυτά, να οργανώσει σε νέα βάση και τη λειτουργία του ίδιου του κόμματος και των μελών του. Αλλά με το κόμμα να κυβερνάει για πρώτη φορά και τα περισσότερα στελέχη του ρουφηγμένα από τις ανάγκες της διακυβέρνησης, αυτό δεν έγινε. Όχι, όμως, επειδή δεν μπορούσε με τίποτα να γίνει. Έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε με ένα αμήχανο δυναμικό μελών που δεν μπόρεσε να γίνει αντίβαρο ενημέρωσης απέναντι στην προπαγάνδα των ΜΜΕ. Ας σκεφτούμε για μια στιγμή πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν απλώς σε κάθε περιοχή που άνοιγε μία ΤΟΜΥ ή ένα Κέντρο Κοινότητας οι τοπικές οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ έβγαιναν στον κόσμο με μια σελίδα κείμενο που να εξηγούσε τι είναι αυτές οι δομές και πως αλλάζουν την καθημερινότητα των κατοίκων.

Και μετά ήρθαν οι εκλογές. Στις οποίες -και στις δύο- δεν περιγράψαμε την χώρα που θέλουμε να φτιάξουμε. Στελέχη και μέλη, εντελώς αντανακλαστικά, μιλούσαμε κυρίως για όσα έγιναν ως τώρα και καλούσαμε τον κόσμο να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ «επειδή». Επειδή έβγαλε τη χώρα από τα Μνημόνια, επειδή άρχισε να αλλάζει το κοινωνικό κράτος, επειδή μείωσε την ανεργία, επειδή πολέμησε τη διαφθορά. Αλλά τις εκλογές δεν τις κερδίζει το «επειδή». Τις κερδίζει το «για να», η προοπτική, η υπόσχεση. Ο Μητσοτάκης αυτό το δούλεψε. Και έκανε τους ψηφοφόρους του να λένε ότι ψηφίζουν ΝΔ για να μειώσει τους φόρους, για να φέρει ασφάλεια, για να ελαφρύνει την μεσαία τάξη, για να τιμωρήσει τον ΣΥΡΙΖΑ. Κι αν το σκεφτούμε θα δούμε ότι τελικά και για τον ΣΥΡΙΖΑ το πιο ισχυρό επιχείρημα ήταν ένα άλλο «για να». Το «ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ για να μην έρθει ο Μητσοτάκης», με το οποίο πολύς κόσμος κινητοποιήθηκε σχεδόν ενστικτωδώς.

Μέσα από τα καρπούζια της ήττας, όμως, προβάλουν πάντα και οι σπόροι της νέας νίκης. Και από την παραπάνω ανάλυση ήδη βρήκαμε πως στη νέα συνθήκη της αντιπολίτευσης ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται τρία πράγματα. Όχι απλώς για να κερδίσει τις επόμενες εκλογές. Αλλά πρωτίστως για να έχει νόημα η ύπαρξή του ως αριστερό κόμμα του 21ου αιώνα. Χρειάζεται ένα νέο πρόγραμμα με καθαρές αιχμές, δηλαδή μια διαυγή υπόσχεση για το μέλλον, ένα σχέδιο στην υλοποίηση του οποίου να δώσει την αίσθηση στον κόσμο πως μπορεί να γίνει συμμέτοχος. Ένα μεγαλύτερο κόμμα, με διαφορετικές διαδικασίες και διαφορετική σχέση με το χώρο και το χρόνο, κοντά στις ανάγκες και τους ρυθμούς των πραγματικών ανθρώπων. Και μία μεγάλη καμπάνια η οποία θα παρουσιάζει το κυβερνητικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ -ναι, έστω και τώρα- και θα υπενθυμίζει στον κόσμο τις κατακτήσεις για τις οποίες πρέπει να αγωνιστεί. Χωρίς αυτά, όλα θα αποδειχτούν βραχύβια.

* Ο Σταύρος Παναγιωτίδης είναι κοινωνιολόγος, πρώην προϊστάμενος του Γραφείου Κοινωνικών Πολιτικών του Πρωθυπουργού.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)