to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Σταύρωση για τους πολλούς, Ανάσταση για λίγους

Σήμερα, κοντά δύο χρόνια μετά τις εκλογές, τίποτε δεν δικαιώνει τη μεσαία τάξη για την επιλογή της.Και γι’ αυτό δεν ευθύνεται μόνο το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν ανήκει στη μεσαία τάξη, αλλά έρχεται από μια πολιτική οικογένεια με βαθιές σχέσεις με την ολιγαρχία και το κατεστημένο.


Ο σημερινός πρωθυπουργός κέρδισε τις εκλογές με υποσχέσεις αιώνιας αφοσίωσης και προσήλωσης στη μεσαία τάξη. Που είναι μια ευρεία και πλειοψηφική οικονομική και κοινωνική ομάδα, η οποία πλήρωσε ακριβά το τίμημα της λιτότητας που επέβαλαν στη χώρα τα μνημόνια του νεοφιλελευθερισμού.

Η μεγάλη πλειοψηφία των ταλαιπωρημένων από τα χρόνια της κρίσης πολιτών, απεγνωσμένη και απελπισμένη όπως ήταν, πίστεψε στις υποσχέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη και του έδωσε τη μεγάλη ευκαιρία.

Σήμερα, κοντά δύο χρόνια μετά τις εκλογές, τίποτε δεν δικαιώνει τη μεσαία τάξη για την επιλογή της.

Και γι’ αυτό δεν ευθύνεται μόνο το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν ανήκει στη μεσαία τάξη, αλλά έρχεται από μια πολιτική οικογένεια με βαθιές σχέσεις με την ολιγαρχία και το κατεστημένο.

Είναι οι κυβερνητικές επιλογές που το βεβαιώνουν. Καθώς η κυβέρνηση επικοινωνιακά ομνύει στη μεσαία τάξη, στην πραγματικότητα όμως οι πολιτικές επιλογές και οι πράξεις της ευνοούν σκανδαλωδώς μια μικρή ολιγαρχία του πλούτου.

Σε καμία νομοθετική μεταρρύθμιση ή πολιτική της απόφαση δεν ευνοούνται οι πολλοί, το δημόσιο συμφέρον δηλαδή, αλλά πάντοτε ευνοούνται συγκεκριμένες ομάδες ιδιωτικών, συνήθως μεγάλων συμφερόντων.

Ξεκινώντας από την οικονομική πολιτική που η κυβέρνηση ακολούθησε για όσους επλήγησαν από την πανδημία και φτάνοντας μέχρι τις μεταρρυθμίσεις που έφερε στα εργασιακά και έως την πολιτική της για την Υγεία, την Παιδεία, τον Πολιτισμό και το Περιβάλλον, μόνιμα ευνοημένοι δεν είναι οι πολλοί της μεσαίας τάξης, αλλά οι λίγοι των ελίτ.

Η οικονομική πολιτική που η κυβέρνηση εφαρμόζει εν μέσω υγειονομικής κρίσης και παρατεταμένου lock down για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και για τους εργαζόμενους, είναι μια πολιτική αδιαφορίας για τους πολλούς και επιλεκτικής ενίσχυσης αποκλειστικά μεγάλων συμφερόντων.

Αυτοί που ευνοήθηκαν σκανδαλωδώς κατά τη διάρκεια του lock down ήταν η Aegean, που έλαβε ενίσχυση από την κυβέρνηση, λόγω πανδημίας, ύψους 120 εκ. Ευρώ, καθώς και οι επιχειρήσεις των λεγόμενων συστημικών και φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ, που με διάφορα προσχήματα έλαβαν είτε απευθείας, είτε μέσω απαλλαγής από τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, περί τα 100 εκ. Ευρώ.
Κι ακόμη, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ευνοήθηκαν μετρημένες στα δάχτυλα επιχειρήσεις κομματικών ή κυβερνητικών φίλων που μέσω απ’ ευθείας αναθέσεων κερδίζουν, την ώρα που οι χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις δίνουν ένα δύσκολο αγώνα για την επιβίωση.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν η μόνη κυβέρνηση στην Ευρώπη που επένδυσε μόλις μονοψήφιο ποσοστό του ΑΕΠ της στην ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, λιανικού εμπορίου, εστίασης, τουρισμού κλπ αλλά και των εργαζομένων και των ελεύθερων επαγγελματιών, όταν τα Ευρωπαϊκά κράτη επένδυσαν ποσοστά της τάξης του 20%, με την Γερμανία της επίσης νεοφιλελεύθερης Μέρκελ να επενδύει το εντυπωσιακό 52% του ΑΕΠ της στην πραγματική οικονομία και τους εργαζόμενους.
Με αποτέλεσμα βέβαια εκεί η ύφεση να είναι τώρα μονοψήφια, ενώ σε εμάς να ανέρχεται σε διψήφια ποσοστά, με κύριο θύμα τη μεσαία τάξη, η οποία επιπλέον πλήττεται και από εκτεταμένη ανεργία...

Μετά το τέλος της πανδημίας το τοπίο της αγοράς δεν θα έχει καμία σχέση με το σημερινό. Εκατοντάδες χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δεν θα αντέξουν στην κρίση θα κλείσουν, ενώ εκατομμύρια εργαζόμενοι θα βρεθούν στο δρόμο. Με τις λίγες μεγάλες επιχειρήσεις που ευνοήθηκαν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, καθώς και συγκεκριμένους διεθνείς ομίλους να κυριαρχούν στην ελληνική αγορά.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εργαζομένων και υπέρ λίγων και μεγάλων οικονομικών συμφερόντων που συνέβη ποτέ στη χώρα.

Αδιάψευστο μάρτυρα της πολιτικής υπέρ των ελίτ αποτελούν όμως και οι μεταρρυθμίσεις στον τομέα των εργασιακών, με την κατάργηση των σημαντικότερων κεκτημένων της εργατικής τάξης. Η απελευθέρωση των απολύσεων, η κατάργηση του οκταώρου, η θεσμοθέτηση απλήρωτων υπερωριών και το τέλος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας προμηνύουν έναν εργασιακό μεσαίωνα τόσο στον δημόσιο, όσο όμως και στον ιδιωτικό τομέα.

Η Υγεία αποτελεί άλλον έναν τομέα όπου η κυβερνητική πολιτική ευνοεί σκανδαλωδώς, εν μέσω μάλιστα σκληρής υγειονομικής και οικονομικής κρίσης για τους πολλούς, τους μεγάλους επιχειρηματίες και τις ιδιωτικές κλινικές. Οι οποίες αντί να επιταχθούν για να προσφέρουν στη δημόσια υγεία σε ίσους όρους με τα δημόσια νοσοκομεία, ενοικιάστηκαν από το δημόσιο έναντι μεγάλων αντιτίμων, είτε και αφέθηκαν ήσυχες να συνεχίσουν να παρέχουν τις επιχειρηματικές τους υπηρεσίες, εν μέσω μείζονος υγειονομικής κρίσης.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση επέλεξε συνειδητά να μην επενδύσει στη θωράκιση του δημόσιου ΕΣΥ, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία και θυσιάζοντας χιλιάδες ζωές που έχασαν τη μάχη με τον κορωνοϊό, επειδή δεν βρήκαν διαθέσιμο κρεβάτι στην εντατική, δεν είναι μια τυχαία επιλογή. Οφείλεται στο κυβερνητικό πρόγραμμα της ΝΔ, σύμφωνα με το οποίο το ΕΣΥ θα ιδιωτικοποιηθεί μέσω ΣΔΙΤ, προς όφελος μεγάλων, προφανώς, οικονομικών συμφερόντων που σήμερα δραστηριοποιούνται στον χώρο της ιδιωτικής υγείας.

Όσο για το επιχείρημα στο οποίο στηρίχθηκε η επικοινωνιακή ρητορική περί «πεταμένων  Ευρώ στις ΜΕΘ», σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση διερωτάται «τι θα γίνονταν οι επιπλέον κλίνες ΜΕΘ στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει, όταν με το καλό η πανδημία τελειώσει», αποδεικνύει περίτρανα ότι το μόνο ενδιαφέρον τους είναι η ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων και όχι η ενίσχυσή τους.
Καθώς ποτέ δεν διερωτήθηκαν αντιστοίχως τι θα γίνουν μετά το τέλος της πανδημίας τα εκατομμύρια που μοίρασαν στην Aegean και στις επιχειρήσεις των ΜΜΕ…

Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν στον τομέα της Παιδείας, όπου η μεταρρύθμιση έχει ταξικό πρόσημο και γίνεται με το βλέμμα στραμμένο στις συγκεκριμένες εκπαιδευτικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα και όχι στο συμφέρον των πολλών.
Το επικοινωνιακό τέχνασμα της Εθνικής Βάσης Εισαγωγής, με πρόσχημα δήθεν την αριστεία στις εισαγωγικές εξετάσεις, μετέτρεψε τεχνηέντως έναν διαγωνισμό με κλειστό και προαποφασισμένο αριθμό εισαγομένων στα ΑΕΙ, σε εξετάσεις διαπίστωσης της γνωστικής επάρκειας των υποψηφίων. Με μοναδικό τελικό αποτέλεσμα να στερούνται 25.000 υποψήφιοι κάθε χρόνο του δικαιώματος να σπουδάζουν στα δημόσια πανεπιστήμια, οι οποίοι και θα στέλνονται σαν πελατεία, στις ιδιωτικές εκπαιδευτικές επιχειρήσεις των αδιαβάθμητων και μη αξιολογημένων κολεγίων. Όπου εκεί βέβαια θα σπουδάζουν μόνο τα παιδιά όσων ανήκουν σε προνομιακή οικονομική κατάσταση, μια νέα ταξική πραγματικότητα που θα βαθύνει τις κοινωνικές ανισότητες στη χώρα μας.


Αυτή είναι η πολιτική της… αριστείας των λίγων και προνομιούχων που υπηρετεί η κυβέρνηση.

Ο τομέας του Πολιτισμού είναι ένας ακόμη τομέας όπου η κυβερνητική πολιτική ζημιώνει τους πολλούς και ευνοεί συγκεκριμένα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Κορυφαίο παράδειγμα το Μετρό της Θεσσαλονίκης. Όπου ο πρωθυπουργός, με προσωπική του πολιτική και όχι βασισμένη σε τεχνικά στοιχεία παρέμβαση, σταμάτησε την εκτέλεση του έργου όπως προχωρούσε και αναμένονταν να ολοκληρωθεί στο τέλος του 2020, με τα σημαντικά αρχαία της Βενιζέλου να αναδεικνύονται στη θέση όπου βρέθηκαν, αυθεντικά και ακέραια. Αντ΄ αυτής της επιλογής, με την οποία είναι σύμφωνη σύσσωμη η επιστημονική κοινότητα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, πρότεινε με πολιτικά και όχι τεχνικά κριτήρια έναν άλλο σχεδιασμό, που προβλέπει τον τεμαχισμό και την απόσπαση των σπουδαίων αρχαιοτήτων, για δύο λόγους.

Πρώτα για να ικανοποιήσει το μικροπολιτικό συμφέρον της ΝΔ, να εκμηδενιστεί έως εξαφανίσεως το σημαντικό έργο που έγινε επί ΣΥΡΙΖΑ, όπου το έργο προχώρησε από το 30% στο 75% της ολοκλήρωσής του.

Και δεύτερον για να μεταφέρει εκατομμύρια Ευρώ από τα δημόσια ταμεία στα ταμεία της μεγάλης εργολαβικής κατασκευαστικής εταιρείας που εκτελεί το έργο, ως αποζημίωση για την καθυστέρηση που η ίδια η κυβέρνηση προκάλεσε.

Τελικό αποτέλεσμα είναι οι απευθείας και εξωδικαστικές αποζημιώσεις, τον πρώτο μόλις χρόνο, να φτάσουν τα 19,5 εκ. ευρώ αντιπαραγωγικού χρήματος, την ώρα που η κυβέρνηση διατείνεται ότι δεν έχει να επενδύσει σε όσες ΜΕΘ χρειάζονται για να μη χάνονται άδικα ζωές. Εντωμεταξύ το έργο του Μετρό παραμένει σταματημένο, τη στιγμή που αν δεν παρενέβαινε ο πρωθυπουργός σήμερα θα λειτουργούσαν οι 17 από τους 18 σταθμούς του. Με μεγάλα θύματα τους εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίους Θεσσαλονικείς που εξακολουθούν να παραμένουν όμηροι των πεπαλαιωμένων λεωφορείων του ΟΑΣΘ που εκτός από τις πλημμελείς και κακές συγκοινωνιακές υπηρεσίες, επιβαρύνουν με καυσαέρια την ατμόσφαιρα της πόλης, συμβάλλοντας αρνητικά στο πρόβλημα ρύπανσης του περιβάλλοντος και της κλιματικής κρίσης.

Ο τομέας του Περιβάλλοντος είναι τέλος ένας ακόμη μεγάλος χαμένος της πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Σπάνια και εξαιρετικής ομορφιάς οικοσυστήματα που μέχρι πρότινος προστατεύονταν από Ευρωπαϊκές συνθήκες προκειμένου να ανήκουν σε όλους, σήμερα ιδιωτικοποιούνται και οικοπεδοποιούνται, προς όφελος των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων που τα εκμεταλλεύονται, μετά από σχετικές κυβερνητικές νομοθετικές παρεμβάσεις που το επιτρέπουν.

Ο τελευταίος που μπορεί να μιλά στο όνομα της μεσαίας τάξης στην Ελλάδα σήμερα είναι η κυβέρνηση της ΝΔ και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.

Θα το διαπιστώσουμε φέτος, καθώς θα είναι το πρώτο τόσο βαθιά ταξικό και άδικο για τους πολλούς Πάσχα, σε σχέση με όλα όσα έχουμε ζήσει.

Ένα Πάσχα που οι πολλοί θα το περάσουμε σταυρωμένοι, θυσία για την Ανάσταση των λίγων και προνομιούχων που ανήκουν στην ολιγαρχία του πλούτου.

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)