to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

18:42 | 01.11.2013

Πάνος Ραμαντάνης

Πολιτισμός

«Σηκώστε τα φουστάνια σας, Κυρίες μου… περνάμε από την Κόλαση»* (ψάχνοντας τους beatniks…)

Αφιέρωμα στους beatniks



«…αυτούς που εμφανίστηκαν πάλι στη Δυτική Ακτή με μούσια και σορτσάκια, ελέγχοντας το F.B.I. με μεγάλα

ειρηνικά μάτια, ερωτικοί στο σκούρο δέρμα τους, πασάροντας δυσνόητες προκηρύξεις,


αυτούς έκαψαν τα μπράτσα τους με τσιγάρο, διαμαρτυρόμενοι για το ναρκωτικό ντουμάνι του Καπιταλισμού,


αυτούς που μοίρασαν Αριστερίστικες μπροσούρες στη Union Square, κλαίγοντας, βγάζοντας τα ρούχα τους,

καθώς οι σειρήνες του Los Alamos τους ξεφώνιζαν, ξεφωνίζοντας τη Wall Street και το ferry boat για το

Staten ξεφώνιζε κι αυτό…»


Απόσπασμα από το ποιήμα του Άλεν Γκίνσμπεργκ «Ουρλιαχτό»

Τι διάολο είναι το Beatnik (κίνημα);  Τι ακριβώς είναι οι beatniks (πρόσωπα); Πως γεννιέται η beatnik γραφή (λογοτεχνία); Αμερική δεκαετία του ’50… κλικ! Ο φακός τραβάει και τα έγχρωμα frames συνθέτουν την μεταπολεμική Αμερική της καπιταλιστικής «άνθισης». Το «Αμερικάνικο Όνειρο» εμφανίζεται (και γίνεται για τους περισσότερους) ως στόχος ζωής για την καλοπληρωμένη (σε σχέση, πάντα, με τον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο και όχι μόνο…) εργατική τάξη. Οι μέρες της κοινωνικής «αφθονίας» βγάζουν προς τα έξω ένα «κουκλίστικο» ρεαλιστικό κάδρο ζωής. Είναι όμως;


Φυσικά και όχι. Πως θα μπορούσε, άλλωστε, να είναι, με την σκιά του Μακαρθισμού να πλανάτε πάνω από την ελεύθερη σκέψη. Πως θα μπορούσε, εξάλλου, να είναι, με τις οσμές της υδρογονοβόμβας νωπές στα ρουθούνια του πλανήτη. Πως θα μπορούσε να είναι, όταν η μόλυνση γινόταν η κύρια φορεσιά των «αστραφτερών» πόλεων. Και τέλος πως θα μπορούσε να είναι, όταν οι κάνες των όπλων, στραμμένες στην Κορέα, ξερνούσαν θάνατο! Ασπρόμαυρες εικόνες που σίγουρα χάλαγαν την «κουκλίστική» καπιταλιστική φωτογραφία των ΗΠΑ και η λέξη αμφισβήτηση άρχισε να (επαν)εμφανίζεται στο Αμερικάνικό κάδρο ζωής.


Αυτή η αμφισβήτηση της άρχουσας κοινωνικής τάξης, αυτή η αντίδραση φυγής και απογείωσης μπροστά στις αυξανόμενες πολεμικές απειλές, στην αθλιότητα των μολυσμένων πόλεων και στην ανάγκη του καπιταλισμού για την ύπαρξη υπερκαταναλωτικών κοινωνιών (κοινωνίες που φτιάχνονται, στην ουσία, για να καταβροχθίζουν τα ίδια τους τα παιδιά) γέννησε και την γενιά των beat ως ένα κίνημα, καταρχάς, αντίδρασης στον κοινωνικό κομφορμισμό.


Νέοι άνθρωποι, μεταξύ των οποίων ποιητές και συγγραφείς, προερχόμενοι κυρίως από τα Πανεπιστήμια της Ανατολικής Ακτής, μαζεύτηκαν στο Σαν Φραντσίσκο και καταδίκασαν σε ανοιχτές ή κλειστές συζητήσεις – συγκεντρώσεις, τόσος το Δυτικό Καπιταλιστικό σύστημα, όσο και τον Ανατολικό Κρατικό Καπιταλισμό (ήταν η εποχή που άρχιζε να ακούγεται πιο συχνά ο όρος κρατικός καπιταλισμός ως χαρακτηρισμός που δινόταν για τον «υπαρκτό» σοσιαλισμό). Οι ίδιοι διάλεξαν την πνευματική πλευρά της ζωής και αρνήθηκαν τα υλικά «οφέλη» που τους πρόσφερε σαν δυνατότητα η κοινωνία της, δήθεν, αφθονίας.


Στην ουσία το beat κίνημα (οι beatniks δηλαδή), εξέφραζε έναν τρόπο σκέψης που παρέπεμπε στην μποέμικη ζωή της Νέας Υόρκης και του Σαν Φρανσίσκο. Δημιούργησε, δηλαδή, ένα επαναστατικό «τρόπο χρήσης» (ο όρος ακούγεται… αδόκιμος, αλλά κάτι τέτοιο ήταν) της καθημερινότητας, φιλτράροντάς τον μέσα από τάσεις εθελούσιας απεξάρτησης από την καπιταλιστική κοινωνία. Για παράδειγμα, την ίδια στιγμή που οι περισσότεροι (συντριπτικά περισσότεροι…) Αμερικανοί μετανάστευαν με ενθουσιασμό στα προάστια, οι Beatniks, συνειδητά, απαρνούμενοι τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής, έφτιαχναν μικρές κολεκτίβες διαβίωσης στα μεγάλα αστικά κέντρα.


Αρνιούνταν πεισματικά τα γυάλινα όνειρα μιας καλοφτιαγμένης και έγχρωμης καπιταλιστικής φυλακής και αντί να… ονειρεύονταν ένα λαμπερό γάμο, γυαλιστερά αυτοκίνητα, εξοχικά με πισίνες, ταξίδευαν (παρέα με μπόλικες σελίδες γεμάτες μελάνι και μερικές αλλαξιές ρούχα) χιλιάδες χιλιόμετρα μελετώντας το φαινόμενο που λέγεται ζωή. Γύρισαν την πλάτη στην κοινωνική ψευδαίσθηση της προσαρμοσμένης ζωής και διαμαρτυρήθηκαν, με τον ιδιαίτερο δικό τους τρόπο, γράφοντας στίχους, ή σκιτσάροντας ή ακόμα και ανακαλύπτοντας μελωδίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα πρωτοτυπίας – πρωτοπορίας; Στην προσπάθεια τους να ξαναβρούν την ουσία της ύπαρξής τους, να (ξανά)ανακαλύψουν δηλαδή τους εαυτούς τους, οι Beatniks, εφηύραν μια νέα Αμερικάνικη ποιητική γλώσσα. Αλλά πάνω απ’ όλα οι «εραστές του beat» εξύμνησαν την επιστροφή στην πρωταρχική μονάδα, το συναίσθημα και χωρίς καμιά αμφιβολία, οι beatniks, προετοίμασαν την πολιτική και πολιτιστική έκρηξη του ’60, το κίνημα των χίπις δηλαδή…


Ο όρος «beat» δημιουργήθηκε (γεννήθηκε ο πιο σωστός όρος) τυχαία, όταν ένα βράδυ (γύρω στα 1948) κατά την απαγγελία ενός ποιήματος ο Τζακ Κερουάκ φώναξε: «Πόσο beat μοιάζουμε όλοι…».  Μετά από αυτό η λέξη «beat» έμελε να ταυτιστεί με ένα ολόκληρο κίνημα. Ο Κέρουακ, εξάλλου, ήταν το πιο ζωντανό κύτταρο του κύκλου των beat λογοτεχνών. Ένας κύκλος που περιλάμβανε τόσο διαφορετικές, αλλά και τόσο παράλληλες σε μια ιδιαίτερη λογική συντροφικότητας, προσωπικότητες. Ουίλιαμ Μπάροουζ, Άλεν Γκίνσμπεργκ, Λώρενς Φερλινγκέτι,  Νιλ Κάσιντι, Γκρέγκορυ Κόρσο, Γκάρι Σνάιντερ, Πίτερ Ορλόφσκι, Νταϊάν Ντι Πρίμα, Ρίτσαρντ Ντέιβιντσον, Τζόζεφ Λεσύερ, Τζακ Μισελίν, είναι μερικά από τα πρόσωπα που συνέθεσαν (ας το δούμε σαν μια μουσική σύνθεση…) την πεζογραφική μελωδία των beatniks!


(μουσικό video για τον Κέρουακ, τον Μπάροουζ, τον Γκίνσμπεργκ)


Την λέξη «beat» ακολούθησαν τρεις διαφορετικές ερμηνείες, όπου και οι τρεις σχετίζονται, άμεσα ή έμμεσα, με τις συνθήκες γέννησης του κινήματος. Κατά την πρώτη ερμηνεία, η λέξη «beat» σήμαινε κάτι που έχει «καταστραφεί», που έχει «ξοδευτεί». Κάτι, δηλαδή, που έχει υποστεί ήττα και έχει οδηγηθεί σε παραίτηση. Κατά την δεύτερη ερμηνεία ο όρος «beat» συνδέεται με την έκσταση του νου που οδηγεί σε μυστικιστικές διαδρομές. Τέλος, κατά την τρίτη ερμηνεία, η λέξη «beat» δηλώνει το ρυθμό της τζαζ, όπου κάθε μουσικό μέτρο του ρυθμού ονομάζεται beat.


Η πρώτη ερμηνεία –η λογική του ηττημένου που έχει «πλαγιάσει» με την απογοήτευση– δείχνει να είναι και η πιο επικρατέστερη (τουλάχιστον στην λογική του Τζακ Κέρουακ). Γιατί αυτό το συναίσθημα είναι που ο Κερουάκ εντοπίζει στον εαυτό του αλλά και στους συντρόφους του που μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά που ποτέ δεν μπορούσαν να ταυτιστούν με την στολή του «στρατιώτη ήρωα», ούτε μπόρεσαν ποτέ να «χωρέσουν» στο κουστούμι του νεογιάπη. Ήταν ηττημένοι γιατί δεν πίστευαν στις προσαρμοσμένες δουλειές του κοινωνικού καθωσπρεπισμού, γιατί έπρεπε να αγωνιστούν για την επιβίωση, ζώντας σε βρώμικα διαμερίσματα, κάνοντας ωτοστόπ σε όλη την χώρα αφού δεν μπορούσαν να μείνουν ακίνητοι χωρίς να βαρεθούν.


Η λέξη beatnik με μια πρώτη ματιά δείχνει πως να έχει να κάνει με τους εραστές – δημιουργούς της beat σκηνής. Πως ακριβώς, όμως, προέκυψε η κατάληξη nik; Στις 2 Απριλίου του 1958, αφού η τρέλα των «beat» είχε επηρεάσει ένα κύμα από αποξενωμένους νέους, ο αρθρογράφος Χερμπ Κάεν (Herb Caen) του Χρονικού του σαν Φρανσίσκο έγραψε μια στήλη στην οποία δημιούργησε τον όρο «Beatnik». Η κατάληξη nik μπορεί να θύμιζε απλές καθημερινές λέξεις, στην πραγματικότητα, όμως, ήταν δανεισμένη από τον «Sputnik», τον δορυφόρο που μόλις είχε απογειωθεί από την Σοβιετική Ένωση, προκαλώντας φόβο (ακούγεται γελοίο αλλά συνέβαινε!) στις καρδιές πολλών Αμερικανών που έτρεμαν τον κομμουνισμό!
Έτσι δημιουργήθηκαν οι «beatniks», η γενιά της ήττας, όπως την χαρακτήρισε ο Γκρέγκορυ Κόρσο αρκετά χρόνια αργότερα. Μια χαμένη γενιά που όμως προσπάθησε να ζωγραφίσει πάνω στην ήττα της… που προσπάθησε να περπατήσει πάνω στο μη–κανονιστικό μέτρο της τζαζ αίσθησης… που προσπάθησε να γράψει την πρωτόγονη μουσική της επαναστατικότητα… που έφτιαξε λογοτεχνία! Κάπως, έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε και η λογοτεχνία των «beat».


Κινούμενη σε παράλληλους (και όχι ίδιους) δρόμους με την αντικομφορμιστική λογική του Σαρτρ και του γαλλικού υπαρξισμού, η  «beat» λογοτεχνία υιοθέτησε κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις πάνω στη σουρεαλιστική αφαιρετικότητα της γραφής. Η παραβίαση της φόρμας αλλά και της νόρμας στη γλώσσα δημιούργησαν, καταρχάς, μια ακατέργαστη σκεπτικιστική δήλωση συναισθημάτων που «χυνόταν» πάνω σε λευκές κόλλες χαρτιού και που στη συνέχεια μεταμορφωνόταν σε κείμενα με πολύ δυνατό περιεχόμενο που ξεπερνούσαν (υπερπηδούσαν…) την στειρότητα μιας απλοϊκής πολιτικής λογοτεχνικής πρόζας!
Έτσι ξεπήδησαν τα πρώτα διαμάντια της σύγχρονης λογοτεχνίας. Παρέα με τις ακατέργαστες σκέψεις, την ατέλειωτη δίψα για δημιουργία, την αιώνια ανάγκη για φευγιό… εκεί στον δρόμο… ανάμεσε σε καπνούς και σκόνες (διαφόρων χρωμάτων), ανάμεσα σε σπερματικά υγρά, αλκοόλ και θάνατο γέννησε ο Τζακ Κέρουακ θαυμάσιες γραφές όπως το ανυπέρβλητο «Στον δρόμο», όπως το «Οι αλήτες του Ντάρμα», όπως το «Μπιγκ Σερ» και την «Ματαιοδοξία του Ντουλουόζ». Εκεί «ξέρασε» την πεζογραφική του μεγαλοφυΐα ο Ουίλιαμ Μπάροουζ δημιουργώντας το «Γυμνό γεύμα», το «Τζάνκι», τις «Πόλεις της κόκκινης νύχτας» και τα «Άγρια αγόρια». Εκεί και ο Άλαν Γκίνσμπεργκ που μίλησε πολιτικά σε μια φοβική Αμερική, που έτρεμε στην ιδέα να ακούσει ότι θα σκότωνε τον καταναλωτισμό της, διαβάζοντας στα υγρά υπόγεια το «Ουρλιαχτό» και την «Αμερική»… Μαζί του και ο Γκρέγκορυ Κόρσο, ο Γιούρι Γκριγκορόβιτς των «Υποχθόνιων» κατά τον Κέρουακ, λουσμένος με «Βενζίνη».


(Ο Άλαν Γκίνσμπεργκ διαβάζει το «Ουρλιαχτό»)


Σιωπή… πηγαίνω στην βιβλιοθήκη και κατεβάσω το «Queer» του Ουίλιαμ Μπάροουζ… αρχίζω να διαβάζω, κολλώντας, γι ακόμη μια φορά, στην εισαγωγή του ίδιου του συγγραφέα: «Όταν ξεκίνησα αυτό το συνοδευτικό κείμενο για το Queer ήμουν καθηλωμένος συγγραφικά, με παντελή απουσία θέλησης να το γράψω, ένα συγγραφικό αδιέξοδο δεσμευτικό σαν ζουρλομανδύας! Ρίχνω μια ματιά στο χειρόγραφο του Queer και αισθάνομαι πως πολύ απλά δεν μπορώ να το διαβάσω. Το παρελθόν μου ήταν ένα δηλητηριασμένο ποτάμι από το οποίο είχα την τύχη να δραπετεύσω και το οποίο ακόμα αισθάνομαι ως άμεση απειλή, χρόνια μετά τα γεγονότα που καταγράφονται – πρόκειται για κάτι αρκούντος οδυνηρό ώστε να δυσκολεύομαι να το διαβάσω, πόσο μαλλον να γράψω γι' αυτό. Κάθε λέξη και χειρονομία που προκαλεί ανησυχία!»


(William S Burroughs – The Junky's Christmas - Full Version, The film was produced by Francis Ford Coppola!!!)


Σιωπή… ξανά και σκέψη. Αυτή είναι η διαφορετικότητα της beat λογοτεχνίας τελικά: Ακόμα και τα εισαγωγικά κείμενα των γραφιάδων τους, αποτελούν μοναδικές πεζογραφικές στιγμές ικανές να δημιουργήσουν λογοτεχνικό κεντρί για ένα νέο τσίμπημα (δημιούργημα)! Κλείνω το βιβλίο ψάχνοντας, ακόμα, τους beatniks…

*Η εισαγωγή του Κάρλος Ουίλιαμς στο «Ουρλιαχτό» του Άλαν Γκίνσμπεργκ

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)