to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

9:38 | 06.12.2021

Κοινωνία

«Σχέδιο για το Πανεπιστήμιο του 2030»: Μια ανάλυση και κριτική από τον Κ. Σταμάτη για το ΙΝΠ

Μια αναλυτική κριτική του καθηγητή Φιλοσοφίας του Δικαίου στο ΑΠΘ, Κώστα Μ. Σταμάτη, επί της συνολικής λογικής, αλλά και των επιμέρους προτάσεων που περιλαμβάνονται στο "Σχέδιο για το Πανεπιστήμιο του 2030", το οποίο καταρτίστηκε από ομάδα που συνεστήθη με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μποδοσάκη και παρουσιάστηκε πρόσφατα, δημοσιεύει το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς


Μια αναλυτική κριτική του καθηγητή Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Κώστα Μ. Σταμάτη, επί της συνολικής λογικής, αλλά και των επιμέρους προτάσεων που περιλαμβάνονται στο "Σχέδιο για το Πανεπιστήμιο του 2030", το οποίο καταρτίστηκε από ομάδα που συνεστήθη με πρωτοβουλία του Ιδρύματος Μποδοσάκη και παρουσιάστηκε πρόσφατα, δημοσιεύει το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς στο πλαίσιο της θεματικής Τεχνολογία & Γνώση.

Διατρέχοντας τις επιμέρους ενότητες του σχεδίου, το κείμενο του Κώστα Μ. Σταμάτη διαβάζει με κριτικό τρόπο τις κατατεθειμένες προτάσεις, αντλώντας επιχειρήματα όχι μόνο από τη συνταγματική σφαίρα, αλλά και από την ακαδημαϊκή και ευρύτερη οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα στη χώρα

Ως προς το σύστημα διοίκησης των ΑΕΙ που προτείνεται στο "Σχέδιο" και την κατάργηση των αιρετών οργάνων διοίκησης:

Το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ, μαζί με την ακαδημαϊκή ελευθερία, επέτρεψαν μετά τη Μεταπολίτευση μία πρωτόγνωρη άνθηση των επιστημών και της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Η αρχή του αυτοδιοίκητου έχει εμπεδωθεί στον ακαδημαϊκό πολιτισμό της χώρας μας, χάρη σε όργανα ευρείας σύνθεσης με γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας, με μέλη αιρετά και με σύντομη θητεία (Γενική Συνέλευση Τμήματος, Σύγκλητος).
[...]

Η Επιτροπή αντιπροτείνει απερίφραστα η πρυτανική αρχή και οι κοσμήτορες να είναι «ανεξάρτητοι» από τη βούληση των συναδέλφων τους, όπως αυτή εκδηλώνεται μέχρι σήμερα με καθολική ψηφοφορία, ανάμεσα σε περισσότερα του ενός, υποψήφια πρυτανικά σχήματα, τα οποία συγκροτούνται ελεύθερα εκ των κάτω, με συλλογικές πρωτοβουλίες μέσα στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Πρόκειται για ευθεία αμφισβήτηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου αυτοδιοίκητου, ως μια αυτοκαθοριζόμενη κοινότητα πανεπιστημιακών δασκάλων που λειτουργούν αληθινά ως collegium. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Πρύτανης είναι πρώτος μεταξύ ίσων, δεν είναι αφεντικό ή εργοδότης.
[...]

Προτείνεται να καθιδρυθεί ένα κλειστό, αδιαπέραστο και πρακτικά ανεξέλεγκτο κύκλωμα εξουσίας, υπό την εξάρτηση του οποίου θα περιέλθουν Πρύτανης, Πρυτανικό Συμβούλιο και Κοσμήτορες, παρά τις περί του αντιθέτου ρηματικές διαβε-βαιώσεις του πορίσματος. Τέτοιο σύστημα είναι απλώς ανεπίδεκτο «συνεχούς και αμοιβαίου ελέγχου» κι εξισορρόπησης (checks and balances), όπως αντιθέτως το εξωραΐζουν οι συντάκτες του εν λόγω πορίσματος (σ. 7). Θα λειτουργεί δίχως θεσμικά αντίβαρα, με ιδεολογική ομοιογένεια σε συντηρητική κατεύθυνση.

Ως προς τη δομή/οργάνωση των ΑΕΙ και τα προγράμματα σπουδών και την αποσύνδεσή τους από μία ορισμένη διακριτή επιστήμη [discipline]:

Υπ’ αυτήν την οπτική γωνία, η Επιτροπή ζητά να επιτραπεί η κατάργηση ή σύμπτυξη ομοειδών Τμημάτων και Σχολών, με αιτιολογικό ότι έχουν δημιουργηθεί πολλά στο χάρτη της ανώτατης εκπαίδευσης. Υποκείμενη ιδέα είναι «να μην οχυρώνονται τα ιδρύματα σε παρωχημένες δομές» επιστημονικής γνώσης (σ. 10), δηλαδή σε διεθνώς καθιερωμένα γνωστικά αντικείμενα των επιστημών. Αλλά να παρέχονται στο φοιτητικό κοινό ποικίλα, ακόμη και ασύνδετα υποσύνολα γνώσεων, θραύσματα από διαφορετικές επιστήμες. Έτσι, όμως, αναιρείται η έννοια «πρόγραμμα σπουδών» στον ίδιο τον πυρήνα της.
Με την προτεινόμενη αποσύνδεση του πτυχίου από ορισμένη επιστήμη, ελλοχεύει ένας πρωτοφανής κίνδυνος για την ανθρώπινη γνώση συνολικά: να σπάσει η ενότητα καθεμιάς από τις επιστήμες, που μόνον αυτή επιτρέπει σφαιρική και κριτική επιστημονική συνείδηση. Και να κατακερματισθεί σε πλειάδα επί μέρους κι ανεπικοινώνητων στοιχείων γνώσης, ως ασύντακτο και πλαδαρό συμπίλημα πληροφοριών.
Συγχρόνως, όμως, καθίστανται τελείως αβέβαιες και οι προοπτικές επαγγελματικής διασφάλισης των αποφοίτων, εάν πρόκειται αυτοί να προσέρχονται στην αγορά εργασίας με ένα πτυχίο «λίγο απ’ όλα». Οι νέοι άνθρωποι θα αποφοιτούν επομένως ως αδαείς σε συγκεκριμένη επιστήμη, ως κάτοχοι πτυχίων ευκολίας, χωρίς κανένα επιστημονικό υπόβαθρο. Αλλά τότε τι αντίκρισμα μπορεί να έχουν τέτοια πτυχία στην αγορά εργασίας;

Ως προς το διδακτικό προσωπικό και τις προτάσεις του "Σχεδίου" για την εισαγωγή διαφοροποιημένων "εξωτερικών" διδασκόντων:

Ανακριβέστατη είναι η υποβολιμαία εκτίμηση της Επιτροπής, ότι «η εσωστρεφής και συντεχνιακή λειτουργία, η «ενδογαμία», καθώς και οι ιδεοληπτικές θεωρήσεις για την αποστολή του πανεπιστημίου έχουν οδηγήσει στην απώλεια σοβαρών στελεχών του και στη μη προσέλκυση νέων» (σ. 14).
Αλήθεια, πόσα σοβαρά στελέχη του πανεπιστημίου άραγε έχουν αποχωρήσει από αυτό και μάλιστα για τους λόγους που εφευρίσκει η Επιτροπή; Η εμπαθής αυτή εκτίμηση διαψεύδεται παταγωδώς από το πασιφανές γεγονός, ότι με κάθε προκήρυξη θέσης μέλους ΔΕΠ εμφανίζεται πλειάδα υποψηφίων για την κατάληψή της –ενίοτε περισσότεροι από δέκα–, αρκετοί από τους οποίους όντως αξιόλογοι.
Εξ άλλου, εάν αξιόλογοι/-ες επιστήμονες και διδάκτορες της χώρας μεταναστεύουν στο εξωτερικό, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι α) η μεν ελληνική Πολιτεία έχει πτωχεύσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, β) η δε ιδιωτική οικονομία αδυνατεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, στοιχειωδώς καλά αμειβόμενες, ώστε να μειωθεί η ανεργία στον ενεργό πληθυσμό. Ζήτημα είναι αν έστω και 15% των επιχειρηματικών κερδών επανεπεν-δύεται στον παραγωγικό ιστό της χώρας. Η βαθιά οικονομική κρίση στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας επιδεινώνεται σήμερα δραματικά, με υπέρογκο και μη διαχειρίσιμο χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό. Μία από τις απορρέουσες επιπτώσεις είναι ότι θέσεις μελών ΔΕΠ στα ελληνικά πανεπιστήμια δίνονται από την πολιτική ηγεσία καθυστερημένα και με το σταγονόμετρο.

Ως προς την πρόταση για χρηματοδότηση της έρευνας και της διδασκαλίας από ιδιωτικούς φορείς:

Στο θέμα αυτό το πόρισμα της Επιτροπής επικαλείται για πολλοστή φορά το ποθητό γι’ αυτήν άνοιγμα των ΑΕΙ στις δυνάμεις της αγοράς. Κατά πλήρη παραγνώριση της πραγματικότητας, εκλαμβάνει ως αυτόδηλο δεδομένο, ότι ο ιδιωτικός τομέας της ελληνικής οικονομίας, ιδίως η βιομηχανία, διαθέτει δήθεν θαλερό δυναμισμό και προοπτική για ζήτηση έρευνας από τα πανεπιστήμια, σαν να ήταν η χώρα μας βιομηχανική δύναμη στο διεθνές οικονομικό γίγνεσθαι!
Υπ’ αυτές τις συνθήκες η αενάως επαναλαμβανόμενη επίκληση για χρηματοδότηση της έρευνας από τις ελληνικές επιχειρήσεις πέφτει μονίμως στο κενό, ως ανεκπλήρωτη ευχή και φρούδα ελπίδα. Το ίδιο ισχύει πάνω-κάτω και για τη λαχτάρα των συντακτών του Σχεδίου να υπάρξει «χρηματοδότηση από τον ιδιωτικό τομέα θέσεων καθηγητών και ερευνητών» (σ. 16). Π.χ. ολόκληρη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, παρά την απλόχερη ανακεφαλαιοποίησή της χάρη σε κρατικούς και κοινοτικούς πόρους, αποφάσισε να σταματήσει την εκδοτική δραστηριότητα –και όχι μόνο– στο εξαιρετικά πετυχημένο επί μακρά σειρά ετών Μορφωτικό της Ίδρυμα, σαν να επρόκειτο για οχληρό βαρίδιο στην κερδοφορία της.

Ως προς την αυτονομία και τη λογοδοσία και τις προτάσεις του σχεδίου για αξιολόγηση και διαφοροποιημένη χρηματοδότηση των ΑΕΙ:

Το κείμενο της Επιτροπής κρίνει ότι τα πανεπιστήμια «πρέπει να διαφοροποιούνται ανάλογα με τον χαρακτήρα καθενός, με σταθερή μέριμνα την επίτευξη της αριστείας». Πρακτικά η διαφοροποίηση αυτή νοείται ως ανισομερής χρηματοδότηση των αντίστοιχων ΑΕΙ. «Η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων πρέπει να συνδέεται με την αξιολόγησή τους» (σ. 23). Συνεπώς τα Πανεπιστήμια με καλύτερες επιδόσεις θα δικαιούνται μεγαλύτερη χρηματοδότηση από τα άλλα, τα οποία έτσι θα στιγματίζονται για το λόγο ότι δεν τα κατάφεραν καλά.
Εν προκειμένω, η προτεινόμενη ανισοδύναμη χρηματοδότηση αποπνέει έναν κυνικό πανεπιστημιακό δαρβινισμό: «επικρατεί ο ισχυρότερος», τα πιο παλαιά και μεγάλα, εύρωστα και αποδοτικά ΑΕΙ. Γιατί, όμως, να μην ισχύει περί-που το αντίστροφο από αυτό που εισηγείται η Επιτροπή; Γιατί να μην ενισχύει η κρατική χρηματοδότηση τα «πιο αδύναμα», νεότερα, μικρότερα και δη περιφερειακά πανεπιστήμια, αφού αυτά ακριβώς είναι που χρήζουν καλύτερης χρηματοδότησης, προκειμένου να αναπτυχθούν περισσότερο.

Τα συμπεράσματα της ανάλυσης:

Στη βάση της σημείο προς σημείο κριτικής ανάλυσης του «Σχεδίου δράσης για το Πανεπιστήμιο του 2030», ο συγγραφέας καταλήγει σε τρία βασικά συμπεράσματα:

Πρώτον, ότι το εν λόγω Σχέδιο προτείνει μια δέσμη ιδεών σημαντικό τμήμα της οποίας έρχεται σε απόκλιση ή και ευθεία αντίθεση στο ισχύον Σύνταγμα της χώρας.
Δεύτερον, ότι το κείμενο χαρακτηρίζεται από την "ιδεοληπτική εμμονή να προτείνεται κατά κόρον κάτι ερήμην της ξεροκέφαλης πραγματικότητας: το άνοιγμα των ΑΕΙ στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, μολονότι αυτός, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τελεί σε πλήρη αδυναμία ή έστω απροθυμία να συνδράμει τα πανεπιστήμια σε οτιδήποτε".
Τρίτον, ότι η οικονομική αυτοτέλεια των ΑΕΙ (πρέπει να) "νοείται αντικειμενικά η ανεξαρτησία τους από εξωτερικά κέντρα επιρροής, όπως η κυβέρνηση από τη μία πλευρά και ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα από την άλλη" και, επομένως "έρευνα χρηματοδοτούμενη από ιδιωτικά κεφάλαια δεν μπορεί να αναπτύσσει ερευνητικά προγράμματα σε θέματα και με πνεύμα μη αρεστά στην επιχειρηματική τάξη. Η οικονομική αυτοτέλεια των ΑΕΙ πλήττεται καίρια, όταν είτε εξαρτάται από ιδιώτες χορηγούς ή δανειστές είτε η δημόσια οικονομική στήριξη των ΑΕΙ δίνεται υπό τον όρο της «αριστείας»".

Διαβάστε ολόκληρη την ανάλυση:

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)