to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

15:38 | 29.11.2019

πηγή: Η Αυγή

Πολιτισμός

Σ. Σινόπουλος: Jazz και παραδοσιακές ελληνικές μουσικές «ιστορίες» διαμέσου μιας πολίτικης λύρας

Με την ευκαιρία της επίσημης παρουσίασης του δεύτερου στην Αθήνα και συγκεκριμένα την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου στον πολυχώρο «Ιανός» συνομιλήσαμε με τον Σωκράτη Σινόπουλο για το αν και πως οι ταλαντώσεις των χορδών της πολίτικης λύρας μπορούν να γίνουν τόσο ευρείας ώστε να φτάσουν να αγκαλιάσουν και να περιλάβουν την ελευθερία της jazz και του αυτοσχεδιασμού της


Ο Σωκράτης Σινόπουλος είναι δεξιοτέχνης της πολίτικης λύρας και του πολίτικου λαούτου που μαθήτευσε δίπλα σε κορυφαίες φυσιογνωμίες της παραδοσιακής μουσικής μας όπως η αείμνηστη Δόμνα Σαμίου αλά και ο Ross Daly και στη συνέχεια συνεργάστηκε και έπαιξε μαζί τους αλλά και με πολλά άλλα σημαντικά ονόματα από όλο σχεδόν το εύρος της ελληνικής μουσικής.

Είχε και στο παρελθόν κυκλοφορήσει προσωπικές δισκογραφικές εργασίες αλλά πριν λίγα χρόνια αποφάσισε να διερευνήσει τις δυνατότητες επιμειξίας της παραδοσιακής μουσικής μας με την jazz.

Για τον σκοπό αυτό σχημάτισε ένα κουαρτέτο το οποίο συναπαρτίζεται από τον πιανίστα Γιάννη Κυριμκυρίδη, τον κοντραμπασίστα Δημήτρη Τσεκούρα και τον ντράμερ Δημήτρη Εμμανουήλ και του οποίου η εργασία εκτιμήθηκε τόσο από τον Manfred Eicher ώστε το '15 κυκλοφόρησε από την εγκυρότερη ευρωπαϊκή jazz εταιρεία, την γερμανική ECM του τελευταίου, ο πρώτος δίσκος του «Eight Winds» που τον ακολούθησε στις αρχές της εφετινής χρονιάς το «Metamodal».

Με την ευκαιρία της επίσημης παρουσίασης του δεύτερου στην Αθήνα και συγκεκριμένα την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου στον πολυχώρο «Ιανός» συνομιλήσαμε με τον Σωκράτη Σινόπουλο για το αν και πως οι ταλαντώσεις των χορδών της πολίτικης λύρας μπορούν να γίνουν τόσο ευρείας ώστε να φτάσουν να αγκαλιάσουν και να περιλάβουν την ελευθερία της jazz και του αυτοσχεδιασμού της.

Αναλυτικά η συνέντευξη

- Πόσο διαφορετικός ήταν ο τρόπος που προετοίμασες καθέναν από τους δύο δίσκους σου και ποιες διαφορές είχε αυτό στο τελικό αποτέλεσμα;

Δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στον τρόπο προετοιμασίας. Προσωπικά αισθάνομαι τον δεύτερο δίσκο ως φυσική συνέχεια του πρώτου. Ίσως μια διαφορά είναι ότι πριν την ηχογράφηση του δεύτερου είχαμε ήδη παίξει ζωντανά με το κουαρτέτο εντατικά επί τρία χρόνια οπότε ήμασταν πολύ δεμένοι. Τελικά θα έλεγα ότι τις όποιες διαφορές τις όρισε σε μεγάλο βαθμό ο χρόνος και ο αντίκτυπος που αυτός έχει τόσο στο ίδιο το μουσικό υλικό όσο και, κυρίως, σε εμάς τους ίδιους και στην μεταξύ μας μουσική αλλά και ανθρώπινη σχέση.

- Ικανοποιημένος από την μέχρι τώρα αποδοχή του δεύτερου album, τόσο ως δισκογραφικού προϊόντος όσο και στις συναυλίες που πραγματοποίησεςς παρουσιάζοντας το και σε αμφότερες τις περιπτώσεις εντός και εκτός Ελλάδας;

Ναι, είμαι ικανοποιημένος, δεδομένων και των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η δισκογραφία. Ευτυχώς ηχογραφούμε για μιαν εταιρεία που έχει διεθνή παρουσία οπότε η μουσική μας μπορεί να φτάσει παντού. Στις συναυλίες επίσης είναι πολύ θερμή η ανταπόκριση του κοινού, τόσο εδώ όσο και στο εξωτερικό.

- Έχοντας φτάσει πια στον δεύτερο δίσκο ποια και πόσο μεγάλη θεωρείς ότι είναι η σχέση αυτού που κάνεις με την jazz;

Η jazz είναι μία από τις συνιστώσες αυτού που κάνουμε με το κουαρτέτο. Χρησιμοποιούμε κάποιες οικείες φόρμες της, βέβαια τον αυτοσχεδιασμό ή εμπνεόμαστε από τους σπουδαίους μουσικούς της. Συνεπώς υπάρχει κάποια σχέση, όπως όμως υπάρχει και με τις παραδοσιακές μουσικές της Ελλάδας, της Μεσογείου και τις παγκόσμιες, με την κλασική, την σύγχρονη μουσική κ.λπ. Προσπαθούμε να αποφεύγουμε τις ταμπέλες και τα κλισέ και να κάνουμε μόνον αυτό που μας εκφράζει.

- Θα αποκαλούσες αλήθεια  - ή πιστεύεις ότι θα το κάνεις στο μέλλον – τον εαυτό σου jazz μουσικό;

Επειδή ακριβώς δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες, όχι. Προτιμώ το απλό μουσικός και το λυράρης ακόμα καλύτερα. Αν υπάρχει άλλωστε μια μουσική που τη θεωρώ δική μου, αφετηρία μου, αυτή είναι η παραδοσιακή μουσική μας οπότε, αν πραγματικά δεχόμουν πίεση να αυτοπροσδιοριστώ με μια ταμπέλα, μάλλον αυτή θα χρησιμοποιούσα.

- Η προηγούμενη ερώτηση έχει να κάνει και με την σχέση σου με την ECM. Πώς εξελίσσεται και είσαι ευχαριστημένος από αυτήν, αισθάνεσαι «σαν στο σπίτι σου» εκεί;

Αισθάνομαι απόλυτα «σαν στο σπίτι μου» διότι η ECM, εκτός από τις κυκλοφορίες αμιγώς jazz ή κλασικής μουσικής, υποστηρίζει με θέρμη και τόλμη πολλές εργασίες που κινούνται εκτός συγκεκριμένων ιδιωμάτων όπως η δική μας. Θα έλεγα ότι αυτή η τόλμη, η έκδοση για παράδειγμα εργασιών με μόνο κριτήριο την καλλιτεχνική ποιότητα και όχι την εμπορικότητα, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που έχουν κάνει την ECM μια ξεχωριστή εταιρεία η οποία υποστηρίζει με συνέπεια αυτή την ταυτότητα και φυσιογνωμία της επί μισόν αιώνα.

- Πώς και δεν χρησιμοποιείς και το λαούτο εκτός από την λύρα σε αυτό το υλικό, σκέφτεσαι να το κάνεις μήπως στο μέλλον; Και με την ευκαιρία, ειδικά σε αυτό το υλικό που, όπως και να το κάνουμε, διαπνέεται από μια jazz θεώρηση, δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό να ξαναπιάσεις το πρώτο όργανο σου, την κλασική κιθάρα;  

Το λαούτο είναι ένα πολύ αγαπημένο μου όργανο και έχει υπάρξει μια εποχή, όταν συμμετείχα σε ορχήστρες παραδοσιακής μουσικής όπως αυτή της Δόμνας Σαμίου, που έπαιζα περισσότερο λαούτο παρά λύρα. Τώρα όμως, στα πιο δικά μου πράγματα, αισθάνομαι και λειτουργώ σαν...αφηγητής, προτιμώ τη λύρα ως αφηγηματική φωνή και νομίζω πως αν αλλάξω αυτόν τον ήχο έστω και λίγο θα χαθεί κάτι από την αφήγηση και την ροή της. Αλλά δεν αποκλείω να χρησιμοποιήσω ξανά το λαούτο στο μέλλον. Όσο για την κιθάρα δυστυχώς την έχω αφήσει αρκετό καιρό και πλέον θα αισθανόμουν άβολα να παίξω δημόσια!

- Ποιες είναι οι εντυπώσεις σου από την μέχρι τώρα συνεργασία σου με ένα άλλο και αναμφίβολα το μεγαλύτερο όνομα της ECM από την Ελλάδα, την Ελένη Καραϊνδρου;

Οι καλύτερες! Η Ελένη Καραΐνδρου είναι ένας μοναδικός άνθρωπος που αγκαλιάζει με αγάπη τους συνεργάτες της. Σε αυτήν άλλωστε οφείλω και την πρώτη επαφή μου με την ECM. Συνεχίζω να συμμετέχω με μεγάλη χαρά στις συναυλίες και τις ηχογραφήσεις της.

- Πόσο έχει αλλάξει και προς ποια κατεύθυνση ίσως το υλικό του δίσκου στις μέχρι τώρα συναυλίες σας, στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό;

Το υλικό παραμένει γενικά ίδιο, αυτό που αλλάζει είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ των μουσικών του κουαρτέτου η οποία επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, ώστε πολλές φορές είναι και για εμάς τους ίδιους  έκπληξη η κατεύθυνση προς την οποία μπορεί να οδηγηθεί ένα κομμάτι στις συναυλίες μας. Αυτό αφορά κατά κύριο λόγο στα αυτοσχεδιαστικά μέρη του υλικού.

- Και τι θα είχες να πεις σχετικά με την επικείμενη εμφάνιση σας στον «Ιανό»; Τι να περιμένει το κοινό που θα την παρακολουθήσει από αυτήν;

Θα είναι η πρώτη φορά που θα παίξουμε ολόκληρο το δεύτερο album μας, του «Metamodal», μαζί φυσικά με κάποια αποσπάσματα από το πρώτο. Ανυπομονώ για αυτή την εμφάνιση διότι έρχεται αμέσως μετά από την πρόσφατη ευρωπαϊκή περιοδεία μας οπότε είμαστε ακόμα πολύ «ζεστοί» και επίσης θα είναι η τελευταία μας συναυλία στην Αθήνα για την εφετινή χρονιά.

Όσοι και όσες λοιπόν όχι μόνο δεν έχετε πρόβλημα αλλά και απολαμβάνετε την παραδοσιακή μουσική μας με...άρωμα και γεύση από jazz δεν έχετε άλλον και καλύτερο προορισμό για την Παρασκευή το βράδυ από το «πατάρι» του πολυχώρου «Ιανός»...

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)