to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Προτεραιότητα μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας ή εργασίας;

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως ο παραγωγικός μετασχηματισμός της οικονομίας στην πορεία μετάβασης προς τον δημοκρατικό οικο-σοσιαλισμό προϋποθέτει τη συγκρότηση μιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ μισθωτών και μικρομεσαίων εισοδηματικά τάξεων.


Ένα ζήτημα είναι ποιους περιλαμβάνουν αυτές οι μικρομεσαίες τάξεις. Κατά κανόνα, σε αυτές συμμετέχουν οι αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες, ο μικρός αγροτικός κλήρος και οι πολύ μικροί επιχειρηματίες, οι οποίοι απασχολούνται οι ίδιοι ως απλοί εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις τους, έχοντας στη δούλεψή τους 1-2 ακόμη εργαζόμενους (συνήθως ένα οικογενειακό μέλος ή και έναν επιπλέον εργαζόμενο, για να καλύπτονται οι ανάγκες ολοήμερης λειτουργίας της επιχείρησης). Αυτού του είδους οι πολύ μικροί επιχειρηματίες που είναι συγχρόνως και εργαζόμενοι, έχουν κατά βάση συγγενή ή συγκλίνοντα συμφέροντα με τον μεγάλο όγκο της μισθωτής εργασίας και είναι ικανοί να συμπήξουν συμμαχία μαζί της.

Δεν μπορούμε, όμως, να ισχυριστούμε το ίδιο για όσες Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜμΕ) απασχολούν περισσότερους εργαζόμενους, για τον απλό λόγο ότι –στο βαθμό που δεχόμαστε την έννοια της εξαγωγής υπεραξίας μέσω της εργασιακής εκμετάλλευσης, που είναι θεμελιακή στην κοσμοθεωρία της Αριστεράς– τα συμφέροντα του εργαζόμενου (από την εργασία του οποίου εξάγεται η υπεραξία) και του εργοδότη (ο οποίος την ιδιοποιείται) είναι αντίθετα. Βεβαίως, ο μικρός επιχειρηματίας συχνά χάνει σημαντικό μέρος της υπεραξίας που ιδιοποιείται εξαιτίας της ληστρικής αφαίμαξης που του προκαλούν οι μεγάλες επιχειρήσεις μέσω του μηχανισμού ολιγοπωλιακής διαμόρφωσης των τιμών. Γι’ αυτό και σε συνθήκες κρίσης αντιμετωπίζει πρόβλημα επιβίωσης. Όμως αυτό δεν σημαίνει πως έχει μεσοπρόθεσμα κοινά ή συγκλίνοντα συμφέροντα με τον κόσμο των μισθωτών.

Αναγκαία διάκριση

Ένα άλλο ζήτημα είναι αν συνδυάζουμε τα μέτρα στήριξης των ΜμΕ με τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Δεδομένου ότι το πολύ μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων αποτελεί χρόνιο δομικό πρόβλημα και εμπόδιο στην εξωστρεφή ανάπτυξη και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας, επιβάλλεται η σύνδεση των μέτρων στήριξης με κίνητρα ή όρους συνεταιριστικής οργάνωσης των ΜμΕ. Διαφορετικά το μικρό επιχειρηματικό μέγεθος θα διατηρείται ή και θα μειώνεται διαχρονικά.

Από την άποψη αυτή, το Σχέδιο Επανεκκίνησης της οικονομίας που δημοσίευσε προ ημερών το οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ ελέγχεται ως προς το σκέλος ενίσχυσης των ΜμΕ (2ος Πυλώνας), γιατί δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ τους, ούτε πριμοδοτεί συγχωνεύσεις. Και επειδή ακριβώς αυτή η απροσδιοριστία παραπέμπει στον ευρωπαϊκά καθιερωμένο ορισμό της ΜμΕ ως αυτής που απασχολεί λιγότερους από 50 εργαζόμενους και έχει τζίρο μικρότερο των 250 εκατ. ευρώ, αυτό σημαίνει πως στις επιδοτούμενες ελληνικές ΜμΕ υπάγεται το 99,99% των ελληνικών επιχειρήσεων, δηλαδή 821.209 επιχειρήσεις (βλ. Πίνακα 1). Όμως, ακόμη και αν δεχθούμε τον ελληνικό ορισμό των ΜμΕ (έως 50 εργαζόμενοι), που υποστήριξε ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ κ. Καββαθάς, μιλάμε για το 99,8% του συνόλου των ελληνικών επιχειρήσεων.

Με άλλα λόγια, εάν πράγματι δεν επιλέξουμε ποιες από τις ΜμΕ επιδιώκουμε να ενισχύσουμε, τα μέτρα τόνωσης της ρευστότητας που σχεδιάζει το κόμμα δεν θα αφορούν τις αδύναμες πολύ μικρές επιχειρήσεις, αλλά τη συντριπτική πλειονότητα του επιχειρηματικού κεφαλαίου (που απασχολεί το 89% του συνόλου των μισθωτών), με την εξαίρεση 2.500 μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων. Να σημειωθεί, δε, πως αρκετές από αυτές τις ΜμΕ είναι ήδη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο αντλώντας από εκεί κεφάλαια.

Προτεραιότητα στην εργατική τάξη

Και το ερώτημα που τίθεται σχετικά είναι: γιατί ενώ σαν αριστερό ριζοσπαστικό κόμμα στηριζόμαστε πρωτίστως στη μισθωτή εργασία και εκτιμούμε, μάλιστα, πως η «μητέρα όλων των μαχών» θα δοθεί στα εργασιακά, συγχρόνως δίνουμε προτεραιότητα στη μεσαία αστική τάξη; Περί αυτού ο πρόεδρος Α. Τσίπρας ήταν σαφής: «Ο κρίσιμος παράγοντας για την επανεκκίνηση της οικονομίας είναι οι άνθρωποι που αποτελούν τον πυρήνα της… Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αγρότες. Δηλαδή η μεσαία τάξη. Αυτή που χτυπήθηκε περισσότερο μέσα στην πανδημία». Απόδειξη; «Τα 7 στα 10 νοικοκυριά με κύρια πηγή εισοδήματος την επιχειρηματική δραστηριότητα υπέστησαν μείωση εισοδήματος, με μέσο όρο μείωσης 27,2%» (ΑΥΓΗ 13-4-21).

Κανείς βέβαια δεν αμφιβάλλει για το πλήγμα που υπέστη η μεσαία τάξη: 150 εκατ. άνθρωποι υποχώρησαν στην κοινωνικοοικονομική κλίμακα διεθνώς εξαιτίας της πανδημίας το 2020 (βλ. Καθημερινή 11-4-21). Όμως, αν στην Ελλάδα η μέση μείωση εισοδήματος των ΜμΕ ήταν 27%, η αντίστοιχη της μισθωτής εργασίας ήταν πολύ περισσότερο: σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (Δελτίο Απριλίου), το 27% των μισθωτών είτε έχασε την εργασία του ή/και γνώρισε μείωση χρόνου εργασίας, είτε βρέθηκε σε καθεστώς αναστολής και επιδότησης (το υψηλότερο στην ΕΕ), με συνέπεια ο μέσος μισθός για 875.000 μισθωτούς να υποχωρήσει από 940 σε 530 ευρώ, σημειώνοντας πτώση κατά 44%!

Το ΙΝΕ εκτιμά (βάσει στοιχείων ΕΛΣΤΑΤ και ILO) πως οι ώρες εργασίας που χάθηκαν αναλογούν σε 493.000 χαμένες θέσεις απασχόλησης, κάτι που θα φανεί ως διόγκωση της ανεργίας μόλις αποσυρθούν τα μέτρα κρατικής στήριξης στα τέλη του έτους. Εκτίμηση που συμμερίζεται ποιοτικά και η Τράπεζα της Ελλάδας (Έκθεση Διοικητή, Απρίλιος 2021).

Με βάση τα παραπάνω, προτεραιότητα στήριξης της κοινωνίας και μέσω αυτής της οικονομίας έχει η μισθωτή εργασία. Κάτι που ελπίζουμε να φανεί προσεχώς, όταν θα ανακοινωθεί και το υπόλοιπο μέρος του κυβερνητικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ που θα αφορά το σχέδιο αξιοποίησης του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Με αυτό δεν εννοούμε τα αμυντικά μέτρα επαναφοράς των ΣΣΕ και της κατάργησης του αντεργατικών νομοθετικών ρυθμίσεων της ΝΔ, αλλά τη σαφή και κοστολογημένη λήψη ενεργητικών μέτρων στήριξης της εργασίας, κυρίως με δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης στο δημόσιο και κοινωνικό τομέα.

Εναλλακτική οικονομική πολιτική

Σημείο εξαιρετικά κρίσιμο, γιατί υποκρύπτει και μία διαφορετική εναλλακτική θεώρηση σχετικά με μία αποτελεσματική αντικυκλική οικονομική πολιτική. Συγκεκριμένα, ενώ η συμβατική διαχείριση της δημοσιονομικής πολιτικής στοχεύει στη διάχυση «από πάνω προς τα κάτω» των όποιων ωφελειών στήριξης των επιχειρήσεων προς τους εργαζόμενους, μία αριστερή ριζοσπαστική εναλλακτική διαχείριση οφείλει να ακολουθεί την ακριβώς αντίθετη φορά, «από κάτω προς τα πάνω», δηλαδή την ενίσχυση με θέσεις εργασίας και αύξησης μισθών της εργατικής αγοραστικής δύναμης, που είναι και η βασική πηγή ζήτησης των ΜμΕ.

Με άλλα λόγια, η δημοσιονομική πολιτική δεν θα πρέπει να ενισχύει τον επιχειρηματικό τομέα, υποθέτοντας τη δημιουργία θέσεων εργασίας, αλλά να δημιουργεί θέσεις εργασίας –μέσω προγραμμάτων εγγυημένης απασχόλησης και μείωσης χρόνου εργασίας– για όλους όσους επιθυμούν και είναι ικανοί να εργαστούν.

Τέλος, μία παράκληση προς την ηγεσία: όταν ισχυριζόμαστε πως το πρόγραμμα πχ των 5,7 δισ. είναι κοστολογημένο, ας δημοσιεύουμε και την αναλυτική κατάσταση ανά κονδύλι/κατηγορία –όπως πχ έκανε ο Σάντερς στις ΗΠΑ– ώστε να μη δεχόμαστε ανυπεράσπιστοι τα κυβερνητικά βέλη της αμφισβήτησης.

tags: άρθρα

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)