to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

16:21 | 09.09.2014

Πολιτική

Πρόταση θέσεων για την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία για το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ

Προς διαβούλευση


ΠΡΟΤΑΣΗ ΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ  ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΣΥΝΟΨΗ                                                                                                                3

1. Εισαγωγή                                                                                                           4

        1.1 Ορισμοί

        1.2 Η εξέλιξη της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας

2. Αποτύπωση της κατάστασης: Η κρίση και οι μορφές Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας στην Ελλάδα                                                                                           7

        2.1 Κινηματικές πρωτοβουλίες μέσα στην κρίση

        2.2 Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση – η κυβερνητική πολιτική

        2.3 Αργούσα Περιουσία

        2.4 Το ζήτημα του θεσμικού πλαισίου

3. Άξονες Παρέμβασης                                                                                           12

                3.1 Γενικοί στόχοι

                3.2 Θεσμικές Αλλαγές

                3.3 Χρηματοδότηση

4. Επίλογος                                                                                                            17


ΣΥΝΟΨΗ

Ο στόχος του κειμένου είναι να ορίσει την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία (ΚΑΟ), να καταγράψει την υπάρχουσα κατάσταση και να δώσει πολιτικές κατευθύνσεις, στη βάση των οποίων θα στηριχθούν και θα αναπτυχθούν ο κοινωνικός τομέας και ο αλληλέγγυος τομέας, στο πλαίσιο της οικονομικής δραστηριότητας από την Κυβέρνηση της Αριστεράς. Στο πρώτο τμήμα του κειμένου δίνονται οι ορισμοί για την Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία, και στη συνέχεια παρουσιάζεται συνοπτικά η εξέλιξη της ΚΑΟ και οι διαφορετικές κατευθύνσεις που μπορεί να πάρει ανάλογα και με τις συνθήκες υπό τις οποίες εμφανίζεται και διευρύνεται. Στο δεύτερο μέρος επιχειρείται η αποτύπωση της παρούσας κατάστασης στην Ελλάδα. Παρουσιάζονται οι κινηματικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο αλληλέγγυας οικονομίας, η νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση που προωθείται από την κυβερνητική πολιτική, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα εγχειρήματα ΚΑΟ, και ιδιαίτερα το ζήτημα του θεσμικού πλαισίου, και τα προνομιακά πεδία στα οποία μπορεί να στηριχθεί η διεύρυνση της ΚΑΟ. Στο τρίτο μέρος παρουσιάζονται οι άξονες παρέμβασης και οι συγκεκριμένες πολιτικές που θα ακολουθήσει η Κυβέρνηση της Αριστεράς, για τη στήριξη και  διεύρυνση του τομέα της ΚΑΟ. Προτείνονται παρεμβάσεις που αφορούν την στήριξη των κινηματικών πρωτοβουλιών, αλλά και κεντρικές πολιτικές παρεμβάσεις που αφορούν το θεσμικό πλαίσιο και τη χρηματοδότηση. Η γενική στρατηγική αφορά την ανάπτυξη της ΚΑΟ σε όλους τους κλάδους και τομείς της οικονομίας, και την επίτευξη της ευρείας δικτύωσης των δομών αυτών προκειμένου να ενισχυθεί η βιωσιμότητά τους με κριτήριο πρωτίστως την κοινωνική τους χρησιμότητα στη βάση της κάλυψης αναγκών και όχι της κερδοφορίας. Σε θεσμικό επίπεδο, προέχουν η δημιουργία ενιαίου θεσμικού και φορολογικού πλαισίου, η συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων για το σύνολο των δομών ΚΑΟ σε ένα φορέα, η δημιουργία υποστηρικτικών δομών, και νομοθετική ρύθμιση για την αξιοποίηση του αργούντος παραγωγικού δυναμικού. Για το ζήτημα της χρηματοδότησης προτείνεται βραχυπρόθεσμα η χρηματοδότηση από υπάρχοντα προγράμματα, αλλά και μέσα από ευνοϊκή δανειοδοτική πολιτική, μεσοπρόθεσμα η στήριξη της ΚΑΟ μέσα από Τράπεζα Ειδικού Σκοπού και η ενεργοποίηση του Ταμείου Κοινωνικής Οικονομίας, και μακροπρόθεσμα η στήριξη της δημιουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών εργαλείων από τις ίδιες τις δομές ΚΑΟ.

1. Εισαγωγή

1.1 Ορισμοί

Με βάση τη σχετική θεωρία, η Κοινωνική Οικονομία αποτελείται από τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις, τα συνεργατικά εγχειρήματα, τις οργανώσεις και τα κοινά ταμεία ομάδων εργαζομένων ή πολιτών, που συγκροτούνται για την εκπλήρωση ενός κοινωνικού σκοπού, όπως η δημιουργία ή διατήρηση θέσεων απασχόλησης, η προσφορά υπηρεσιών πρόνοιας και περίθαλψης, ή άλλων κοινωνικών υπηρεσιών.

Μέρος αυτών των συνεταιρισμών, οργανώσεων, ή ομάδων, λειτουργούν με συλλογικές και δημοκρατικές διαδικασίες και εγκαθιδρύουν μεθόδους εξισωτικές ως προς την κατανομή του πλεονάσματος (σε είδος ή χρήμα) των δραστηριοτήτων τους. Οι οντότητες αυτές, που συνδυάζουν τον κοινωνικό σκοπό, τη δημοκρατική λειτουργία και τις εξισωτικές μεθόδους αμοιβών, και είναι παρούσες σε όλες τις χώρες με αναπτυγμένη ΚΑΟ, εντάσσονται συνήθως στον κοινωνικό και πολιτικό χώρο που ασκεί κριτική στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, και περιγράφονται συνήθως με τον όρο Αλληλέγγυα Οικονομία.

Επιπλέον, στην Αλληλέγγυα Οικονομία εντάσσονται και δομές αλληλεγγύης, που συγκροτούνται μεν στη βάση της εθελοντικής προσφοράς (και επομένως δεν δημιουργούν σταθερές και αμειβόμενες θέσεις απασχόλησης), αλλά παράγουν και παρέχουν αγαθά και υπηρεσίες για την κάλυψη αναγκών, και όχι για την ανταλλαγή και το κέρδος. Οι δομές αυτές, παρότι εκ πρώτης όψης δεν φαίνεται να δημιουργούν σημαντικό οικονομικό αποτέλεσμα, εντούτοις συμβάλλουν στην οικονομική δραστηριότητα συμπληρώνοντας τον κοινωνικό μισθό, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης και υποχώρησης του Κράτους από την παροχή υπηρεσιών (υγεία, πρόνοια, παιδεία κλπ).

Η ανάλυση που ακολουθεί αναφέρεται από κοινού στην Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία (ΚΑΟ), θεωρώντας ότι εντός του πλαισίου παραγωγικού και κοινωνικού μετασχηματισμού που προτείνεται από το ΣΥΡΙΖΑ, οι αρχές που ορίζουν την Αλληλέγγυα Οικονομία θα πρέπει να αποτελούν στόχο όλων των δομών που εντάσσονται στο πλαίσιο της ΚΑΟ, ακόμα και αν δεν υιοθετούνται σήμερα από το σύνολο των δομών αυτών.

1.2 Εξέλιξη της ΚΑΟ

Οι πρωτοβουλίες που εντάσσονται στην ΚΑΟ έχουν συνοδεύσει την εξέλιξη των καπιταλιστικών οικονομιών καθ’ όλη την ιστορία τους, ως μορφές άμυνας εργαζομένων απέναντι στην αβεβαιότητα των συνθηκών απασχόλησης και διαβίωσης, ή ως πρωτοβουλίες για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Με την εγκαθίδρυση κατά τη διάρκεια του 20 αιώνα των θεσμών του κράτους πρόνοιας, που εμπνεύστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις ήδη υπάρχουσες πρωτοβουλίες κοινωνικής οικονομίας, η τάση εμφάνισης τέτοιων πρωτοβουλιών δεν εξέλειπε, αλλά λειτούργησαν περισσότερο ως συμπληρωματικές δομές ως προς τις κρατικές πολιτικές, και ανάλογα με τις χώρες και τις ανάγκες χρηματοδοτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από το δημόσιο ταμείο.

Το μοντέλο αυτό μετασχηματίστηκε σε καθοριστικό βαθμό κατά την περίοδο εγκαθίδρυσης του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος και ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2008. Από προεκτάσεις του κράτους πρόνοιας, οι χρηματοδοτούμενες από το κράτος δομές κοινωνικής οικονομίας (όπως ονομάζονται από τις κρατικές και ευρωπαϊκές πολιτικές), τείνουν να μετατραπούν - και στην Ελλάδα έχουν σε μεγάλο βαθμό ήδη μετατραπεί - σε υποκατάστατα των  κοινωνικών πολιτικών, που αφορούν μικρές ομάδες του πληθυσμού και χαρακτηρίζονται από υποβαθμισμένες συνθήκες εργασίας για τα άτομα που απασχολούν.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ΚΑΟ αποτελεί ένα συμπληρωματικό τομέα στο περιθώριο της οικονομίας της αγοράς, που υποκαθιστά το κράτος όπου αυτό αποσύρεται, και δραστηριοποιείται σε μη κερδοφόρους για το κεφάλαιο τομείς. Η εμπειρία της Λατινικής Αμερικής, αντίθετα, δείχνει ότι η ΚΑΟ μπορεί να αποτελέσει έναν ανταγωνιστικό τρόπο παραγωγής, ο οποίος συγκρούεται με τον καπιταλιστικό, κατακτώντας έναν ευρύτερο χώρο στο πλαίσιο του κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Ακόμα και στην Ευρώπη, η αύξηση της ανεργίας και η επικράτηση των πολιτικών λιτότητας, έχουν δώσει μια νέα ώθηση στην ανάπτυξη μορφών ΚΑΟ, που αμφισβητούν το κυρίαρχο μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής και της οικονομίας.

Οι πρωτοβουλίες κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας αποτελούν στην πραγματικότητα μορφές κινηματικών προσπαθειών αναδιοργάνωσης του πληττόμενου από τις πολιτικές λιτότητας πληθυσμού. Δεν επιδιώκουν μόνο να διαπραγματευθούν με την κυρίαρχη αστική τάξη ζητώντας πόρους, νέες νομοθετικές ρυθμίσεις και νέες πολιτικές, αλλά και να διαμορφώσουν νέες κατευθύνσεις στα επίπεδα της παραγωγής, των κοινωνικών υπηρεσιών, της θεσμικής (δημοκρατικής) λειτουργίας και του καθορισμού των αμοιβών και των παροχών, προτάσσοντας ένα διαφορετικό οικονομικό και κοινωνικό πρότυπο.

2. Αποτύπωση της κατάστασης: Η κρίση και οι μορφές Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας στην Ελλάδα

2.1 Κινηματικές πρωτοβουλίες μέσα στην κρίση

Η οικονομική κρίση του 2008 έφερε στο προσκήνιο την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Στην Ελλάδα, η αύξηση της ανεργίας και η αδυναμία εύρεσης εργασίας οδηγεί ολοένα και περισσότερους ανέργους στην διερεύνηση των δυνατοτήτων της συνεταιριστικής οικονομίας. Τα συνεργατικά εγχειρήματα αυξάνονται, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών (εστίαση, ταχυμεταφορές, νέες τεχνολογίες/πληροφορική κλπ) και  ιδίως από νέους ανέργους και νέους επιστήμονες, προτάσσοντας ένα διαφορετικό μοντέλο λειτουργίας στο εσωτερικό της επιχείρησης αλλά και στη σχέση μεταξύ των επιχειρήσεων.

Ταυτόχρονα, αναπτύσσονται κινηματικά συνεχώς νέες δομές Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, στους τομείς της τροφής και της υγείας (κοινωνικά παντοπωλεία, φαρμακεία, ιατρεία), προκειμένου να καλυφθούν οι άμεσες ανάγκες ενός ολοένα αυξανόμενου μέρους του πληθυσμού. Οι δομές αυτές επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν καταστάσεις επείγουσες, ταχύτατα εξελισσόμενες, αλλά και πρωτόγνωρες στον αναπτυγμένο δυτικό κόσμο. Πρόκειται βέβαια στη μεγάλη πλειοψηφία τους για δομές άτυπες, που βασίζονται σε εθελοντική προσφορά (εργασίας αλλά και χρηματική), και που σε μεγάλο βαθμό υποκαθιστούν τις υπηρεσίες του καταρρέοντος κοινωνικού κράτους. Παράλληλα όμως, έχουν και έναν έντονα «συντακτικό» χαρακτήρα, αναδεικνύοντας την ανάγκη για ουσιαστικές θεσμικές και διαρθρωτικές αλλαγές.

Έτσι, τα κοινωνικά ιατρεία αποτελούν δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας, οι οποίες έρχονται μεν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των ανασφάλιστων, αλλά ταυτόχρονα διεκδικούν την επέκταση της δωρεάν πρόσβασης στην υγεία και τη γενικότερη αναμόρφωση της δομής και της χρηματοδότησης του συστήματος. Τα δίκτυα «χωρίς μεσάζοντες», τα κοινωνικά παντοπωλεία, και τα συσσίτια, επιδιώκουν, πέρα από την κάλυψη της βασικής ανάγκης για πρόσβαση στην τροφή, να δημιουργήσουν νέες μεθόδους συναλλαγής καταναλωτών και παραγωγών, ή ακόμα και νέες εκδοχές της κοινωνικής πρόνοιας σε τοπικό επίπεδο, που απαιτούν ριζικές αλλαγές στην κατανομή των εισοδημάτων. Η ανάληψη της λειτουργίας εγκαταλειμμένων παραγωγικών εγκαταστάσεων από εργαζόμενους και ανέργους, η δημιουργία συνεταιρισμών σε νέες δραστηριότητες, καλούνται να αποτελέσουν σημαντικές, αν όχι καθοριστικές, διαδικασίες στο πλαίσιο της παραγωγικής ανασυγκρότησης.

Οι διαφορές στη δομή, στη λειτουργία και στη στοχοθεσία των δομών της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, έχουν και διαφορετικά αποτελέσματα σε σχέση με τα προβλήματα που οι δομές αυτές αντιμετωπίζουν. Τα προβλήματα αυτά εξετάζονται αναλυτικά στη συνέχεια.

2.2 Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση – η κυβερνητική πολιτική

Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη για την Κοινωνική Οικονομία περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο κομμάτι της δραστηριοποίησης και κοινωνικής ένταξης «ειδικών» και «ευάλωτων» ομάδων πληθυσμού: εξαρτημένα/ απεξαρτημένα άτομα, φυλακισμένοι/ αποφυλακισμένοι, οροθετικοί, άτομα με σωματική/ ψυχική/ νοητική/ αισθητηριακή αναπηρία, ανήλικοι παραβάτες, αρχηγοί μονογονεϊκών και μέλη πολύτεκνων οικογενειών, αναλφάβητοι, γυναίκες θύματα κακοποίησης, κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών, άτομα με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, πρόσφυγες/ μετανάστες. Ο νόμος για τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (4019/2011) προβλέπει ειδική κατηγορία «ένταξης», καθώς και ο νόμος για τους Κοινωνικούς Συνεταιρισμούς Περιορισμένης Ευθύνης (2716/1999) αφορά αποκλειστικά άτομα με ψυχοκοινωνικά προβλήματα.

Επιπλέον,  δίνεται έμφαση και σε ειδικές κατηγορίες ανέργων (γυναίκες, νέοι, άνω των 50 ετών, μακροχρόνια άνεργοι), συνοψίζοντας έτσι την πολιτική των νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων για την απασχόληση και την  ανεργία ως επιμέρους προβλήματος που αντιμετωπίζεται με προνοιακού και επιδοματικού τύπου δράσεις και όχι  ως προβλήματος κεντρικής σημασίας που παράγεται από συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές στην Ελλάδα και την ΕΕ και που αφορά σήμερα το σύνολο του πληθυσμού.

Η νεοφιλελεύθερη αντίληψη αντιλαμβάνεται εξάλλου την Κοινωνική Οικονομία ως συμπληρωματική της αγοράς, κυρίως σε τομείς που δεν καλύπτονται από  το υπό κατάρρευση  σύστημα υγείας και πρόνοιας, ανοίγοντας το δρόμο για περαιτέρω ιδιωτικοποίησή τους, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την πρόβλεψη ειδικής κατηγορίας Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων (ΚΟΙΣΕΠ, νόμος 4019/2011) «κοινωνικής φροντίδας», ως ξεχωριστής από την γενική κατηγορία «συλλογικού και παραγωγικού σκοπού». Χαρακτηριστική είναι επίσης η απουσία εντός του νεοφιλελεύθερου πλαισίου της έννοιας της Αλληλέγγυας Οικονομίας.

Η πλέον πρόσφατη εξέλιξη αφορά τη σχέση της κοινωνικής οικονομίας με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, και συγκεκριμένα την υποκατάσταση των παρεχόμενων από τους Δήμους υπηρεσιών, με υπηρεσίες παρεχόμενες από ΚΟΙΝΣΕΠ, οι οποίες συστήνονται από τους απολυμένους από τους Δήμους εργαζόμενους. Στη συντριπτική πλειοψηφία, αλλά όχι στο σύνολο, των περιπτώσεων, αφού υπάρχουν ιδιαίτερα ελπιδοφόρες εξαιρέσεις,  η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί πρωτοβουλία των εργαζομένων, αλλά ουσιαστικά εκβιασμό από την πλευρά των Δήμων. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις στις οποίες οι ΚΟΙΝΣΕΠ συστήνονται από τα ίδια τα μέλη των Δημοτικών Αρχών, ή συγγενικά τους πρόσωπα, και οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονται σε αυτές ως μισθωτοί, με χαμηλότερες απολαβές, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να είναι μέλη των Συνεταιρισμών. Η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας αναφέρεται στις συγκεκριμένες περιπτώσεις ως «ψευδοσυνεταιρισμούς», καθώς αντιβαίνουν ουσιαστικά στην 1η συνεταιριστική αρχή της εθελοντικής και ανοιχτής συμμετοχή, ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι εξαναγκάζονται να συμμετέχουν.

2.3 Αργούσα Περιουσία

Μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων (εργοστάσια, μικρότερες βιοτεχνίες) έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία των τραπεζών λόγω πτωχεύσεων και οι εγκαταστάσεις παραμένουν αναξιοποίητες, παρότι ο μηχανολογικός εξοπλισμός τους είναι σύγχρονος. Το ίδιο συμβαίνει και με καλλιεργήσιμες εκτάσεις που είχαν περιέλθει στην υπό εκκαθάριση ΑΤΕ. Αυξάνονται επίσης συνεχώς οι περιπτώσεις όπου οι ιδιοκτήτες, αντιμετωπίζοντας πρόβλημα ρευστότητας και αδυναμίας συνέχισης της λειτουργίας των επιχειρήσεων,  επιλέγουν την πρακτική της εγκατάλειψης έναντι της πτώχευσης γιατί δεν υπάρχει σήμερα νομικό πλαίσιο που να ρυθμίζει ζητήματα επιχειρήσεων που εγκαταλείπονται. Επομένως είναι προς το συμφέρον τους να σταματήσουν απλώς τη λειτουργία (συχνά μεταφέροντας τον εξοπλισμό και τα αποθέματα για να μην μπορεί να λειτουργήσει), χωρίς να προβούν  σε απολύσεις και αποζημιώσεις, συσσωρεύοντας χρέη προς τους εργαζόμενους, το κράτος (φόροι, ασφαλιστικές εισφορές) και τους πιστωτές και προμηθευτές, και αναμένοντας πιθανές ευνοϊκές ρυθμίσεις μελλοντικά, που θα επιτρέψουν την επαναλειτουργία.

Ταυτόχρονα, αυξάνονται και οι περιπτώσεις όπου οι εργαζόμενοι εκδηλώνουν την πρόθεσή τους να αναλάβουν τις πτωχευμένες, ή μη επικερδείς για τους ιδιοκτήτες επιχειρήσεις. Η έλλειψη θεσμικού πλαισίου που να προβλέπει τέτοιου τύπου λύσεις, έχει μπλοκάρει τέτοια εγχειρήματα και δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στις περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι προχωρούν παρά τα νομικά κωλύματα σε ανάληψη της διαχείρισης. 

Επομένως, η θεσμοθέτηση των συνεργατικών εγχειρημάτων (συνεταιρισμοί εργαζομένων), η ρύθμιση της δυνατότητας ανάληψης της διαχείρισης εγκαταλελειμμένων επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους, η ρύθμιση των όρων συμμετοχής των συνεταιρισμών εργαζομένων σε διαγωνισμούς εξαγοράς, η αξιοποίηση μονάδων που έχουν περιέλθει στις τράπεζες από τους πρώην εργαζόμενους ή και άλλους που το επιθυμούν, αποτελούν ζητήματα που απαιτούν άμεσες παρεμβάσεις πολιτικής.

Η ανάληψη πρωτοβουλιών από συνεταιρισμούς, ιδιαίτερα στους τομείς της αγροτικής ή μεταποιητικής παραγωγής, αλλά και της προσφοράς υπηρεσιών, αποτελεί σήμερα ένα προνομιακό πεδίο για την ανασυγκρότηση της οικονομικής δραστηριότητας, και τη συμπλήρωση της αναιμικής ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Μέρος αυτών των πρωτοβουλιών μπορεί να είναι η επαναλειτουργία δραστηριοτήτων που έχουν κλείσει, ή βρίσκονται σε διαδικασία πτώχευσης. Αυτός ο απαραίτητος προσανατολισμός της προσπάθειας για την παραγωγική και κοινωνική ανασυγκρότηση, απαιτεί την κινητοποίηση για την προσαρμογή του θεσμικού πλαισίου, αλλά και τη συστηματοποίηση από τους θεσμούς επεξεργασίας και άσκησης πολιτικών (που υπάρχουν ήδη, ή μπορεί να προκύψουν μέσα από κινηματικές διαδικασίες) της διαμόρφωσης κλαδικών και τοπικών σχεδίων, στα οποία είναι αναγκαίο να ενταχθούν τα συνεταιριστικά εγχειρήματα. Αναγκαία είναι και η δημιουργία δομών υποστήριξης και προσανατολισμού των συνεταιριστικών πρωτοβουλιών, ώστε να εντάσσονται στον κλαδικό ή τοπικό σχεδιασμό.

2.4 Το ζήτημα του θεσμικού πλαισίου

Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει σήμερα την κοινωνική οικονομία χαρακτηρίζεται πρωτίστως από πολυνομοθεσία καθώς αποτελείται από ένα σύνολο ασύνδετων νόμων και ρυθμίσεων που δυσχεραίνουν σημαντικά την λειτουργία των εγχειρημάτων. Συγκεκριμένα, συστήνονται και λειτουργούν υπό διαφορετικό καθεστώς, αγροτικοί συνεταιρισμοί (2810/2000), Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (4019/2011), ενώ οι αστικοί συνεταιρισμοί (καταναλωτικοί, προμηθευτικοί, παραγωγικοί, πιστωτικοί, µεταφορικοί, τουριστικοί, οικοδομικοί) υπάγονται όλοι σε ενιαία νομοθεσία (1667/1986). Με ειδικό τρόπο ρυθμίζονται οι Κοινωνικοί Συνεταιρισμοί Περιορισμένης Ευθύνης (2716/1999), αλλά και οι συνεταιρισμοί εργαζομένων σε ραδιόφωνα (4109/2012). Διαφοροποίηση παρατηρείται και μεταξύ νομικού και φορολογικού καθεστώτος (π.χ. καταναλωτικοί συνεταιρισμοί). Επιπλέον, σύμφωνα με διεθνείς συνεταιριστικούς φορείς, η νομοθεσία είναι ανεπαρκής, καθώς δεν ενσωματώνονται βασικές συνεταιριστικές αρχές και πρακτικές, όπως για παράδειγμα το αδιαίρετο των αποθεματικών, η συνεργασία συνεταιρισμών και οι δευτεροβάθμιοι συνεταιρισμοί.

Εξάλλου, οι αρμοδιότητες σε επίπεδο Υπουργείων είναι επίσης κατακερματισμένες, καθώς οι διαφορετικές μορφές συνεταιρισμών υπάγονται σε διαφορετικά Υπουργεία (Αγροτικής Ανάπτυξης, Οικονομικών, Εργασίας), και καταγράφονται σε διαφορετικά μητρώα, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει συγκεντρωτική και σαφής εικόνα για την κοινωνική οικονομία ως σύνολο.

3. Άξονες παρέμβασης

3.1 Γενικοί στόχοι

Η δική μας αντίληψη για την ΚΑΟ απευθύνεται στο σύνολο του πληθυσμού και στην  πλειονότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων. Δεν αντιλαμβανόμαστε την ΚΑΟ ως περιθωριακή δραστηριότητα, αλλά ως βασικό μοχλό της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της ανάπτυξης, και, ταυτόχρονα, μια διαδικασία αμφισβήτησης του κυρίαρχου μοντέλου παραγωγής για το κέρδος και όχι για την κάλυψη των αναγκών. Η ΚΑΟ δεν συμπληρώνει την ιδιωτική στο περιθώριο της αγοράς, επιχειρώντας στους μη-κερδοφόρους τομείς, αλλά αντιτάσσει ένα διαφορετικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής και διανομής των αποτελεσμάτων.

Τα εγχειρήματα Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας προτάσσουν την συμμετοχή των εργαζομένων σε όλα τα στάδια της παραγωγής, από το σχεδιασμό μέχρι την διαχείριση των πλεονασμάτων, τη δημοκρατική λήψη αποφάσεων και το δημοκρατικό έλεγχο των μελών, τη δίκαιη κατανομή του οικονομικού αποτελέσματος ώστε να διασφαλίζουν αξιοπρεπή εισοδήματα, την επανεπένδυση των πλεονασμάτων για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, την χρηματοδότηση άλλων εγχειρημάτων και την μεταξύ τους συνεργασία.

Κεντρικός μας στόχος είναι η διεύρυνση του τομέα της ΚΑΟ ώστε να αποτελέσει ισότιμο, ως προς τον ιδιωτικό, τομέα της οικονομίας και να συνεισφέρει σημαντικό μερίδιο του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε την ενσωμάτωση των πρακτικών της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Οι επιμέρους στόχοι/δράσεις αφορούν τόσο την παραγωγή όσο και την κατανάλωση,  και στοχεύουν στη στήριξη των υπαρχόντων εγχειρημάτων κοινωνικής οικονομίας και στην κινητοποίηση του αργούντος παραγωγικού δυναμικού (εργατικού και κεφαλαιουχικού) προς αυτή την κατεύθυνση.

·   Διακλαδική προσέγγιση

Στρατηγικός μας στόχος είναι η ανάπτυξη συνεταιριστικών δομών και δομών κοινωνικής οικονομίας στους περισσότερους κλάδους της οικονομίας (αγροτικός, βιομηχανικός, τουρισμός, ναυτιλία, ενέργεια κλπ), με μεταξύ τους συνεργασία και στήριξη, και με προτεραιότητα σε συγκεκριμένους τομείς και κλάδους.

·   Κατανάλωση – Εμπόριο

Στον τομέα της κατανάλωσης, στοχεύουμε σε ισχυρούς καταναλωτικούς συνεταιρισμούς που, σε συνεργασία με τους παραγωγούς, θα διαθέτουν ποιοτικά προϊόντα, με προτεραιότητα στην εγχώρια παραγωγή, σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα δίκαιη τιμή για τον παραγωγό. Προωθούμε τη θεσμική κατοχύρωση των υπαρχουσών δομών στον τομέα της κατανάλωσης (κοινωνικά παντοπωλεία, αγορές «χωρίς μεσάζοντες») και τη συμμετοχή τους σε ένα ευρύ δίκτυο δομών διανομής και κατανάλωσης, έτσι ώστε να υπάρχει άμεση αλληλεπίδραση και συνεργασία παραγωγών-καταναλωτών, και συναπόφαση στη λήψη αποφάσεων. Επιπλέον, η θεσμοθέτηση των δομών αυτών διασφαλίζει τον υγειονομικό έλεγχο των διακινούμενων προϊόντων, αλλά και τα δημόσια έσοδα.

Με βάση την ως τώρα εμπειρία μας από τη λειτουργία των δομών αυτών, δεν διαφαίνεται μία άμεσα αντιπαραθετική σχέση μεταξύ των δομών ΚΑΟ και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), καθώς δραστηριοποιούνται, κατά κύριο λόγο, σε διαφορετικούς τομείς και κλάδους της οικονομίας. Εξάλλου, η υιοθέτηση από τις ΜΜΕ  πρακτικών της ΚΑΟ, αλλά και η άμεση συνεργασία με δομές ΚΑΟ θα μπορούσε να αποφέρει πολλαπλά οφέλη (για παράδειγμα, κοινοί προμηθευτικοί συνεταιρισμοί, δίκτυα ΜΜΕ για τη στήριξη και την προώθηση τοπικών προϊόντων σε συνεργασία με τοπικούς παραγωγικούς συνεταιρισμούς, συνεταιρισμοί βιοτεχνικών ΜΜΕ με βάση το διεθνές πρότυπο των artisan cooperatives, δικτύωση ΜΜΕ και δομών ΚΑΟ για τη στήριξη δράσεων αλληλεγγύης).

·   Δικτύωση

Ταυτόχρονα, επιδιώκουμε την  όσο το δυνατόν ευρύτερη δικτύωση των εγχειρημάτων κοινωνικής οικονομίας, ώστε να αλληλοϋποστηρίζονται, τόσο μέσω των μεταξύ τους συνεργασιών και συναλλαγών, όσο και για την υποστήριξη προς νέα εγχειρήματα και την οικονομική ενίσχυση ελλειμματικών εγχειρημάτων που όμως κρίνονται ως κοινωνικά ανταποδοτικά. Στην κατεύθυνση αυτή, θα πρέπει να θεσμοθετηθούν οι δευτεροβάθμιοι συνεταιρισμοί, οι οποίοι προσφέρουν υποστηρικτικές υπηρεσίες από κοινού στους συνεταιρισμούς-μέλη (συμβουλευτικές, λογιστικές, νομικές), δημιουργώντας σημαντικές οικονομίες κλίμακας. Προτείνεται επίσης η οικονομική δικτύωση των συνεταιρισμών μέσω της δυνατότητας δημιουργίας συνεταιριστικών πιστωτικών σχημάτων, για την εξυπηρέτηση τόσο των μελών αλλά και τη χρηματοδότηση νέων συνεταιριστικών εγχειρημάτων.

·   Υπάρχουσες δομές και άμεσα μέτρα ανακούφισης

Οι ήδη υπάρχουσες δομές αλληλέγγυας οικονομίας μπορούν να αποτελέσουν έναν από τους κεντρικούς φορείς που θα υλοποιήσουν το σχέδιο για τα άμεσα μέτρα ανακούφισης και αντιμετώπισης της φτώχειας. Οι δομές αυτές στον τομέα της υγείας αποτελούν ήδη ένα βασικό φορέα πρωτοβάθμιας περίθαλψης, ενώ οι δομές στον τομέα της τροφής συντελούν πολύ σημαντικό έργο για την κάλυψη πολύ άμεσων και βασικών αναγκών. Οι δομές αυτές θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα συνολικό σχέδιο για την άμεση αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης, με έμπρακτη στήριξη τόσο σε επίπεδο χρηματοδότησης αλλά και στη στελέχωσή τους, και σε συνδυασμό με άλλους φορείς (τοπική αυτοδιοίκηση, ΕΣΥ, κλπ) να αποτελέσουν ένα πλατύ δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης και προστασίας.

3.2 Θεσμικές Αλλαγές

α. Απαιτείται ενιαίο, απλοποιημένο θεσμικό πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς, με ενσωμάτωση προτάσεων και συστάσεων των διεθνών οργανισμών. Προτείνεται η δημιουργία ενός ενιαίου νόμου για τη σύσταση συνεταιρισμών, που θα εξειδικεύει ανάλογα με το αντικείμενο του συνεταιρισμού τις λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα, απαιτείται νέος νόμος που θα συγχωνεύσει τους νόμους 1667/1986 και 4019/2011 (και θα ενσωματώσει τις επιμέρους ρυθμίσεις άλλων νόμων), καθώς οι δύο νόμοι προτείνουν διαφορετικές μορφές που όμως καλύπτουν την ίδια ανάγκη, αλλά και προσαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες των συνεταιρισμών σε όλα τα στάδια της δημιουργίας τους.

β. Βελτίωση και απλοποίηση του φορολογικού πλαισίου, ώστε να ευθυγραμμίζεται η νομική μορφή με τη φορολογική αντιμετώπιση των συνεταιρισμών. Φορολογικά κίνητρα για την προώθηση της συνεταιριστικής μορφής επιχειρηματικότητας. Διευκολύνσεις και ειδικές ρυθμίσεις για τη συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς, και την ανάληψη προμηθειών και έργων του δημοσίου ειδικά από τις δομές κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

γ. Συγκέντρωση αρμοδιοτήτων έτσι ώστε να υπάρχει συγκεντρωτική καταγραφή και ενιαίος σχεδιασμός για την κοινωνική οικονομία. Προτείνεται η δημιουργία Γραμματείας Κοινωνικής Οικονομίας στο Υπουργείο Οικονομικών ή Ανάπτυξης, και η μεταφορά των αρμοδιοτήτων από το Υπουργείο Εργασίας, καθώς η κοινωνική οικονομία αποτελεί κεντρικό πυλώνα οικονομικής πολιτικής και ανάπτυξης και όχι αποκλειστικά εργαλείο για την καταπολέμηση της ανεργίας. Για τους Αγροτικούς συνεταιρισμούς, προτείνεται η παραμονή στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, σε στενή συνεργασία με τη Γραμματεία σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασμού και υλοποίησης. Σύσταση ελεγκτικού μηχανισμού για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας των συνεταιρισμών και αποφυγή δημιουργίας «ψευδοσυνεταιρισμών».

δ. Δημιουργία υποστηρικτικών δομών (αρχικά σε κεντρικό και μεσοπρόθεσμα σε περιφερειακό επίπεδο), που θα στηρίζουν τους συνεταιρισμούς σε όλα τα στάδια λειτουργίας. Κατά κανόνα, ο ρόλος αυτός επιτελείται από τους δευτεροβάθμιους συνεταιρισμούς, ή ακόμα και από τα εργατικά σωματεία σε κάποιες περιπτώσεις. Ελλείψει ισχυρού συνεταιριστικού κινήματος στην Ελλάδα, η κρατική υποστήριξη κρίνεται απαραίτητη στο αρχικό στάδιο. Εξετάζεται η συνεργασία με φορείς που θα μπορούσαν – και θα ενδιαφέρονταν – να αναλάβουν παρόμοιο ρόλο.

ε. Άμεση παρέμβαση απαιτείται για τη ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν εγκαταλελειμμένες επιχειρήσεις ώστε να συνεχίσουν τη λειτουργία τους με ανάληψη διαχείρισης από τους εργαζόμενους, μέσω μετατροπής ή εξαγοράς. Σε αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται και αλλαγή του νομικού πλαισίου (πτωχευτικό δίκαιο).

3.3 Χρηματοδότηση

α. Βραχυπρόθεσμα

Διερεύνηση δυνατοτήτων για επιδότηση από Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, ή άλλα κοινοτικά προγράμματα, των δομών κοινωνικής οικονομίας. Η προτεραιότητα δίνεται στην εξεύρεση πόρων για κεφάλαιο εκκίνησης. Το απαιτούμενο κεφάλαιο είναι μικρό,  δεδομένου ότι οι εργατικοί συνεταιρισμοί είναι έντασης εργασίας, και κυρίως σε τομείς χαμηλού κόστους – software, παροχή υπηρεσιών, μικρής κλίμακας εστίαση –, παρόλα αυτά δεν επιδοτείται σήμερα από τα σχετικά προγράμματα. 

Δανειοδοτική πολιτική των υπό δημόσιο έλεγχο τραπεζών, για χρηματοδότηση, μέσω άτοκων δανείων, ή με χαμηλό επιτόκιο, των δομών κοινωνικής οικονομίας.

Αξιοποίηση των αργούντων περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου και των τραπεζών (ενδεχομένως και των ασφαλιστικών ταμείων), στην κατεύθυνση της ανάληψης διαχείρισης από τους πρώην εργαζόμενους, ή από νέα συνεργατικά σχήματα. Τα περιουσιακά στοιχεία (κτήρια, μηχανήματα, αγροτεμάχια), μπορούν να παραχωρούνται έναντι χαμηλού αντίτιμου, με μακροχρόνιες συμβάσεις και δυνατότητα μελλοντικής εξαγοράς από τους συνεταιρισμούς.

β. Μεσοπρόθεσμα

Υποστήριξη των εγχειρημάτων κοινωνικής οικονομίας από την Τράπεζα Ειδικού Σκοπού, κυρίως σε ότι αφορά μεγαλύτερες επενδύσεις (βιομηχανικές μονάδες κλπ).

Δημιουργία Ταμείου Κοινωνικής Οικονομίας (έχει δημιουργηθεί αλλά δεν χρηματοδοτείται), με τη συμμετοχή και των συνεταιρισμών, το οποίο θα χρηματοδοτεί νέα εγχειρήματα.

γ. Μακροπρόθεσμα

Προώθηση και στήριξη της δημιουργίας συνεταιριστικών πιστωτικών και χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων (πχ ασφαλιστικές) από τους ίδιους τους συνεταιρισμούς και τις δομές κοινωνικής οικονομίας.

4. Επίλογος

Η Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία μπορεί να συμβάλλει στην ανάσχεση της αυξανόμενης ανεργίας και στη δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ παράλληλα παρέχει ισχυρά έμπρακτα παραδείγματα για τη δυνατότητα αναδιοργάνωσης της παραγωγής και της οικονομίας στην κατεύθυνση της παραγωγής για την κάλυψη αναγκών και όχι για το κέρδος. Αποτελεί έναν ισχυρό παράγοντα μεταβολής του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων, και αναδιανομής του παραγόμενου εισοδήματος προς όφελος αυτών που το παράγουν.  Η υποστήριξη της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας και της κινηματικής δυναμικής που εμπεριέχει, αποτελεί μία κατεύθυνση που μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στο σχέδιο ανασυγκρότησης της οικονομίας και της κοινωνίας. 

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)