to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Πώς θα μάθουμε αν αρέσουμε και για ποιους θα μπορέσουμε;

«Από το ποιον ρωτάς, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό και τι απάντηση θα πάρεις»


Το τελευταίο διάστημα τίθεται και από άλλες πλευρές το ερώτημα που από καιρό θέτουμε ως αναγκαίο από τις σελίδες τής «Εποχής»: Τι είναι αυτό που εμποδίζει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να επωφεληθεί από τη δυσαρέσκεια που προκαλεί η κυβερνητική πολιτική και να μειώσει έτσι τη δημοσκοπική απόσταση που το χωρίζει από τη ΝΔ; Το έθεσε με άρθρο του, και με τον τρόπο του, ο Στέλιος Κούλογλου και, παίρνοντας αφορμή από αυτό, καταπιάνεται με την απάντησή του και ο Γιάννης Τριάντης.

Η διαδικασία και η ουσία

Δεν μπορούμε να εικάσουμε τι είναι εκείνο που καθιστά τώρα επίκαιρο και στα δικά τους μάτια το υπαρκτό ερώτημα, αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα που θα χρειαζόταν να μας απασχολήσει τούτη τη στιγμή. Το γεγονός, πάντως, ότι απασχολεί κι έναν ευρύτερο κύκλο από τον… ευρύτερο στενό των άμεσα ενδιαφερομένων, στον οποίο παίρνουμε το θάρρος να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας, έχει και τη θετική πλευρά του. Φαίνεται ότι γίνεται ορατό από περισσότερους, που επιχειρούν να δώσουν τις δικές τους, πρώτες τουλάχιστον, απαντήσεις. Ίσως, λοιπόν, το γεγονός αυτό κάνει πιο αισθητή την ανάγκη αναζήτησης μιας εμπεριστατωμένης απάντησης από τον κατ’ εξοχήν υπεύθυνο γι’ αυτό: την πολιτική συλλογικότητα ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία.

Κάπου εδώ, όμως, βρίσκεται και η αρνητική πλευρά του γεγονότος. Δηλαδή, ότι (υπο)δείχνει πως ένα υπαρκτό και κρίσιμο ζήτημα, που όφειλε να τεθεί πολύ πιο έγκαιρα και με συντεταγμένο, συλλογικό, δημοκρατικό τρόπο και αυτοκριτική διάθεση –και με στόχο, βέβαια, όχι μια εσωστρεφή αναμόχλευση, αλλά τον αναπροσανατολισμό τής πολιτικής δράσης του όλου πολιτικού οργανισμού– είναι ενδεχόμενο να εξελιχθεί σε μια συζήτηση χωρίς αρχή και τέλος, εκτεθειμένη σε κακόβουλες επεμβάσεις. Αν δεν καλύψεις μια ανάγκη, θα το κάνει άλλος. Ξέρουν όλοι πολύ καλά ότι από τον τρόπο που τίθενται τα ερωτήματα, διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό οι απαντήσεις. Από το ποιον ρωτάς, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό και τι απάντηση θα πάρεις.

Αυτό δεν συνιστά προφανέστατα υπαινιγμό για κανέναν απ’ όσους λένε ήδη ή θα θελήσουν να πουν τη γνώμη τους για το ζήτημα. Ίσα ίσα, χρειάζεται να επιδιωχθεί η διατύπωση της άποψης κάθε ενδιαφερόμενου και να αξιοποιηθεί η συμβολή της. Έχει, όμως, πολύ μεγάλη σημασία για την εγκυρότητα και την αποτελεσματικότητα των συμπερασμάτων, για το αν θα κυριαρχήσει η δυνατότερη φωνή ή το πειστικό και τεκμηριωμένο επιχείρημα, το ποιος ενορχηστρώνει τη συζήτηση. Ποιος νοιάζεται για τη συμμετοχή σ’ αυτή όλων των ενδιαφερομένων –και πρώτα απ’ όλα των μελών και των φίλων του κόμματος– καθώς και ποιος θα επικυρώσει και θα αξιοποιήσει στην πολιτική πράξη τα όποια συμπεράσματα.

Δύο παράδοξες απουσίες

Από αυτή την άποψη, αξίζει να σημειωθούν, για αρχή, δύο παράδοξα. Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι σε αυτές τις απόπειρες (επαν)εκκίνησης της συζήτησης δεν γίνεται καν αναφορά σε ένα αρκετά δουλεμένο και αξιοπρεπώς αυτοκριτικό προσυνεδριακό κείμενο, τον απολογισμό. Σαν να μην υφίσταται. Κι όμως, αυτό το κείμενο, που βρίσκεται στη διάθεσή μας πάνω από ενάμιση χρόνο, είναι μια πολύ χρήσιμη πρώτη ύλη σε μια τέτοια συζήτηση που δεν έγινε ποτέ. Θα αξιοποιηθεί έστω τώρα, σ’ αυτή την αναζήτηση απαντήσεων που κρίνεται ευρύτερα πια απαραίτητη;

Η ανάγκη μιας τέτοιας αξιοποίησης συνδέεται άρρηκτα με την ανάγκη σε αυτή την αναζήτηση να πάρουν μέρος με ουσιαστικό και αποφασιστικό ρόλο –όχι σαν θεατές ενός στημένου αγώνα, που διεξάγεται σε ξένο γήπεδο για λογαριασμό στοιχηματζήδων– οι δεκάδες χιλιάδες που θεωρούν τον εαυτό τους αναπόσπαστο μέρος του κόμματος και της τύχης του, γιατί σε αυτούς θα ανατεθεί η μετατροπή σε ελκτική και πειστική πολιτική και κοινωνική δράση η κατάληξη αυτής της συλλογικής προσπάθειας. Διαφορετικά, κινδυνεύει να μείνει στα χαρτιά.

Και εκτός αυτού, να χαθεί μια υπαρκτή αυτή τη στιγμή δυνατότητα να πείσει ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία ότι νιώθει την ανάγκη και μπορεί να διορθώσει στις πολιτικές επιλογές του και την πολιτική πρακτική του ό,τι καθιστά αυτή την ώρα προβληματική τη σχέση του με κοινωνικές δυνάμεις και τμήματα του εκλογικού σώματος, που τον εμπιστεύτηκαν σε μια κρίσιμη αναμέτρηση με τη ΝΔ το 2019, για να του δώσουν τη δύναμη να αντιπαρατεθεί σ’ αυτή, αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τα λάθη και τις ανεπάρκειές του. Γι’ αυτό και κρατούν ακόμα απέναντί του μια στάση τουλάχιστον επιφυλακτική.

Από τον εμπειρισμό στην τεκμηρίωση

Το δεύτερο παράδοξο είναι ότι ένα αξιολογότατο δυναμικό πολιτικών επιστημόνων, προσκείμενο στην Αριστερά γενικότερα και στον ΣΥΡΙΖΑ ειδικότερα, έχει ήδη αρχίσει να μελετά και να συζητά –μη ακουόμενο ακόμα– τα ζητήματα αυτά που εμάς μας απασχολούν εξίσου επιτακτικά, πλην όμως εμπειρικά, για να μην πω δημοσιογραφικά, με κίνδυνο να παρεξηγηθούμε. Είναι σαν να μην υπάρχει κι αυτό στην ως τώρα δημόσια συζήτηση.

Πιο συγκεκριμένα θα αναφέρω, γιατί αυτό γνωρίζω, ίσως υπάρχουν και άλλα, την ημερίδα που οργάνωσε το ινστιτούτο ΕΝΑ με θέμα «Το ελληνικό κομματικό σύστημα δύο χρόνια από τις εκλογές» (Ευτ. Βαρδουλάκης, Γερ. Μοσχονάς, Χρ. Τάσσης, συντονισμός Κ. Ελευθερίου). Επειδή τη συζήτηση που προέκυψε, κρίναμε διαφωτιστική και χρήσιμη, την ανεβάσαμε στην ιστοσελίδα μας. Μπορείτε, λοιπόν, να σχηματίσετε τη δική σας γνώμη. Όχι μόνο για τις απόψεις που εκφράστηκαν από τους συμμετέχοντες, αλλά και για το γεγονός ότι υπάρχει μια αναξιοποίητη ως τώρα επιστημονική συμβολή, μια επιπλέον χρήσιμη, απαραίτητη πρώτη ύλη, που μπορεί μαζί με άλλες να μετατραπεί σε πολιτική αποτίμηση και πολιτική δράση. Αυτή η συζήτηση δεν γίνεται να αποδώσει τα αναμενόμενα χωρίς και την πολύτιμη συμβολή τής γνώσης που παράγει η πολιτική επιστήμη.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)