to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Πολιτικο-φιλοσοφικό γλωσσάρι (3)

Αναβάλλεται διαρκώς γιατί η επιθυμία να γίνουμε ξανά ολόκληροι, να αγαπηθούμε πλήρως από τον άλλο είναι αδύνατη. Αγάπη λοιπόν σημαίνει να δώσουμε στον άλλο αυτό που δεν έχουμε. Αυτή η επιθυμία βρίσκεται πίσω από κάθε ριζική αλλαγή. Εδώ πιθανά βρίσκεται το όραμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς


Επιθυμία και ψυχανάλυση

Λέγαμε στο προηγούμενο ότι η επιθυμία και ο αγώνας για αναγνώριση παίζουν κεντρικό ρόλο στη σύσταση της ταυτότητάς μας (https://www.efsyn.gr/themata/politika–kai–filosofika–epikaira/328995_politiko–filosofiko–glossari–2). Η ψυχανάλυση προσθέτει ότι η επιθυμία του άλλου ανθρώπου ή του «μεγάλου Αλλου», της «συμβολικής τάξης» της γλώσσας, του νόμου και των κοινωνικών θεσμών, είναι λειψή, ενώ η αναγνώριση που μας δίνουν αποτελεί συνήθως παραγνώριση. Μια βαθιά δυσαρμονία χαρακτηρίζει το υποκείμενο και προσδιορίζει τις σχέσεις με τους άλλους.

Ελλειψη, εικόνες και λέξεις

Η ψυχαναλυτική θεωρία εξηγεί λεπτομερώς τη διαδικασία σύστασης του εαυτού. Σύμφωνα με τον μαθητή του Φρόιντ, Ζακ Λακάν, το βρέφος διαχωρίζεται από τη μητέρα όχι στη γέννα αλλά όταν αρχίζει να μιλάει μπαίνοντας έτσι στη συμβολική τάξη. Η απόκτηση της ομιλίας και οι κοινωνικές εντολές και απαγορεύσεις –που αντιπροσωπεύονται από τον πατέρα– παρεμβαίνουν και διασπούν τη δυαδική σχέση μητέρας - νήπιου. Ο διαχωρισμός εγγράφει την απώλεια και την έλλειψη στο νεογέννητο που καλύπτεται εν μέρει από την ταύτισή του με σημαίνοντα, εικόνες και λέξεις.

Στο περίφημο «στάδιο του καθρέφτη», το βρέφος ηλικίας από έξι έως δεκαοκτώ μηνών βιώνει μια αίσθηση αγαλλίασης όταν αναγνωρίζει για πρώτη φορά την εικόνα του στον καθρέφτη ή στο βλέμμα της μητέρας. Η αντανάκλαση το κάνει να ταυτιστεί με ένα πλήρες και ολοκληρωμένο σώμα. Αλλά αυτή η εικόνα διαφέρει από την εμπειρία των αισθήσεων: τα μέλη ανυπάκουα, το σώμα κομματιασμένο, αφοδεύει και ουρεί χωρίς έλεγχο, πεινάει και πονάει χωρίς αιτία. Οι ικανότητες αντίληψης και όρασης αναπτύσσονται πριν από τις κινητικές λειτουργίες και τον σωματικό συντονισμό.

Η πρώτη αίσθηση ταυτότητας είναι έξω από το «εγώ», μια εικόνα του. Η αυτοσυνειδησία δεν προηγείται αλλά ακολουθεί την εικόνα, δημιουργείται κατ’ εικόνα της εικόνας. Η αίσθηση της ενότητας και μοναδικότητας είναι φαντασιακή. Αποτελεί οπτικό φαινόμενο και φανταστικό ομοίωμα. Το ασυντόνιστο σώμα προβάλλεται ως αξιαγάπητη εικόνα, η μελλοντική ολότητα κατασκευάζεται στη φαντασία. Η φαντασιακή τάξη δημιουργεί ανύπαρκτες εικόνες επιτυχίας, ευτυχίας, πληρότητας που μας επιτρέπουν να επιβιώνουμε κόντρα στις καθημερινές ματαιώσεις και αποτυχίες.

Η οπτική διαδικασία ολοκληρώνεται με την είσοδο στη γλώσσα που δημιουργεί αυθαίρετες συνδέσεις ανάμεσα στα σημαίνοντα (τη λέξη «τραπέζι»), τα σημαινόμενα (την έννοια του τραπεζιού) και τα πράγματα (το τραπέζι πάνω στο οποίο γράφω). Το όνομα «Κώστας» ή το «εσύ» μου δίνει ταυτότητα και συνέχεια στον χρόνο και κάνει τους άλλους να με αναγνωρίζουν. Αλλά οι δυο ασήμαντες συλλαβές «Κω»-«στας» δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την αίσθηση εαυτού. Το υποκείμενο αποκτά την ύπαρξή του όταν αποξενώνεται για δεύτερη φορά από τη σωματική εμπειρία, στον ψυχρό κόσμο των σημείων.

Ο νόμος του πατέρα

Η διαδικασία διαχωρισμού και διαφοροποίησης του εαυτού από τη μητέρα ολοκληρώνεται με τον νόμο του πατέρα. Η διπλή οιδιπόδεια απαγόρευση της αιμομιξίας και της πατροκτονίας εμποδίζει το βρέφος να επιστρέψει στην πρωταρχική ενότητα με το μητρικό σώμα και οδηγεί το παιδί στην ταύτιση με τον πατέρα, δηλαδή με την κοινωνική τάξη, τις διαφοροποιήσεις και ιεραρχίες της. Η ανθρωπότητα συγκροτείται μέσω της διαίρεσης από το μητρικό σώμα, από το σώμα μας μέσω της ναρκισσιστικής ταύτισης με την εικόνα και με τα σημεία. Πρέπει να αποδεχτώ ότι είμαι αυτό που δεν είμαι, να πω με τον Ρεμπό: «Je est un autre». Το εγώ είναι από την αρχή άλλο. Γεννιέται από τη συνάντησή του με τον μεγάλο Αλλο, το γλωσσικό-νομικό σύμπαν που διαχωρίζει, διαφοροποιεί και εντάσσει στις περίπλοκες κοινωνικές κατηγορίες, αφεντικά και εργάτες, ιδιοκτήτες και νοικάρηδες, καθηγητές και φοιτητές.

Ενα υπόλοιπο της αρχικής ενότητας επιβιώνει την είσοδο στη συμβολική τάξη. Ο Λακάν το ονομάζει Πραγματικό, φαλλό ή «μικρό αντικείμενο α(λλος)». Συμβολίζει την ακεραιότητα που χάσαμε χωρίς ποτέ να έχουμε, γιατί ήταν ταυτόχρονα αδύνατη (αφού ο εαυτός δημιουργείται μόνο μετά τον διαχωρισμό) και απαγορευμένη (έργο των οιδιπόδειων απαγορεύσεων). Αυτό το υπόλειμμα του Πραγματικού μετά την απαγόρευσή του από το συμβολικό, είναι το βαθύτερο μυστικό μας, ο «πυρήνας» του υποκείμενου. Δημιουργεί μια ασταμάτητη πίεση επιστροφής στην αρχική δυαδική ενότητα (την «ορμή του θανάτου») και μια τρομακτική και πανίσχυρη απόλαυση, την jouissance. Το αντικείμενο της επιθυμίας –η πλήρωση του κενού– μας έλκει ακατάπαυστα αλλά διαρκώς αναβάλλεται. Τριγυρίζουμε ασταμάτητα στις αποτυχίες και στα συμπτώματά μας, σε ένα μοιραίο γαϊτανάκι που ταυτόχρονα μας απωθεί και μας έλκει, μας τραυματίζει και μας χαρίζει ενέργεια και δημιουργικότητα.

Οι οιδιπόδειες απαγορεύσεις μάς προστατεύουν από την ακατάπαυστη επιθυμία. Η συμβολική ταύτιση με τον άλλο, που εμποδίζει την απόλαυση, είναι προτιμότερη από την άβυσσο του Πραγματικού. Κατασκευάζουμε λοιπόν φανταστικά σενάρια που μετατοπίζουν τη ριζική επιθυμία προς κανονικές απολαύσεις. Προσκολλιόμαστε σε φετίχ, μια καλύτερη δουλειά, περισσότερα χρήματα, κοινωνική αναγνώριση. Η απόκτησή τους δεν ικανοποιεί την επιθυμία. Μετατοπίζεται σε νέο αντικείμενο, πιο γρήγορο αυτοκίνητο, άλλη μια προαγωγή επ’ άπειρον. Ο στόχος της επιθυμίας αναβάλλεται. Η επιστροφή στο Πραγματικό είναι και αδύνατη και απαγορευμένη.

Αγάπη είναι να δίνεις ό,τι δεν έχεις

Εδώ ακουμπάμε τη βάση του κοινωνικού δεσμού. Κάθε φορά που η ανάγκη για κάτι μπαίνει στη γλώσσα και απευθύνεται στον άλλο –δηλαδή κάθε φορά που μιλάμε– ζητάμε την αναγνώριση του άλλου και της συμβολικής τάξης. Ενα βρέφος που ζητάει το στήθος χρειάζεται τροφή, αλλά απαιτεί ταυτόχρονα την αγάπη της μητέρας. Η επιθυμία είναι πάντοτε επιθυμία του άλλου. Δηλώνει το πλεόνασμα του αιτήματος από την ανάγκη. Κάθε πολιτική αξίωση και δικαίωμα συνδέει ένα μέρος του σώματος ή της προσωπικότητας (το στόμα στην ελευθερία του λόγου, τα πόδια στην ελευθερία κίνησης) με κάτι που υπερβαίνει την ανάγκη: την επιθυμία του αιτούντος να αναγνωριστεί ως πλήρες και ακέραιο άτομο, κάτι που δεν υπάρχει και δεν μπορεί να αποκτηθεί.

Κι αυτό γιατί ούτε η συμβολική τάξη της γλώσσας και του νόμου ούτε ο άλλος μπορούν να ανταποκριθούν στο αίτημα απροϋπόθετης αναγνώρισης. Ο μεγάλος Αλλος είναι η αιτία και το σύμβολο της έλλειψης και δεν αποτελεί μια ενοποιημένη και διαφανή τάξη. Το δίκαιο δεν είναι εσωτερικά συνεπές, συνεκτικό και ολοκληρωμένο, παρά τους ισχυρισμούς της νομικής ιδεολογίας. Εξ ίσου, η άλλη του οποίου την αγάπη λαχταράμε, δεν μπορεί να προσφέρει αυτό που μου λείπει, γιατί λείπει και σ’ αυτήν.

Εχουμε λοιπόν δυο είδη επιθυμίας. Πρώτα, την επιθυμία του άλλου που αστοχεί γιατί ο άλλος δεν μπορεί να μας δώσει αυτό που δεν έχει. Ετσι η επιθυμία χτίζει φαντασιακές κατασκευές και μετατοπίζεται κάθε φορά που ματαιώνονται. Η δεύτερη ριζική επιθυμία είναι το πλεόνασμα της ζήτησης επί της ανάγκης, το κομμάτι κάθε αιτήματος που δεν μπορεί να αναχθεί σε ανάγκη. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να πλησιάσουμε το πραγματικό αντικείμενο του πόθου. Αναβάλλεται διαρκώς γιατί η επιθυμία να γίνουμε ξανά ολόκληροι, να αγαπηθούμε πλήρως από τον άλλο είναι αδύνατη. Αγάπη λοιπόν σημαίνει να δώσουμε στον άλλο αυτό που δεν έχουμε. Αυτή η επιθυμία βρίσκεται πίσω από κάθε ριζική αλλαγή. Εδώ πιθανά βρίσκεται το όραμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

* Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, πρόεδρος του Ιδρύματος «Νίκος Πουλαντζάς»

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)