to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Πολιτικό-φιλοσοφικό γλωσσάρι 2

Η αυτοσυνειδησία, η συναίσθηση του «εγώ», δημιουργείται μέσα από σχέσεις με τους άλλους. Αλλά και η ταυτότητά μας κατασκευάζεται σε έναν διαρκή διάλογο και αγώνα για αναγνώριση με τον άλλο και τον «Μεγάλο Αλλο» (τους θεσμούς, τον νόμο, την εξουσία).


Το υποκείμενο είναι δι-υποκειμενικό. Διαμορφώνω το «εγώ» όταν οι άλλοι αναγνωρίζουν χαρακτηριστικά, ιδιότητες και γνωρίσματά μου. Αυτός ο αγώνας αναγνώρισης ακολουθεί τη διαλεκτική της επιθυμίας.

Η διαλεκτική συνδέεται με τη φιλοσοφία του Χέγκελ. Στην αναλυτική λογική, η αρχή της ταυτότητας υποστηρίζει ότι το Α ταυτίζεται με το Α και είναι αντίθετο από το -Α. Για τη διαλεκτική όμως το Α πετυχαίνει τον εαυτό του μόνο μέσα από την αντίθεση και την υπέρβαση του –Α. Το νεογέννητο βρέφος διατηρεί τη γενετική πληροφορία των δυο γονιών αλλά ταυτόχρονα ξεπερνάει την αντίθεση των φύλων φτιάχνοντας ένα νέο άτομο. Ακολουθώντας τη λογική αυτή στις ανθρώπινες σχέσεις, το εγώ, ο εαυτός μου, διαχωρίζεται αλλά και εξαρτάται από το μη-εγώ, τόσο τον εξωτερικό κόσμο όσο και τον άλλο άνθρωπο. Η εξάρτηση μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε πλήρεις ή αυτάρκεις. Για να επιβιώσουμε χρειάζεται να υπερβούμε τον ριζικό διαχωρισμό από το μη-εγώ. Είμαστε όντα λειψά, η έλλειψη και η ανάγκη του άλλου δημιουργούν την ανθρώπινη επιθυμία.

Η επιθυμία και ο αγώνας για αναγνώριση από τους άλλους συμβάλλουν στην ανάδυση της ταυτότητας όταν είναι αμοιβαία. Πρέπει να με αναγνωρίσει κάποιος που τον αναγνωρίζω και εγώ ως έξυπνο, καλό, αξιοθαύμαστο για να αποκτήσω αυτά τα χαρακτηριστικά μέσα από το βλέμμα της επιθυμίας του. Αναγνωρίζω τον εαυτό μου μέσα στον άλλο. Αποκτώ ή αλλάζω την ταυτότητά μου αναγνωρίζοντας στον άλλο χαρακτηριστικά που καθρεφτίζονται πάνω μου στην επιθυμία του. Το υποκείμενο είναι ένα αμάλγαμα εαυτού και άλλου, ταυτότητας και ετερότητας. Η ταυτότητα είναι λοιπόν δυναμική, βρίσκεται σε κίνηση σε όλη τη ζωή μας. Αποτελεί διαρκή διάλογο που αλλάζει τους άλλους και αναδιαμορφώνει τη δική μου εικόνα.

Αγάπη, ισονομία, εκτίμηση
Ο αγώνας αναγνώρισης σχηματοποιείται σε τρία είδη σχέσεων: την αγάπη, την ισονομία και την εκτίμηση. Φιλοσοφικά, αποτελούν ιδεότυπους, ιδανικές κατασκευές. Χρειάζονται όμως και τα τρία, έστω και λειψά, για μια ολοκληρωμένη ταυτότητα. Η αναγνώριση της αγάπης έρχεται από τους «σημαντικούς» άλλους: γονείς, συντρόφους, στενούς συγγενείς, φίλους. Οταν αγαπώ βλέπω τον άλλο συνολικά και συγκεκριμένα, γι’ αυτό που είναι όχι γι’ αυτά που κάνει. Ο άλλος είναι πατέρας, κόρη, σύντροφος, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ιδιομορφίες του, τα καλά του και τα κουσούρια του. Οταν αγαπώ, βλέπω τον εαυτό μου μέσα από τα μάτια της αγαπημένης. Βρίσκω τον άλλο μέσα μου και μένα μέσα στον άλλο. «Τι θέλει ο άλλος;» διερωτούνται διαρκώς τα παιδιά για τους γονείς, οι εραστές για τους αγαπημένους. Η ερώτηση είναι βασανιστική αλλά δεν έχει απάντηση. Προσπαθούμε να δούμε τον εαυτό μας από τη σκοπιά του άλλου, να βρούμε τι θα μας έκανε επιθυμητό στα μάτια της. Αλλά η προσπάθεια αποτυχαίνει. Ο άλλος, όσο κι εγώ, βασανίζεται από το ίδιο ερώτημα και εξ ίσου δεν βρίσκει απάντηση. Το ερώτημα επιμένει και διατηρεί την αγωνία της επιθυμίας. Η επιθυμία μάς κάνει ανθρώπους.

Η αγάπη ανθεί κυρίως στον χώρο της οικειότητας, της εγγύτητας, της φιλίας. Η αναγνώριση των αγαπημένων χαρίζει την πιο πλήρη και συγκεκριμένη ταυτότητα. Αλλά ο ιδιωτικός είναι επίσης ο χώρος όπου ασκείται αποπνικτική εξουσία και βία. Η έντονη αγάπη γεννάει την Αντιγόνη που πεθαίνει για να τιμήσει τον αδελφό και τη Μήδεια που σκοτώνει για να προστατεύσει την επιθυμία. Η εξουσία κινεί και εκμεταλλεύεται την επιθυμία όπως και ο νόμος που δημιουργεί την επιθυμία της ανυπακοής και παραβίασής του. Δεν θα υπήρχε αμαρτία, λέει ο Απόστολος Παύλος, αν ο νόμος δεν είχε απαγορεύσει την επιθυμία και τη μοιχεία.

Η ισονομία, η μορφή αναγνώρισης που μας δίνει το δίκαιο, βρίσκεται στην άλλη άκρη. Η αναγνώριση των άλλων για το υποκείμενο δικαίου είναι αφηρημένη, καθολική αλλά επίπεδη. Το πρόσωπο στο δίκαιο είναι προσωπείο, μάσκα που κρύβει τα χαρακτηριστικά που μας κάνουν μοναδικούς. Το δίκαιο αναγνωρίζει ό,τι είναι κοινό σε όλους, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αλλά ξεχνάει τις τεράστιες διαφορές: την προσωπική ιστορία, τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τα κίνητρα μιας πράξης. Οπως σάρκαζε ο Ανατόλ Φρανς, το δίκαιο καταδικάζει εξ ίσου αυστηρά πλούσιους και άστεγους όταν κλέβουν μια φραντζόλα ψωμί ή κοιμούνται κάτω από γέφυρες. Οι φτωχοί μπορεί να έχουν νομικά δικαιώματα. Αλλά το φιλελεύθερο δίκαιο δεν δίνει τα απαραίτητα μέσα και πόρους, δεν κάνει το «δικαιούμαι, δύναμαι». Εχουμε δικαίωμα στην ιδιοκτησία και την εργασία. Αλλά δεν θα βοηθήσει να νοικιάσετε σπίτι ή να βρείτε δουλειά. Η τυπική ισότητα στον καπιταλισμό αποτελεί τον τρόπο αναπαραγωγής της υλικής ανισότητας και της πατριαρχικής εξουσίας. Οι απεικονίσεις της Δικαιοσύνης έχουν τα μάτια της καλυμμένα για να μη βλέπει το πρόσωπο των διαδίκων αλλά να τους αντιμετωπίζει όλους ίσους, παρά τις ανισότητες που έτσι γιγαντώνονται.

Οταν οι γυναίκες βιάζονται στον πόλεμο ομαδικά είναι «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας», όταν σκοτώνονται συστηματικά είναι «γυναικοκτονία». Μόνο ένας κοντόφθαλμος νομικισμός θα διαφωνούσε. Τότε η δικαιοσύνη εγκαταλείπει το δίκαιο. Παγιδευμένοι ανάμεσα στη νομική αναγνώριση της αφηρημένης ισότητας και τη βίαιη υλική ανισότητα, βρισκόμαστε στη θέση τού Φρανς Φανόν όταν πρωτοπήγε σε κινηματογράφο στη Μασσαλία. Η ματιά των θαμώνων με την έντονη περιφρόνηση προς τον μαύρο Αλγερινό διέσπασε την ταυτότητά του μεταξύ αυτού που πίστευε για τον εαυτό του και ενός «υπάνθρωπου», όπως τον έβλεπαν οι άλλοι. Η ισονομία μάς δίνει την ελάχιστη αναγνώριση της αφηρημένης ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά οι υλικές, φυλετικές και ταξικές ανισότητες, όπως και οι κακόβουλοι άλλοι, είναι και οι μεγαλύτεροι υπονομευτές της.

Τέλος, η εκτίμηση. Στην αγάπη, αναγνωρίζω τον άλλο γι’ αυτό που είναι. Στην ισονομία, για την κοινή ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Στην εκτίμηση τον αξιολογούμε γι’ αυτά που κάνει. Σε κάθε επάγγελμα, ενασχόληση ή παιχνίδι, το σχετικό συνάφι με την εμπειρία του έχει κανόνες και κριτήρια για να αξιολογεί αν μια εγχείρηση, ένας φρεσκοβαμμένος τοίχος ή ένα επιστημονικό άρθρο είναι πετυχημένα. Η αγάπη βοηθά να αναδυθεί μια πυκνή ταυτότητα· το δίκαιο, μια κοινή και επίπεδη· η εκτίμηση, την «ισχνή» ταυτότητα της δουλειάς, της δεξιότητας, της απασχόλησης. Οταν κάνω καλά τη δουλειά μου και δεν πληρώνομαι όσο οι άλλοι ή ο εργοδότης με απολύει, η αυτοεκτίμηση και η υπόληψή μου υποχωρούν και η ταυτότητά μου μειώνεται.

Και στις τρεις περιπτώσεις η αναγνώριση είναι μερική γιατί υπολείπεται της φαντασιακής μου ταυτότητας, αυτής που θα είχα αν μου αναγνώριζαν τα «πραγματικά» μου χαρίσματα. Η διαλεκτική της επιθυμίας αυτό το κάνει αδύνατο, ποτέ δεν είμαι σίγουρος για μένα ή τους άλλους. Οταν βλέπετε αυτοπεποίθηση, σιγουριά και αλαζονεία, να ρωτάτε πώς κοιμούνται το βράδυ. Εκεί κουρνιάζει η ανασφάλεια. Στις συμπληγάδες μεταξύ αναγνώρισης, της λειψής της μορφής και της έλλειψής της χτίζεται η τρωτή μας ύπαρξη. Στο επόμενο η ψυχαναλυτική συνέχεια.

*Ο Κώστας Δουζίνας είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, πρόεδρος του Ιδρύματος «Νίκος Πουλαντζάς»

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)