to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ποιος έχει την εξουσία και πώς μπορεί να την χάσει

Θα σβήσει έτσι, άραγε, η αστική εξουσία; Ασφαλώς όχι. Όμως, οι υπεξούσιες τάξεις θα έχουν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να αντιστέκονται και να ενισχύουν τη θέση τους. Τι θα γίνει μετά, αν θα υπάρξει τελική σύγκρουση ή ήπια μετάβαση σε μια διαφορετική κοινωνία δεν το ξέρουμε.


Στο προηγούμενο άρθρο («Ποιος έχει την εξουσία», Εποχή, 20 Νοεμβρίου) προσπάθησα να περιγράψω σε αδρές γραμμές το αστικό σύστημα εξουσίας, εξαιρώντας τα «σώματα ενόπλων» για τα οποία μιλάει ο Ένγκελς: αστυνομία, στρατό, φυλακές κλπ. Η εξαίρεση δεν έγινε επειδή αυτά είναι ασήμαντα, κάθε άλλο μάλιστα, αλλά έχουν κατά γνώμη μου περιγραφεί και αναλυθεί επαρκώς και άλλωστε είναι η ορατή, γνώριμη σε όλους και όλες εξουσία. Δεν αναφέρθηκα, επίσης, στο ανθρωπολογικό αποτέλεσμα της αστικής εξουσίας, δηλαδή στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του «καπιταλιστικού ανθρώπου». Τι σημαίνει ακριβώς: «Η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών συνθηκών», δηλαδή πώς εκδηλώνεται αυτό; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της «φυλής» της μισθωτής εργασίας η οποία διευρύνεται διαρκώς; Αυτό θα ήταν μεγάλο διεπιστημονικό εγχείρημα που δεν τολμώ ούτε έχω τη σκευή να το αγγίξω –η απάντηση ωστόσο είναι επειγόντως αναγκαία.

Αντικείμενο ετούτου του άρθρου, που είναι συνέχεια του προηγούμενου, είναι αν μπορεί η αστική εξουσία να υπονομευτεί και εντέλει να καταργηθεί ή να ανατραπεί –φυσικά και πάλι σε αδρές γραμμές. Κατά τη γνώμη μου το ζήτημα έχει καίρια σημασία για την πολιτική της Αριστεράς που πολύ ορθά ασχολείται με τα καθημερινά, αλλά δίχως τα μεγάλα ερωτήματα δεν μπορεί ούτε τα καθημερινά να αντιμετωπίσει με επάρκεια χωρίς να «χάσει τον μπούσουλα», χωρίς δηλαδή να αγνοεί για ποιον λόγο πολιτεύεται.

Δύο αποτυχημένες στρατηγικές

Η πρώτη θέση του προηγούμενου άρθρου ήταν ότι υπάρχει ένα αόρατο-ημιορατό πλέγμα εξουσίας που καταναγκάζει τα υποκείμενα και τα οδηγεί σε έναν ορισμένο τρόπο σκέψης και δραστηριότητας και ότι αυτό το πλέγμα συγκροτείται προπάντων στη σφαίρα της παραγωγής, καθώς εκεί βρίσκεται ο σκληρός πυρήνας της αστικής ηγεμονίας και εξουσίας, επεκτείνεται σε όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνικής ζωής και δεν περιορίζεται στην επικράτεια ενός εθνικού κράτους. Η δεύτερη θέση ήταν ότι η κομμουνιστική στρατηγική της βίαιης διαμιάς κατάληψης όλης της εξουσίας από την πολιτική δύναμη ή τις πολιτικές δυνάμεις που αντιστρατεύονται την αστική εξουσία ήταν δυνατή μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις που σήμερα δεν υπάρχουν και δεν διαφαίνονται. Η τρίτη θέση ήταν ότι η αδιαίρετη απόλυτη εξουσία ενός κόμματος ή ενός συνασπισμού πολιτικών δυνάμεων (το δεύτερο σκέλος της κομμουνιστικής στρατηγικής του περασμένου αιώνα) είναι πολιτική δικτατορία και αναγκαστικά θα αποτύχει. Επομένως, η συζήτηση για την ανατροπή του καπιταλισμού με όρους των δύο προηγούμενων αιώνων είναι άγονη.

Υπήρξε ωστόσο και μία διαφορετική στρατηγική, αυτή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Εδώ η κατάληψη της εξουσίας δεν είναι προϋπόθεση για την υπέρβαση του καπιταλισμού, αυτή θα γίνει σταδιακά, έπειτα από μεταρρυθμίσεις που είτε τις επιβάλλει το εργατικό κίνημα με τη συνδικαλιστική του δράση είτε τις κάνουν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις που αναδείχτηκαν με εκλογές. Αυτή απέτυχε επειδή τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, προκειμένου να γίνουν τα ίδια αποδεκτά και να μπορούν να κερδίζουν εκλογές ώστε να επιφέρουν τις μεταρρυθμίσεις, αποδέχτηκαν, επίσης σταδιακά, την εξουσία του κεφαλαίου, πρωτίστως την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και κατόπιν όλες τις επιλογές αυτής της εξουσίας μέχρι και τον τωρινό νεοφιλελευθερισμό,– ένας φαύλος κύκλος που καταλήγει στη γυμνή επιδίωξη της εκλογικής επικράτησης και εντέλει στην εκλογική αποτυχία και τη φθορά, όταν πια χαθεί ο δεσμός με τις κοινωνικές τάξεις που υφίστανται την αστική εξουσία και υποφέρουν από αυτήν.

Αμήχανος πραγματισμός ή πραγματισμός με προσανατολισμό;

Από τον συγκλονισμό της αποτυχίας του ιστορικού κομμουνισμού η Αριστερά δεν έχει συνέλθει× άλλωστε και η επιδίωξη να αποδεχτεί και να εφαρμόσει τη σοσιαλδημοκρατική στρατηγική ήρθε στην εποχή της κατάπτωσης της σοσιαλδημοκρατίας –της «νέας» σοσιαλδημοκρατίας του Μπλερ, του Σρέντερ, του Σημίτη με ολίγη από Κλίντον– και απέτυχε. Σήμερα, η Αριστερά κινδυνεύει να χαθεί είτε ως κόμμα των ψευδοεπαναστατικών κραυγών είτε ως πραγματιστική παράταξη χωρίς προσανατολισμό και με κίνδυνο να πάθει ό,τι η σοσιαλδημοκρατία.

Στην πρακτική πολιτική πρέπει κάθε στιγμή να μπορείς να διακρίνεις το αναγκαίο και το εφικτό, χωρίς να τα χωρίζεις, και να πολιτεύεσαι αναλόγως. Μόνο που κι εδώ ισχύει η φράση του μεγάλου του Διαφωτισμού «Να προσανατολίζομαι κατά τη σκέψη», διαφορετικα όμως από το δικό του ενδιαφέρον της εποχής πριν από τη γαλλική επανάσταση. Δηλαδή: ο προσανατολισμός στον σκοπό της Αριστεράς, τη συμβίωση των ανθρώπων χωρίς αδικία και ανελευθερία (αυτό που ονομάσαμε κομμουνισμό και το κάναμε σαν τα μούτρα μας), είναι απαραίτητος προκειμένου διακρίνουμε σε κάθε περίσταση το αναγκαίο και το εφικτό ή μάλλον το εφικτό αναγκαίο. Χωρίς αυτόν τον προσανατολισμό, ο «ρεαλισμός» γίνεται αυτοσκοπός και άσκοπη περιπλάνηση. Από την άλλη, χωρίς την επιμονή στο εφικτό ο προσανατολισμός γίνεται ονειροπόληση.

Εκτός όμως από τον γενικό προσανατολισμό, χρειάζεται και η αναγνώριση του επίκαιρου περιβάλλοντος: ποια είναι τα μεγάλα επίδικα της ιστορικής στιγμής και τι κοινωνικές συγκρούσεις παράγουν; Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, το πρωτεύον ζήτημα σήμερα είναι η καταστροφή του περιβάλλοντος που κορυφώνεται με την κλιματική αλλαγή. Αυτή θέτει τα όρια για την παραγωγή, περιορίζοντας τη δυνατότητα χρήσης των φυσικών πόρων και επιβάλλοντας έτσι αλλαγή της τεχνολογίας παντού. Το δεύτερο κεντρικό ζήτημα σήμερα είναι η ψηφιοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής που αλλάζει ριζικά τον τρόπο της εργασίας, τα προϊόντα της και την παραγωγικότητά της. Το τρίτο κεντρικό ζήτημα είναι το τέλος της παγκοσμιοποίησης: το κεφάλαιο «ξανανακαλύπτει» το εθνικό κράτος του, προκειμένου να επικρατήσει στον ανταγωνισμό με άλλα κεφάλαια. Ο ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών και αμερικανικών (ΗΠΑ) από τη μια και κινεζικών ή ρωσικών φαρμακοβιομηχανιών από την άλλη, επιβάλλει το αποκλεισμό των τελευταίων από την αντιμετώπιση του κορωνοϊού στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ή έστω την καθυστέρηση της αδειοδότησής τους. Η πανδημία που διακόπτει τις εφοδιαστικές αλυσίδες αναγκάζει τα κράτη (αυτά που μπορούν) να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη «δικής τους» παραγωγής εμπορευμάτων που οι αγορές τους τα προμηθεύονταν από αλλού και τα ωθεί σε έναν νέο ιμπεριαλισμό για αγορές και πρώτες ύλες. Κινεζικά, αμερικανικά (ΗΠΑ) και ευρωπαϊκά κεφάλαια ανταγωνίζονται (διά των κρατών τους) για το έδαφος και το υπέδαφος της Αφρικής× σύντομα θα ακολουθήσει η Νότια Αμερική με τα αποθέματα σε ορυκτά απαραίτητα για τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας.

Από αυτά τα τρία κεντρικά ζητήματα της εποχής μας παράγονται κοινωνικές συγκρούσεις, δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης, αλλά και ανάπτυξης κινημάτων και αλλαγής τού, τώρα δυσμενούς, συσχετισμού υπέρ των αντιπάλων της αστικής εξουσίας.

Η αστική εξουσία αντιμέτωπη με τις προκλήσεις

Μπορεί ο καπιταλισμός να τα βγάλει πέρα με τις προκλήσεις που απορρέουν από αυτά τα κεντρικά ζητήματα της εποχής; Ασφαλώς μπορεί και το κάνει ήδη. Παραδείγματος χάριν, καταστρέφει την οικονομία των περιοχών του λιγνίτη, δηλαδή τη βάση της ζωής χιλιάδων ανθρώπων που δουλεύουν είτε στην εξόρυξη του καυσίμου είτε στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας είτε στην προμήθεια των αναγκαίων γι’ αυτήν την παραγωγή και για τους ανθρώπους της. Υποβιβάζει αυτούς τους ανθρώπους από πρωταγωνιστές της ηλεκτροδότησης, της κινητήριας δύναμης κάθε παραγωγής, σε ανειδίκευτους και ανειδίκευτες που πιθανόν να προσληφθούν, αν έχουν τύχη, σε άλλες δουλειές ίσως σε άλλους τόπους. Παράλληλα, καταστρέφει με βαριές κατασκευές ανεμογεννητριών οικοτόπους, αφυγραίνει το έδαφος υποβαθμίζει τις συνθήκες ζωής των κατοίκων, επειδή έτσι μόνο μεγιστοποιούνται τα κέρδη. Εκεί δημιουργείται έδαφος για τους αντιπάλους της αστικής εξουσίας να μετατρέψουν την απογοητευση και την οργή σε δημιουργική δύναμη, γιατί, βλέπεις, η απαραίτητη οικολογική μετάβαση μπορεί να γίνει και διαφορετικά, ήπια, δημοκρατικά χωρίς να καταστρέφει, αλλά δημιουργώντας νέους τρόπους συνύπαρξης: ο περιορισμός της κατανάλωσης ενέργειας και η τοπική παραγωγή της, ας πούμε με ενεργιακές κοινότητες είναι τρόποι, μονάχα που για να υπάρξουν αυτοί οι τρόποι χρειάζεται η κινητοποίηση ανθρώπων, μάλλον η οργάνωση της κινητοποίησης. Μόνο με κυβερνητικές αποφάσεις δεν γίνεται.

Η ψηφιακή τεχνολογία και η λεγόμενη 4η βιομηχανική επανάσταση με τη σειρά τους, θα μπορούσαν να απελευθερώσουν τον εργαζόμενο άνθρωπο από σκληρές δουλειές, να αυξήσουν την παραγωγικότητα τόσο ώστε να χρειάζεται ένα κλάσμα του σημερινού χρόνου εργασίας, σε ώρες και σε χρόνια. Αντίθετα, αυτό που συμβαίνει είναι περισσότερη δουλειά και λιγότερες θέσεις εργασίας. Τα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής μας θα μπορούσαν να βελτιώσουν την απόκτηση και τη μετάδοση γνώσης. Αντίθετα, η μετάδοση γνώσης περιορίζεται με το ιδεολόγημα της «αριστείας». Αντί για απελευθέρωση του ανθρώπου, η επιστήμη χρησιμοποιείται για τεχνολογίες που ενισχύουν την επιτήρηση, τη μεγαλύτερη υπαγωγή των εργαζόμενων στις μηχανές. Ιδού λοιπόν άλλα πεδία πάλης με την αστική εξουσία.

Ο χώρος ενός άρθρου, παρά τη γενναιοδωρία των «Ιδεών» της Εποχής, δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ περισσότερο, ωστόσο ήδη επιστήμονες και επιστημόνισσες, ατομικά και συλλογικά έχουν επεξεργαστεί όλα αυτά τα θέματα. Δυστυχώς, αυτές οι επεξεργασίες μόνο στάγδην εισέρχονται στην πολιτική των οργανωμένων κομμάτων της Αριστεράς και των συνδικαλιστικών οργανώσεων της μισθωτής εργασίας.

Χωρίς πολιτική εξουσία;

Η ανάπτυξη της έννοιας της ταξικής εξουσίας μπορεί να παρασύρει στη γνώμη ότι η πολιτική εξουσία, η κυβέρνηση, η είσοδος στους κρατικούς θεσμούς είναι δευτερεύον ζήτημα. Το λάθος αυτού του συλλογισμού βρίσκεται στο ότι παραβλέπει πως η πολιτική εξουσία συνθέτει και συμπυκνώνει τις επιμέρους εκφάνσεις και διαδρομές της αστικής εξουσίας, και μπορεί να παρέμβει ως έναν βαθμό (διαφορετικό σε κάθε περίσταση) σε αυτές. Υπάρχει ωστόσο ένα στοιχείο που διαφοροποιεί την παρουσία αντικαπιταλιστικών πολιτικών δυνάμεων στους κρατικούς θεσμούς, κι αυτό είναι ότι σημαντικές αλλαγές που αποδυναμώνουν την αστική εξουσία, που φέρνουν «την εργατική τάξη πλησιέστερα στη εξουσία», έλεγε ο Λένιν, δεν μπορούν να γίνουν δίχως τον φορέα αυτών των αλλαγών: την ανάπτυξη των λαϊκών κινημάτων ενώ η αστική πολιτική γίνεται όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους ενδιαφερόμενους και τις ενδιαφερόμενες. Με το δεδομένο ότι στα αστικά κράτη οι κυβερνήσεις και οι αιρετοί θεσμοί γενικά είναι μακριά από τον λαό, η συμμετοχή του οποίου περιορίζεται στην ανά τετραετία προσέλευση σε προεκλογικές εκδηλώσεις και στην κάλπη, μία από τις χρησιμότερες παρεμβάσεις των αντιπάλων της αστικής εξουσίας είναι η εγγύτητα: η διαρκής συζήτηση, εξήγηση, δικαιολόγηση όσων κάνει ή δεν κάνει ή σχεδιάζει να κάνει η κυβέρνηση, η δημοτική ή η περιφερειακή αρχή. Λόγου χάριν: τι εξανάγκασε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να δώσει τον ΟΛΠ στην COSCO και το Ελληνικό στον Λάτση; Τι αντίμετρα παίρνει; Πώς μπορούν οι κάτοικοι και οι εργαζόμενοι των περιοχών αυτών να παρέμβουν, να αλλάξουν, να βελτιώσουν και να εμποδίσουν μετά τις εκλογές τη δεξιά κυβέρνηση να ανατρέψει την κάθε βελτίωση;

Αριστερές κυβερνήσεις θα αισθανθούν την ασφυκτική πίεση όλου του συμπλέγματος της αστικής εξουσίας εγχώριου και εξωτερικού, για το οποίο μιλήσαμε στο προηγούμενο άρθρο, κι ενώ η λαϊκή κινητοποίηση μπορεί να περιορίσει αυτήν την πίεση από εσωτερικές δυνάμεις, οι εξωτερικές δυνάμεις μπορούν σε μεγάλο βαθμό να αδιαφορήσουν – αυτό το είδαμε στην Ελλάδα μετά το δημοψήφισμα και τις εκλογές του 2015. Επομένως, η φροντίδα για συμμαχίες, φιλίες, επαφές έστω στο εξωτερικό, ιδίως σε χώρες που μπορούν να επηρεάσουν να μετριάσουν ή να εξουδετερώσουν κιόλας την εχθρική στάση υπερεθνικών συμπλεγμάτων εξουσίας, είναι απαραίτητη. Ο περιορισμός αυτών των σχέσεων στις ηγεσίες αριστερών ή προοδευτικών κομμάτων και συνδικαλιστικών οργανώσεων τους δίνει τη δυνατότητα να κρίνουν αποκλειστικά με δικά τους κριτήρια την έκταση και το βάθος της αλληλεγγύης, χωρίς την πίεση των μελών και των οργανώσεών τους. Η ανάπτυξη, πάλι, λαϊκών κινημάτων μπορεί να ωθήσει και αστικές πολιτικές δυνάμεις να συμμαχήσουν με την Αριστερά για την κυβερνητική εξουσία, αλλά και να περιορίσει την ανασχετική τους λειτουργία σε συμμαχικές κυβερνήσεις. Φροντίδα τώρα των αριστερών κυβερνήσεων πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν ευρύτερη θεσμοθέτηση της λαϊκής συμμετοχής και του λαϊκού ελέγχου.

Με λίγα λόγια: όσο απαραίτητη είναι η επιδίωξη πλειοψηφίας σε αιρετά όργανα και η ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης και στην παρούσα φάση της αστικής εξουσίας, άλλο τόσο χρειάζεται αυτές οι κυβερνήσεις να διαφέρουν ουσιωδώς από τις αστικές. Η διαφορά βρίσκεται στη σχέση τους με τον λαό, αλλά και στα κόμματα που τις συγκροτούν× δεν είναι τόσο η ιδεολογία των κομμάτων της Αριστεράς όσο ο τρόπος οργάνωσης, συζήτησης και μαζικής εφαρμογής αποφάσεων. Χωρίς αυτά ακόμα και η καλύτερη και αριστερότερη κυβέρνηση θα υποκύψει.

Και η οικονομία

Ο πυρήνας του πλέγματος της αστικής εξουσίας είναι η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Η αποδυνάμωση αυτού του πλέγματος περνάει, επομένως (όσο απόλυτη και αμφιλεγόμενη κι αν είναι η σημασία του «επομένως»), από την υπονόμευση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του ελέγχου της παραγωγής από τους καπιταλιστές. Στο παρελθόν, η δημόσια ιδιοκτησία μέσων παραγωγής ήταν αποκλειστικά υπόθεση του κράτους και δεν εννοώ εδώ τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», αλλά τη σοσιαλδημοκρατική (και όχι μόνο) διαχείριση στα δυτικά κράτη. Σήμερα, με λίγες εξαιρέσεις –π.χ. το γερμανικό τραπεζικό σύστημα– η παρουσία του κράτους στη σφαίρα της παραγωγής έχει σχεδόν εκλείψει× η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ ήταν μία από τις τελευταίες πράξεις. Πάντως, και σε εκείνον τον τύπο οικονομίας, τη λεγόμενη «μεικτή» οικονομία, οι άμεσοι παραγωγοί, οι άνθρωποι της μισθωτής εργασίας, ήταν αποκλεισμένοι από την ιδιοκτησία και τη διαχείριση των δημόσιων επιχειρήσεων και έτσι την εξουσία σε αυτόν τον δημόσιο τομέα την είχε ο αστισμός. Χρειάζεται, λοιπόν να σκεφτούμε τρόπους ώστε να ανακτήσει, πρώτον, ο Δήμος, το Δημόσιο τον έλεγχο μέρους της παραγωγής και, δεύτερον, οι άμεσοι παραγωγοί να συμμετέχουν στη διαχείριση ή και να την ελέγχουν. Οι δυνατότητες, κατά τη γνώμη μου σήμερα βρίσκονται στην αναδιάρθρωση και στην αντιμετώπιση των κρίσεων.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις οι ιδιωτικές επιχειρήσεις διεκδικούν και παίρνουν γενναιόδωρες κρατικές ενισχύσεις είτε με τη μορφή άμεσης μεταβίβασης πόρων είτε με εγγυήσεις, δάνεια κ.λπ. από το κράτος απευθείας ή από κρατικούς φορείς, όπως είναι οι δημόσιες αναπτυξιακές τράπεζες. Αυτές οι μεταβιβάσεις πόρων θα πρέπει να συνεπάγονται, για τους καπιταλιστές ιδιοκτήτες, εκχώρηση μέρους της ιδιοκτησίας στο κράτος και, για το κράτος εκχώρηση δικαιωμάτων ελέγχου και διοίκησης στη μισθωτη εργασία. Τότε μόνο θα μπορεί να υπάρξει σχεδιασμός της οικονομίας, βέβαια διαφορετικός, δημοκρατικότερος από εκείνον του σοσιαλισμού που έσβησε.

Το κλειδί βέβαια βρίσκεται στον έλεγχο της ροής του χρήματος, δηλαδή στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες στη Δυτική Ευρώπη χωρίς δημόσιο τραπεζικό σύστημα. Η ανάκτησή του και η ένταξή του σε έναν γενικό σχεδιασμό της οικονομίας χρειάζεται να είναι ένα από τα κεντρικά μελήματα αριστερών κυβερνήσεων.

Θα σβήσει έτσι, άραγε, η αστική εξουσία; Ασφαλώς όχι. Όμως, οι υπεξούσιες τάξεις θα έχουν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να αντιστέκονται και να ενισχύουν τη θέση τους. Τι θα γίνει μετά, αν θα υπάρξει τελική σύγκρουση ή ήπια μετάβαση σε μια διαφορετική κοινωνία δεν το ξέρουμε.

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)