to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Παγκόσμιο Κύπελλο Κατάρ 2022: Πολύ λίγα και πολύ αργά για την ελληνική Αριστερά

Πολύ λίγες και πολύ καθυστερημένες, με ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις, είναι οι φωνές που σηκώνονται στην Ελλάδα απέναντι στον εργασιακό μεσαίωνα και τη μαζική καταπάτηση των ατομικών δικαιωμάτων, που έχει επιβληθεί στο Κατάρ, εις βάρος των ξένων εργατών που εργάσθηκαν κι όσων έχασαν τη ζωή τους για τη κατασκευή των εγκαταστάσεων του ποδοσφαιρικού Μουντιάλ. Καθυστερημένες αντιδράσεις υπήρξαν κι από τα συλλογικά σώματα της Αριστεράς, πολύ δε περισσότερο από όσους ασχολούνται με το ποδόσφαιρο ειδικότερα και μόνο μετά την έναρξη των αγώνων.


Οι 6.750 θάνατοι εργατών, οι κακοποιητικές εργοδοτικές συμπεριφορές, η ανασφάλιστη εργασία του 1 δολαρίου την ώρα (σε δεκατετράωρες έως δεκαοκτάωρες βάρδιες, εβδομαδιαίας εργασίας ογδόντα τεσσάρων ωρών χωρίς ρεπό), η αυθαιρεσία των πρακτορείων εύρεσης εργασίας έναντι 3000 δολαρίων ανά άτομο, η αδυναμία προσφυγής και διεκδίκησης από κάθε εργαζόμενο, τα καταπατημένα δικαιώματα των γυναικών, της LGBTQ+ κοινότητας, των εκπροσώπων του τύπου, συνιστούν ένα, κατά κυριολεξία, αιματοβαμμένο Μουντιάλ. Για δε τα περιβαλλοντικά ζητήματα ούτε λόγος…

Τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα -Mega Events- αποτελούν αντικείμενο μελέτης και  κριτικής διεθνώς εδώ και δεκαετίες, όσον αφορά στις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και περιβαλλοντικές τους επιπτώσεις. Στη χώρα μας, πέρα από σπασμωδικές κινήσεις και κριτικές, ή δογματικές προσεγγίσεις που χάνουν και το δάσος και το δέντρο, δεν υπάρχουν συστηματικές κριτικές στάσεις που να ξεπερνούν το επίπεδο της καταγραφής γεγονότων και να οδηγούν στη διατύπωση εναλλακτικών σχεδίων.

Πέντε προσωπικές παρατηρήσεις επί του προκειμένου, καθόσον το Μουντιάλ του Κατάρ είναι συνδεμένο και με την ελληνική πραγματικότητα:

Πρώτη παρατήρηση, η κριτική πρέπει να γίνεται στη βάση των συνθηκών εκμετάλλευσης,  εμπορευματοποίησης, κερδοσκοπίας και της ατζέντας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η κριτική στάση δεν μπορεί να εδράζεται σε μια δογματική απόρριψη του ποδοσφαίρου ως άθλημα, από όσους δεν έχουν ούτε γνώση, ούτε συμπάθεια γενικά προς τον αθλητισμό. Το ποδόσφαιρο είναι κάτι πολύ περισσότερο από ψυχαγωγία για ένα καταναλωτικό κοινό και αποτυπώνει, ως το πιο λαοφιλές άθλημα, όλες τις εξελίξεις που συντελούνται παγκοσμίως σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Παράλληλα, το ποδόσφαιρο, ειδικότερα το επαγγελματικό στο υψηλό επίπεδο, είναι ένα υποσύστημα στο συνολικό αθλητικό φαινόμενο. Η προσέγγιση για τη κατανόησή του δεν μπορεί να γίνει αγνοώντας τη μεγάλη εικόνα: την αντικειμενική ανάγκη και το δικαίωμα των κοινωνιών για άθληση, αλλά ταυτόχρονα και τα δικαιώματα των θεατών, είτε των παθητικών - μέσω του τηλεοπτικού δέκτη -, είτε όσων συμμετέχουν στο αθλητικό δρώμενο από την εξέδρα.

Δεύτερη παρατήρηση, η πολιτική πίεση απέναντι σε ανάλογου μεγέθους εμπορευματοποιημένα γεγονότα πρέπει να ασκείται στους αθλητικούς θεσμούς, ξεκινώντας από τις εθνικές ομοσπονδίες, να επεκτείνεται στους διεθνείς αθλητικούς οργανισμούς, στους οικονομικούς χορηγούς για χάρη των οποίων γίνεται το «γλέντι»,  αλλά δεν μπορεί να αφήνει στο απυρόβλητο τους πολιτικούς θεσμούς, τις εθνικές κυβερνήσεις και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πέρα από τα απτά αποτελέσματα αυτών των αντιδράσεων, όταν βέβαια αναπτύσσονται οργανωμένα κι έγκαιρα, ο βασικός στόχος είναι να οπλισθούν οι χιλιάδες φίλαθλοι ανά την υφήλιο με τα κατάλληλα αντανακλαστικά εργαλεία,  ώστε να αντιστέκονται στις εκφάνσεις ρατσισμού, σεξισμού και βίας και να μην γίνονται έρμαιο του πάθους που κυριαρχεί στις εξέδρες των ποδοσφαιρικών γηπέδων. Επομένως και στην Ελλάδα, είναι κρίσιμο ζήτημα να παρέμβουμε οργανωμένα στη διαμόρφωση της σχέσης, τουλάχιστον των σκεπτόμενων φιλάθλων, με το σύγχρονο εμπορευματοποιημένο ποδόσφαιρο.

Τρίτη παρατήρηση, το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στη χώρα μας δεν είναι παρά μία μικρογραφία του ευρωπαϊκού, αλλά με περισσότερες τοξικότητες και παθογένειες, που στο επίπεδο της UEFA έχουν διευθετηθεί εδώ και δεκαετίες, χάριν της ανάγκης για εξωραϊσμό και προώθηση του αθλητικού θεάματος και των εμπορικών χρήσεων. Εάν, μεταφορικά μιλώντας, το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο βρίσκεται σε επίπεδο αναπτυγμένου καπιταλισμού, το ελληνικό παραμένει σε συνθήκες φεουδαρχίας. Ως εκ τούτου, η ενσωμάτωση κάποιων κανόνων της UEFA σε οργανωτικό επίπεδο, ή σε θέματα ασφάλειας υποδομών ή πειθαρχικού δικαίου, για την Ελλάδα θα αποτελούσε πρόοδο. Είναι χαρακτηριστική η αντίθεση ποδοσφαιρικών παραγόντων στην Ελλάδα, σχετικά με την εφαρμογή της ολιστικής μελέτης που έχει συμφωνηθεί με την UEFA. Στην Ελλάδα το επαγγελματικό ποδόσφαιρο βρίσκεται σε καθεστώς ομηρείας και εργαλειοποίησης από τους παράγοντες της οικονομικής και πολιτικής διαπλοκής, ενώ στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν θεσπισμένα όρια και ασυμβίβαστα σχετικά με τις συνιδιοκτησίες ομάδων, ΜΜΕ, στοιχηματικών εταιρειών, ενεργειακών και κατασκευαστικών ομίλων. Επομένως, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη χώρα μας, στην Ευρώπη δεν βρίσκουν αφορμή ένα πέναλτι, για να σηκώσουν οχλαγωγία που στοχεύει σε αναθέσεις δημοσίων έργων και διαπάλη ανταγωνιστικών  συμφερόντων. Οι παραπάνω διαπιστώσεις και συγκρίσεις επ' ουδενί λόγο δεν αθωώνουν την FIFA και την UEFA για τις μονοπωλιακές και ασύδωτες πρακτικές τους.

Τέταρτη παρατήρηση, ενώ σε ολόκληρη την Ευρώπη συζητούν για τους τρόπους συμμετοχής των φιλάθλων στη διοίκηση των ομάδων, ενώ υπάρχουν παραδείγματα εναλλακτικών μοντέλων ιδιοκτησίας με πυρήνα τα αθλητικά σωματεία και δημοκρατικές διαδικασίες (πχ. Γερμανία και Ισπανία), στην Ελλάδα ο υποκειμενικός  παράγοντας (οι φίλαθλοι) παραμένει σε πολύ χαμηλό επίπεδο ωριμότητας, με άκρατους ανταγωνισμούς που συμβάλλουν στη συντήρηση της τοξικότητας του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η ευαισθητοποίηση, για παράδειγμα, με αφορμή το Κατάρ και η ανάρτηση ξεχωριστών πανό διαμαρτυρίας σε 3-4 γήπεδα του ελληνικού πρωταθλήματος, σήμερα δεν θα μπορούσε να εκφραστεί με μια κοινή εκδήλωση οπαδών και κοινή παρουσία, ξεπερνώντας τις ψευδεπίγραφες αντιθέσεις, ακόμα και όσων συλλογικοτήτων αυτοπροσδιορίζονται ως «antifa», «αντισυστημικοί», «αχειραγώγητοι» κλπ. Οι αριστερές συλλογικότητες οφείλουν να συμβάλλουν στην άμβλυνση αυτών των οπαδικών ανταγωνισμών.

Πέμπτη παρατήρηση, οι εκφάνσεις της Αριστεράς που ασκούν κριτική στο ποδοσφαιρικό ή το αθλητικό δρώμενο και όχι στις συνθήκες εκμετάλλευσης, χειραγώγησης κ.λπ., απλά ξύνουν την επιφάνεια, αισθάνονται αυτάρεσκα ότι έκαναν το καθήκον τους και κρύβονται από τη πραγματική ζωή. Ταυτόχρονα, αυτός ο παραδοσιακός ελιτισμός δυσκολεύει όσους, αντιλαμβανόμενοι τα στοιχεία της σύγχρονης λαϊκής - αθλητικής κουλτούρας, επιδιώκουν κοινωνικές συμμαχίες και συμφωνίες για την υλοποίηση ενός εναλλακτικού πολιτικού σχεδίου για τον αθλητισμό. Εάν θέλουμε να δούμε «μπροστά» και να χτίσουμε αποτελεσματικά κινήματα (οι προθέσεις για συνδιοργάνωση του Μουντιάλ του 2030 από Ελλάδα, Αίγυπτο και Σαουδική Αραβία ήδη διατυπώθηκαν), πρέπει να επανεξετάσουμε τον τρόπο που προσεγγίζουμε τους φιλάθλους και το ίδιο το ποδόσφαιρο.

tags: άρθρα

2023 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)