to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

14:24 | 27.07.2021

Πολιτική

Π. Μπάγκος στο left.gr: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιδιώκει τη συρρίκνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης

“Ο πραγματικός στόχος της ελάχιστης βάσης εισαγωγής (ΕΒΕ) είναι η συνολική μείωση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της κατάργησης τμημάτων με χαμηλή ζήτηση”, τονίζει στο LEFT.gr ο Παντελής Μπάγκος, Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Καθηγητής του Τμήματος Πληροφορικής με Εφαρμογές στη Βιοϊατρική


“Ο πραγματικός στόχος της ελάχιστης βάσης εισαγωγής (ΕΒΕ) είναι η συνολική μείωση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της κατάργησης τμημάτων με χαμηλή ζήτηση”, τονίζει ο Παντελής Μπάγκος, Κοσμήτορας της Σχολής Θετικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Καθηγητής του Τμήματος Πληροφορικής με Εφαρμογές στη Βιοϊατρική. Ο Π. Μπάγκος επισημαίνει πως η θέσπιση της ΕΒΕ θα έχει πολύ δυσμενείς συνέπειες και για τη νέα γενιά αλλά και για τα πανεπιστήμια, ενώ υπογραμμίζει πως το μέτρο αυτό αποτελεί μια μορφή κοινωνικού αποκλεισμού, που παραπέμπει στη λεγόμενη “κοινωνία των δύο τρίτων”.

Η συζήτηση με τον Π. Μπάγκο επεκτάθηκε σε όλα τα ζητήματα της παιδείας που απασχολούν την επικαιρότητα, αλλά και σε θέματα που απασχολούν διαχρονικά το ελληνικό πανεπιστήμιο και τη θέση του στο διεθνές πεδίο.

Ερωτήσεις: Χρήστος Σίμος

1. Ο βασικός ισχυρισμός της υπουργού Παιδείας, Νίκης Κεραμέως, αναφορικά με τη θέσπιση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής συνίσταται στο ότι στοχεύει στην αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Από την άλλη μεριά, η κριτική που ασκεί η αξιωματική αντιπολίτευση κάνει λόγο για "ντιλάρισμα" της υπουργού με τους ιδιοκτήτες των κολλεγίων. Ποια είναι η άποψη σας;

Εγώ θα έλεγα ότι αναβάθμιση των πανεπιστημίων γίνεται με επενδύσεις, με χρηματοδότηση, με υποδομές, με διορισμούς, με καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και του brain drain, αλλά και με τη δημιουργία ενός σταθερού κλίματος ασφάλειας, να ξέρουμε δηλαδή ότι θα μας αφήσουν να κάνουμε τη δουλειά μας χωρίς αλλαγές, άγχος και αναπροσαρμογές κάθε 2 χρόνια. Αυτά είναι πράγματα που λείπουν και στην πραγματικότητα είναι αυτά που κρατάνε τα ελληνικά πανεπιστήμια πίσω και δυσκολεύουν το έργο μας. Η ποιότητα των φοιτητών σε κάποια τμήματα, είναι ένας παράγοντας, αλλά δεν είναι ο κύριος, και σίγουρα δεν λύνεις το πρόβλημα απλά πετώντας έξω από τα πανεπιστήμια το 1/3 των υποψηφίων. Τα πανεπιστήμια δεν είναι απλά κέντρα εκπαίδευσης, κάνουν έρευνα, παράγουν γνώση, αλληλεπιδρούν με την κοινωνία, και αυτή η πλευρά απουσιάζει παντελώς από τέτοιες συζητήσεις.
Η κριτική της αντιπολίτευσης αν και σκληρή, έχει ουσία: ο μόνος που βγαίνει άμεσα και φανερά κερδισμένος από αυτή την ιστορία είναι οι ιδιοκτήτες των κολλεγίων, οι οποίοι ξεκίνησαν αμέσως τη διαφήμιση του «προϊόντος» τους. Είναι εντυπωσιακή, ιστορικά αν το δούμε, η προνομιακή στήριξη της συντηρητικής παράταξης στη χώρα μας προς τον συγκεκριμένο κλάδο ακόμα και εις βάρος άλλων κλάδων του εγχώριου κεφαλαίου.


2. Ποιες θα είναι οι συνέπειες από την εφαρμογή της ελάχιστης βάσης εισαγωγής για τα λεγόμενα περιφερειακά πανεπιστήμια, όπως αυτό στο οποίο διδάσκετε; 

Οι συνέπειες θα είναι τεράστιες. Τα περισσότερα περιφερειακά πανεπιστήμια θα έχουν τμήματα στα οποία θα μείνουν κενές θέσεις. Σε κάποια τμήματα ίσως και να εισαχθούν ελάχιστοι φοιτητές. Θεωρώ ότι αμέσως μετά θα ξεκινήσει η συζήτηση «μα τι τα θέλουμε τόσα τμήματα», θα αρχίσει η συζήτηση για αξιολόγηση από την ΕΘΑΑΕ με κριτήρια που δεν ξέρουμε κ.ο.κ. Δηλαδή, με άλλα λόγια δεν μιλάμε απλά για μείωση εισακτέων (που είναι καταστροφική έτσι και αλλιώς για τα νέα παιδιά) αλλά και για μείωση συνολικά των πανεπιστημιακών τμημάτων. Αν το υπουργείο ήθελε να βάλει λιγότερους εισακτέους θα μπορούσε πολύ απλά να ακολουθήσει τις προτάσεις των πανεπιστημίων (κάθε χρόνο στέλνει κάθε τμήμα τον επιθυμητό αριθμό εισακτέων, μεγάλη κουβέντα βέβαια το πώς το αποφασίζει κάθε τμήμα και με τι κριτήρια). Αν αυτές οι εισηγήσεις είχαν γίνει δεκτές θα είχαμε αυτόματα μείωση εισακτέων και το υπουργείο θα έριχνε και την ευθύνη στα πανεπιστήμια. Όλα τα τμήματα όμως θα είχαν εισακτέους, λιγότερους μεν, αλλά θα είχαν. Είναι ξεκάθαρο δηλαδή για μένα ότι ο πραγματικός στόχος είναι η συνολική μείωση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της κατάργησης τμημάτων με χαμηλή ζήτηση (και αφού δεν υπήρχε αυτή η χαμηλή ζήτηση, την δημιουργήσαμε με την ΕΒΕ). Αυτό νομίζω θα είναι το πεδίο αντιπαράθεσης τον επόμενο χρόνο για τα πανεπιστήμια, και έχει ενδιαφέρον το τι θα γίνει με τα ακριτικά πανεπιστήμια (Θράκη, Αιγαίο) τα οποία θα πληγούν περισσότερο.


3. Σε πρόσφατο άρθρο σας, επισημάνατε ότι η μέθοδος της ελάχιστης βάσης εισαγωγής προσομοιάζει στην αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων που είχε θεσπιστεί επί κυβέρνησης Σαμαρά, η οποία οδηγούσε στην απόλυση. Ποιες  ευρύτερες αλλαγές για την κοινωνία συνολικά σηματοδοτούν οι κινήσεις αυτές; Υπάρχει ένα κοινό ιδεολογικό νήμα που τις συνδέει;

Δεν προσομοιάζει, είναι ακριβώς το ίδιο. Είναι η τακτική που λέει ότι τους βαθμολογείς όλους σε μια σχετική κλίμακα, αλλά (και εδώ είναι το σημαντικό) αποφασίζεις να αντιμετωπίσεις τιμωρητικά ένα συγκεκριμένο ποσοστό των «τελευταίων». Στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, ξέραμε τι θα γινόταν αν συνεχιζόταν αυτό. Στην περίπτωση των εξετάσεων, αφήνεις εκτός πανεπιστημίου ένα τεράστιο ποσοστό των μαθητών, ακόμα και αν όλοι είναι καλοί, ακόμα και αν γράψουν όλοι πάνω από 10 ή 12 και αυτό θα χειροτερεύει όσο περνάνε τα χρόνια. Είναι πραγματικά το χειρότερο σύστημα που θα μπορούσε να βρεθεί για εισαγωγικές εξετάσεις σε σχολές με συγκεκριμένο αριθμό θέσεων, ακόμα και η βάση του 10 ή του οτιδήποτε επέλεγαν τα τμήματα, θα ήταν καλύτερο σε σχέση με αυτό. Αν δείτε τη βιβλιογραφία, αυτό το σύστημα το χρησιμοποιούσαν, ή το χρησιμοποιούν ακόμα, μεγάλες πολυεθνικές για την αξιολόγηση του προσωπικού κάθε 2-3 χρόνια. Το είχα ακούσει από έναν συνάδελφο πριν 20 περίπου χρόνια και μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση: κάθε τμήμα κάνει αυτή την κατάταξη (ακόμα και αν μιλάμε για ομάδες των 5-6 ατόμων) και ο τελευταίος απολύεται, ακόμα και αν είναι καλός με απόλυτα κριτήρια. Είναι ένα ξεκάθαρα ανάλγητο και νεοφιλελεύθερο σύστημα που κρύβεται πίσω από ωραίες λέξεις όπως αριστεία, αξιολόγηση, λογοδοσία, κ.ο.κ. αλλά σκοπεύει να εμπεδώσει αυτή τη συνεχή ανασφάλεια στον εργασιακό βίο.

Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και στον χώρο των επιχειρήσεων έχει δεχτεί πολλές κριτικές και πολλές εταιρίες το εφαρμόζουν συγκαλυμμένα για να αποφύγουν την κριτική. Το να το εφαρμόζεις όμως με αυτόν τον τρόπο στην εκπαίδευση σε έναν διαγωνισμό για κατάληψη συγκεκριμένων θέσεων στα πανεπιστήμια, είναι τρομερό. Δημιουργεί αμέσως μια κοινωνία των 2/3. Φυσικά, εκτός από τον μεγάλο αριθμό μαθητών που αφήνει έξω, η ύπαρξή της ΕΒΕ στα ειδικά μαθήματα οδηγεί και σε διάφορα ακόμα πιο τραγικά περιστατικά, όπως αριστούχοι μαθητές (με βαθμό δηλαδή μεγαλύτερο από 18,5) να μην μπορούν να μπουν στο τμήμα της επιλογής τους επειδή ο ένας έγραψε 13,6 στο σχέδιο, ο άλλος έγραψε 10 στα Αγγλικά και στα Γαλλικά (ενώ με τους ίδιους βαθμούς θα έμπαινε στις αντίστοιχες φιλολογίες), ή να κόβονται από το ΤΕΦΑΑ αριστούχοι πρωταθλητές του καράτε και της ρυθμικής γυμναστικής επειδή δεν μπόρεσαν να πετύχουν επιδόσεις αντίστοιχες των αθλητών του στίβου. Δεν ξέρω αν το αντιλαμβάνονται όλοι, μένουν εκτός της γυμναστικής ακαδημίας αριστούχοι πρωταθλητές, τι να λέμε για αριστεία από κει και πέρα; Τι να πει κανείς σε αυτά τα παιδιά και στις οικογένειές τους;

4. Ποια είναι η άποψη σας για την πανεπιστημιακή αστυνομία; Τι επιδιώκει η κυβέρνηση Μητσοτάκη με αυτό το μέτρο;

Πρώτα από όλα, και σε αυτή την περίπτωση η κυβέρνηση εργαλειοποίησε την πανδημία. Εδώ και 1,5 χρόνο τα πανεπιστήμια είναι άδεια, δεν υπάρχει κανένα θέμα ασφαλείας που δικαιολογεί τέτοιες κινήσεις. Αν πάμε πιο πίσω θα δούμε ότι αρχικά υπήρχε η συνεχής αναφορά στο «άσυλο της ανομίας» και όλα αυτά τα ωραία που ακούμε κατά καιρούς και η συνεχής κραυγή για αστυνόμευση. Δεν αρνούμαι φυσικά ότι σε κάποια κεντρικά πανεπιστήμια, υπάρχει θέμα ανομίας (με ναρκωτικά κ.ο.κ.) αλλά αυτό δεν είναι θέμα ειδικά του πανεπιστημίου, είναι θέμα της κοινωνίας και της ευρύτερης περιοχής. Και φυσικά, είτε πριν που υπήρχε άσυλο και προέβλεπε συγκεκριμένα βήματα για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων (όπως έγινε στην περίπτωση του ΑΠΘ το 2018), είτε μετά το 2019 που δεν υπάρχει άσυλο, η ανάγκη ύπαρξης πανεπιστημιακής αστυνομίας είναι ψευδεπίγραφη. Υπάρχει αστυνομία και μπορούσε και μπορεί να επέμβει σε περίπτωση κλοπής, διακίνησης ναρκωτικών ή άλλων εγκληματικών πράξεων. Έτσι δεν γίνεται σε κάθε δημόσια υπηρεσία; Υπάρχει ειδικό αστυνομικό σώμα να φυλάει τους δήμους, τις ΔΟΥ, τις ΔΕΚΟ ή τα υπουργεία; Δεν είναι καν αποτελεσματικό κάτι τέτοιο γιατί οι αστυνομικοί αυτοί δεν θα χρειάζονται κάθε μέρα, δεν θα εκτελούν καν καθήκοντα φύλαξης.

Νομίζω έχουμε να κάνουμε με μια συμβολική κίνηση για να ικανοποιήσει τα συντηρητικά αντανακλαστικά των ακραίων ψηφοφόρων τους κυβερνώντος κόμματος, να περάσει το μήνυμα ότι «μπήκαμε στα πανεπιστήμια και θα σταματήσουμε τις καταλήψεις». Και φυσικά, σε μια εποχή που φωνάζουμε για ελλείψεις προσωπικού στα πανεπιστήμια, στα σχολεία, στα νοσοκομεία κ.ο.κ. εμείς θα έχουμε διορισμούς… ανειδίκευτων αστυνομικών που στην ουσία δεν θα μπορούν να προσφέρουν και τίποτα σημαντικό απέναντι στην πραγματική εγκληματικότητα, απλά θα πίνουν καφέ και θα τρώνε ντόνατς στο κυλικείο.

5. Πώς κρίνετε συνολικά την πολιτική που επιχειρεί να εφαρμόσει το υπουργείο Παιδείας επί κυβέρνησης Μητσοτάκη;

Κοιτάξτε, η πολιτική ακολουθεί σε γενικές γραμμές το νεοσυντηρητικό μοντέλο που περιμέναμε από αυτή την κυβέρνηση, στήριξη των ιδιωτών, μείωση δημόσιου τομέα, αυταρχισμός κ.ο.κ.. Ακόμα και στα σκάνδαλα και τις γκάφες, όπως είδαμε με τις γιγάντιες μάσκες στα σχολεία, είναι εντός γραμμής, θα έλεγε κανείς χιουμοριστικά. Αυτό που κάνει εντύπωση όμως είναι ότι σε πολλά σημεία φαίνεται να πηγαίνει και ένα βήμα παραπέρα, ακόμα και με διαφωνίες μέσα στο συντηρητικό στρατόπεδο. Για παράδειγμα, η πανεπιστημιακή αστυνομία λέγεται πως συνάντησε αντιδράσεις και πιθανώς στοίχισε την απομάκρυνση του κ. Διγαλάκη (ο οποίος ούτε τυχαίος ήταν ούτε άσχετος με το αντικείμενο). 

Η επικείμενη συρρίκνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που λέγαμε πριν (η οποία ελπίζω να αποτραπεί) είναι σίγουρο ότι θα προκαλέσει και αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες και είμαι σίγουρος ότι και οι τοπικοί βουλευτές της ΝΔ δεν θα το δεχτούν εύκολα. Το θέμα με τα κολλέγια και τα επαγγελματικά δικαιώματα έχει ξεσηκώσει αντιδράσεις από τα επιμελητήρια και από στελέχη που πρόσκεινται στην κυβερνητική παράταξη. Δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν όλα αυτά, δεν ξέρω και τις εσωτερικές διεργασίες στη ΝΔ, αλλά φαίνεται από τις αντιδράσεις που ακούω, από τα σχολεία μέχρι τα πανεπιστήμια, ότι συνολικά η διαχείριση του υπουργείου παιδείας δεν εξελίσσεται ιδιαίτερα καλά.


6. Ένας από τους πιο συνήθεις ισχυρισμούς του νεοφιλελεύθερου μπλοκ έχει να κάνει με το ότι τα πανεπιστήμια δεν είναι συνδεδεμένα με την αγορά εργασίας. Ποια είναι η άποψη σας γι' αυτό;

Πρώτα από όλα δεν ξέρω τι ακριβώς σημαίνει αυτό και τι παραπάνω θέλουν όσοι το λένε. Σύνδεση υπάρχει, τα πανεπιστήμια στέλνουν φοιτητές για αμειβόμενη πρακτική άσκηση σε επιχειρήσεις, το ΤΕΕ έχει πάντα σύνδεση και σχέση με τα πολυτεχνεία μας, στα πανεπιστήμια λειτουργούν δεκάδες κέντρα δια βίου μάθησης στα οποία κατά κανόνα γίνεται σοβαρή επιμόρφωση αποφοίτων και μη, πολλά τμήματα προσφέρουν επιπλέον προσόντα μέσα στο πτυχίο όπως για παράδειγμα πιστοποιητικό διδακτικής επάρκειας ή πιστοποιητικό γνώσης Η/Υ, ενώ φυσικά υπάρχουν στους ΕΛΚΕ οι δομές για να διαχειριστούν χρηματοδοτήσεις από ιδιωτικούς φορείς.

Σε πάρα πολλά πανεπιστήμια υπάρχει μεγάλη διασύνδεση και με τοπικούς φορείς αλλά και με επιχειρήσεις. Το θέμα είναι ότι στην Ελλάδα οι περισσότερες επιχειρήσεις μάλλον δεν θέλουν να επενδύουν σε R&D, τουλάχιστον όχι όπως στο εξωτερικό (υπολογίζεται ότι επενδύουν 20 και 30 φορές λιγότερο), και γι΄ αυτό δεν βλέπουμε μεγάλη ίδια συμμετοχή σε ερευνητικά προγράμματα. Αν με τον όρο «σύνδεση με την αγορά εργασίας» εννοούμε όμως το να έρχεται ένας επιχειρηματίας ή ένας σύνδεσμος επιχειρηματιών και να μας λένε τι μάθημα να κάνουμε, ή τι έρευνα να κάνουμε, πως θα την κάνουμε και που θα την δημοσιεύσουμε, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση. Τα πανεπιστήμια στην βασική τους αποστολή πρέπει να κάνουν έρευνα και να παράγουν γνώση, φυσικά πρέπει να παρέχουν και επαγγελματικά εφόδια στους αποφοίτους, αλλά αυτά δεν πρέπει να καθορίζονται στενά από τις ανάγκες της αγοράς του σήμερα.

Θυμάμαι μια φράση ενός εκπροσώπου κάποιου επιχειρηματικού φορέα που είχα ακούσει στο ραδιόφωνο «Πάνε αυτοί εκεί (σ.σ. εμείς οι πανεπιστημιακοί) και τους μαθαίνουν οικονομετρίες και μικρο-οικονομίες και τέτοια. Εγώ όμως θέλω έναν να ξέρει να φτιάχνει δελτία αποστολής». Ε, με τέτοιες αντιλήψεις δεν πάμε μπροστά, και φοβάμαι ούτε οι επιχειρήσεις αυτές θα πάνε μπροστά. Τα πανεπιστήμια πρέπει να παράγουν επιστήμονες με τις βασικές γνώσεις που θα μπορούν να προσαρμοστούν. Ο οικονομολόγος πρέπει να ξέρει τις θεωρίες και όταν πάει να δουλέψει θα μάθει τις λεπτομέρειες του τάδε φορολογικού ή μηχανογραφικού συστήματος. Ο στατιστικός πρέπει να ξέρει Στατιστική και αν χρειαστεί θα μάθει και ένα επιπλέον στατιστικό πακέτο που δεν διδάχτηκε στο πανεπιστήμιο, ο πληροφορικός πρέπει να ξέρει Πληροφορική και αν χρειαστεί στην δουλειά θα μάθει και μια άλλη γλώσσα προγραμματισμού που βγήκε τώρα ή που είναι απαραίτητη στον συγκεκριμένο κλάδο. Θέλει προσοχή δηλαδή, να μην δούμε τα πανεπιστήμια αποκλειστικά σαν φορείς παροχής επαγγελματικών γνώσεων.

7. Κατά καιρούς, το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο δέχεται βολές που έχουν να κάνουν με την ποιότητα των σπουδών. Τι δείχνει η διεθνής εμπειρία ως προς αυτό;

Αυτός είναι ένας επίμονος μύθος, ένα διαρκές fake news, θα έλεγα, που πρέπει να το αποδομούμε συνεχώς. Πρώτα από όλα πρέπει να πούμε ότι οι δαπάνες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι ιδιαίτερα χαμηλές, από τις χειρότερες στην Ευρώπη. Ο τακτικός προϋπολογισμός των πανεπιστημίων για τα λειτουργικά έξοδα (δεν είναι η μόνη πηγή χρηματοδότησης αλλά είναι ενδεικτικό) κοστίζει κάθε χρόνο όσο κόστισε το φιάσκο με το «σκοιλ ελικικου».

Οι εικόνες που βλέπουμε πολλές φορές (όσες δηλαδή δεν είναι fake) με τα παρατημένα αμφιθέατρα και τις αίθουσες, είναι αποτέλεσμα της πολύ χαμηλής χρηματοδότησης και της αδυναμίας συντήρησης. Κάποια στιγμή την περίοδο 2010-2014 δεν είχαμε χαρτί, όχι για τον εκτυπωτή, αλλά ούτε για την τουαλέτα και κάναμε αγώνα για να λειτουργήσουμε. Από ‘κει και πέρα, όλες οι λίστες κατάταξης των πανεπιστημίων ανά τον κόσμο (με όλους τους περιορισμούς και την κριτική που μπορούμε να ασκήσουμε στο τι αξιολογούν αυτές οι λίστες) δείχνουν ότι 7-8 πανεπιστήμια της χώρας, τα μεγαλύτερα δηλαδή, αυτά που καλύπτουν ίσως και πάνω από το 60% των τμημάτων, βρίσκονται μέσα στα 1000 πρώτα ιδρύματα στον κόσμο. Δεν είναι κάτι αμελητέο αυτό, ειδικά για μια χώρα του μεγέθους της Ελλάδας.
Δεν μπορούμε να έχουμε 10 ΜΙΤ στη χώρα μας, αλλά έχουμε ήδη αξιοπρεπέστατα ιδρύματα που κάνουν αισθητή την παρουσία τους διεθνώς. Το ίδιο ισχύει και όταν δούμε βιβλιομετρικά την απόδοση της επιστημονικής έρευνας στη χώρα μας, η οποία σε μεγάλο βαθμό παράγεται στα πανεπιστήμια. Είχα γράψει ένα άρθρο στο Βήμα το 2014 που ανέλυε τις δημοσιεύσεις υψηλής απήχησης από τις ανεπτυγμένες χώρες.

Η Ελλάδα ήταν στην 32η θέση κάτι που ήταν εντελώς ανάλογο με το ΑΕΠ της, τα πήγαινε όμως κατά 29% καλύτερα από το αναμενόμενο, αν λαμβάναμε υπόψη την χρηματοδότηση. Τα ίδια έχουν δείξει και άλλοι συνάδελφοι πιο πρόσφατα. Η Ελλάδα έχει για παράδειγμα 648 επιστήμονες που κατατάσσονται με βάση την αναγνώριση του έργου τους στο ανώτερο 2% του επιστημονικού τους πεδίου παγκοσμίως. Αναλογικά με τον πληθυσμό, βρίσκεται στην 22η θέση στον κόσμο και την 15η στην Ευρώπη, προσπερνώντας ακόμα και πιο πλούσιες και προηγμένες χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, το Λουξεμβούργο. Αντίστοιχες αναλύσεις με το ΑΕΠ και το ποσοστό που δαπανάται σε R&D δείχνουν το ίδιο πράγμα, τα λίγα χρήματα που δαπανώνται αποδίδουν καλύτερα εδώ, οι Έλληνες επιστήμονες αποδίδουν καλύτερα από το αναμενόμενο, δεδομένων των συνθηκών.

Φυσικά, τα πράγματα πρέπει και μπορούν να γίνουν καλύτερα σε όλα τα επίπεδα, αλλά η λύση δεν είναι να περιορίσουμε την δημόσια πανεπιστημιακή εκπαίδευση για να δίνουμε τα ίδια χρήματα σε λιγότερους, μπορούμε απλά να αυξήσουμε τη χρηματοδότηση. Μπορούμε επίσης να διορθώσουμε κάποιες παθογένειες της γραφειοκρατίας.

Για παράδειγμα, ενώ οι απόφοιτοι μας πάνε στο εξωτερικό και διαπρέπουν (και αυτό είναι επίσης μια απόδειξη της δουλειάς που γίνεται εδώ), όταν έρχονται στην χώρα απόφοιτοι ξένων ιδρυμάτων, δεινοπαθούν με το ΔΟΑΤΑΠ. Και δεν εννοώ φυσικά ότι δεν πρέπει να υπάρχει αυστηρός έλεγχος της ισοτιμίας, φυσικά και πρέπει να υπάρχει. Αλλά υπάρχουν περιπτώσεις που γίνονται όλο και πιο συχνές τα τελευταία χρόνια με υπερβολικές καθυστερήσεις ακόμα και στην αναγνώριση διδακτορικών τίτλων από χώρες της ΕΕ (δεν μιλάμε για πτυχίο με αντιστοίχιση, μιλάμε απλά για αναγνώριση, κάτι που θα έπρεπε να γίνεται σχετικά γρήγορα).

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)