to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

15:00 | 01.10.2014

Πάνος Ραμαντάνης

πηγή: Θέσεις

Πολιτισμός

Όταν μια νουάρ μυθιστορία επιστρέφει σαν πολιτική πραγματικότητα (βιβλιοκριτική)

Για το βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη, «Βασικός μέτοχος» (Γαβριηλίδης 2006)


Μια στιγμιαία σκέψη, ένα πολιτικό-ιστορικό γεγονός ή και μια περαστική εικόνα, αρκετές φορές, μπορούν να λειτουργήσουν (όλα μαζί ή το καθένα ξεχωριστά) ως αφορμή (βατήρας) για το ψαχούλεμα της πραγματικότητας μέσα από την λογοτεχνία. Σχεδόν πάντα, μια καλογραμμένη μυθιστορία δημιουργείται αλλά και δημιουργεί (!) μια πολιτική πραγματικότητα με τρόπο απροσδιόριστα μαγικό. Ίσως και τελικά το μαγικό να έχει να κάνει με την αδυναμία προσδιορισμού του γεγονότος που περιγράφει – διαμορφώνεται μέσα από τις λογοτεχνικές σελίδες του εκάστοτε γραφήματος. Συνήθως (τις περισσότερες φορές δηλαδή) οι μυθιστορίες που παντρεύουν την πραγματικότητα με τον μύθο, την πολιτική στιγμή με το ιδεολογικό background, το κοινωνικό κάδρο με την ανθρωπιστικό καμβά, κινούνται (υπάρχουν) μέσα από το νουάρ αστυνομικό μυθιστόρημα.

Μα καλά… είναι δυνατόν ένα αστυνομικό μυθιστόρημα να απεικονίζει μια πολιτική - κοινωνική πραγματικότητα και μάλιστα να μπορεί να δημιουργεί παράλληλα σκέψεις πολιτικές, κριτικής απέναντι στο εκάστοτε (συνήθως στο υπάρχον) κοινωνικό οικοδόμημα; Η απάντηση είναι απλή. Ναι, μπορεί! Πάντα υπό προϋποθέσεις, αλλά μπορεί. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Γιώργος Καλαμπόκας:

«Κάποιος μπορεί να ψάξει κι ενδεχομένως να καλυφθεί από απαντήσεις που ίσως συνιστούν και τις προφάνειες της περίπτωσης, κοινές άλλωστε στα περισσότερα νουάρ μυθιστορήματα: η αστυνομική ιστορία εκτυλίσσεται σχεδόν πάντα μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές ή πολιτικές περιστάσεις, το μυθιστόρημα κατά κανόνα ασχολείται και με ζητήματα εκτός της απλής αστυνομικής ιστορίας, η τελευταία αναπτύσσεται σε άμεση συνάφεια με τις ιστορικές συνθήκες και τις πολιτικοϊδεολογικές αντιπαραθέσεις. Συχνά μπορεί να θεωρηθεί ότι το μυθιστόρημα είναι απλώς μια αφορμή, ότι σε αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί να «σωματοποιήσει» την οπτική του για ένα θέμα, να στήσει μια ιστορία για να παρουσιάσει μέσα σε λογοτεχνική φόρμα το πολιτικό του επιχείρημα ή την ιδεολογική του πεποίθηση: την ύπαρξη μεγάλων σκανδάλων πίσω από την πολιτική σκηνή, την καταγραφή αγώνων που άφησαν εποχή, την αντιδημοκρατική λειτουργία του κράτους, τον φασισμό που η καπιταλιστική ορθολογικότητα κυοφορεί...».1

Επί της ουσίας, στο πολιτικό νουάρ μυθιστόρημα η λογική της αστυνομικής πλοκής υποχωρεί αισθητά και αφήνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παρατήρηση - περιγραφή μιας πολιτικής - κοινωνικής πραγματικότητας, στην ανθρωπολογική (σχεδόν κοινωνιολογική) προσέγγιση ατόμων (ηρώων της μυθιστορίας και όχι μόνο…), στην κριτική θεσμών και αντιλήψεων. Έτσι, η ξερή αστυνομική μυθιστορία μετατρέπεται άμεσα ή έμμεσα σε μια περιγραφική πολιτική και κοινωνική πρόζα στημένη σε φόντο αστυνομικού φιλμ νουάρ. Στην ελληνική πεζογραφική πραγματικότητα το νουάρ μυθιστόρημα δεν είναι τόσο διαδεδομένο όσο στην Γαλλία, στις Σκανδιναβικές χώρες ή στην Λατινική Αμερική. Οι περισσότεροι Έλληνες γραφιάδες αστυνομικών μυθιστορημάτων, μάλλον, θέλγονται περισσότερο από τη βρετανική πεζογραφική λογική της Ρουθ Ρέντελ και του Ίαν Ράνκιν, παρά από την πολιτικο-κοινωνική ατμοσφαιρική γραφή σκέψη του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, του Ζαν Κλόντ Ιζζό ή του Μορίς Ατιά.

Ο μόνος Έλληνας συγγραφέας που προσεγγίζει τους τελευταίους είναι ο Πέτρος Μάρκαρης. Και η αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο έρχεται από ένα παλαιό βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη (έκδοση του 2006 για την ακρίβεια) που έχει τίτλο: Βασικός Μέτοχος. Γιατί, όμως, να γραφτεί μια βιβλιοκριτική για ένα βιβλίο που πρωτοκυκλοφόρησε πριν 8 χρόνια; Τι το καινούργιο (εικόνα ή γεγονός) μπορεί να εντοπίσει κανείς ξαναδιαβάζοντάς το; Και όμως μπορεί… αρκεί να επαναφέρει στο μυαλό του εικόνες (τηλεοπτικές ή έντυπες) που ακολούθησαν την δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τον Χρυσαυγίτη νεοναζί Γιώργο Ρουπακιά. Αρκεί να «ξεθάψει» από μέσα του εικόνες των Χρυσαυγιτών νεοναζί, αυτών των φουσκωτών τύπων με τα μαύρα ρούχα και την στρατιωτική ένδυση (οι εκτελεστές της οργάνωσης), ή των καλοντυμένων με ύφος δικηγοράκου και το βλέμμα του Γκαίμπελς (οι… «καθώς πρέπει» της οργάνωσης). Ακριβώς αυτή, λοιπόν, την περιγραφή δίνει για τους νεοναζιστές της Χρυσής Αυγής και ο Πέτρος Μάρκαρης στην νουάρ μυθιστορία του Βασικού μετόχου, οι οποίοι μάλιστα εμφανίζονται και εκεί να λειτουργούν ως δολοφόνοι κάτω από τις εντολές της ηγεσίας. Χαρακτηριστικό της περιγραφής των νεοναζί από τον Πέτρο Μάρκαρη, το απόσπασμα που ακολουθεί:

«Δεν προλαβαίνω να ολοκληρώσω την επιθεώρηση του χώρου και ο φρουρός μπάζει μέσα πέντε παλικάρια, που εκ πρώτης όψεως δεν έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους. Διαφέρουν αρχικά στην ηλικία που κυμαίνεται από είκοσι οκτώ ως τριάντα πέντε. Μετά στην διάπλαση. Οι δύο είναι θηριώδεις και μοιάζουν με τον φονιά του βασικού μετόχου. Ο τρίτος είναι, ο εμφανισιακά μεγαλύτερος στην ηλικία, είναι ψηλός, λεπτός και με μούσι και σε πάει λίγο σε μηχανικό ή σε δικηγόρο. Ο τέταρτος πρέπει να είναι γύρω στα είκοσι πέντε, μετρίου αναστήματος, όλο μυς και κόκκαλα, με σκοτεινό, φονικό βλέμμα…».2

Ας πάρουμε, όμως, την μυθιστορία απ’ την αρχή. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του ήρωα ο συγγραφέας τοποθετεί, όπως συνηθίζει άλλωστε, τον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο. Έναν τύπο «μπάτσου» με όχι ιδιαίτερες αντιλήψεις, σίγουρα πάντως δημοκρατικές, που πασχίζει, σχεδόν μόνιμα, να ξεφύγει από τον μικροαστισμό του. Σε αντίθεση με τους άλλους συγγραφείς (Ευρωπαίους και Λατινοαμερικάνους) της νουάρ λογοτεχνίας, ο Μάρκαρης ντύνει τον «μπάτσο» με έναν απλό δημοκρατικό μανδύα (που στην καλύτερη περίπτωση να χαρακτηριστεί κεντροαριστερός). Ενώ, δηλαδή, π.χ. ο Μορίς Ατιά στην Τριλογία της Μασσαλίας δημιουργεί τον Πάκο Μαρτίνεθ, έναν «μπάτσο» ιδιόρρυθμο, τελείως αντισυμβατικό, οπαδό της Ρόζας με ροπή προς τον αναρχισμό, ή ο Πάκο ΙγνάσιοΤάιμπο ΙΙ, ο οποίος κινεί τις μυθιστορίες του γύρω από τον λάτρη του Μάο και οπαδό του Γαλλικού Μάη, μπάτσο-ντέτεκτιβ Έκτορ Μπελασκοαράν Σάυν, ο Μάρκαρης επιλέγει τον μικροαστούλη αστυνομικό που η «επανάστασή του» φτάνει μέχρι την αστική δημοκρατία. Το γιατί το κάνει αυτό ο Μάρκαρης είναι μια άλλη κουβέντα. Κατά την γνώμη μου, η επιλογή του ήρωα ίσως έχει να κάνει με τον ρεαλισμό. Με την πραγματική κατάσταση, δηλαδή, που βρίσκονται τα σώματα ασφαλείας. Και αν αναλογιστούμε πως τα σώματα αυτά δημιουργήθηκαν κατ’ εικόνα και ομοίωση του μετεμφυλιακού δοσιλογικού κράτους, τότε εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς πως οι δημοκρατικές του αντιλήψεις… του Χαρίτου είναι από μόνες τους μια επαναστατική πράξη!

Ο Πέτρος Μάρκαρης στήνει το σκηνικό της υπόθεση του Βασικού μετόχου δημιουργώντας δύο υποθέσεις που κινούνται παράλληλα και που ως κεντρικό άξονα ροής έχουν το (πολιτικό όπως αποδεικνύεται τελικά) έγκλημα. Στην μια υπόθεση έχουμε να κάνουμε με μια τρομοκρατική επίθεση που δέχεται το πλοίο «El Greco», ενώ στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια σειρά από διαδοχικούς φόνους που έχουν στόχο ανθρώπους της διαφήμισης. Η εμπλοκή του αστυνόμου Χαρίτου στην πρώτη υπόθεση γίνεται λόγω της κόρης του Κατερίνας, η οποία και κρατείται στο πλοίο «El Greco» με τους υπόλοιπους ομήρους, ενώ στη δεύτερη ως υπεύθυνου του τμήματος ανθρωποκτονιών για τις έρευνες των φόνων. Οι δύο υποθέσεις θα συνδεθούν, τελικά, με ευρηματικό πράγματι τρόπο από το συγγραφέα, καθώς τα δύο επίπεδα δράσης καταλήγουν στο να έχουν «κοινή πολιτική αφετηρία». Τον εθνικισμό και τον φασισμό. Στην περίπτωση της τρομοκρατικής επίθεσης στο πλοίο «El Greco», ο συγγραφέας στήνει μια κατάσταση για να αναδείξει (ή και για να θυμίσει, ή και για να μας γνωστοποιήσει…), στην ουσία, τον τρόπο με τον οποίο τράφηκε ο ελληνικός εθνικισμός (και το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής στη συνέχεια) με φόντο την σφαγή της Σρεμπρένιτσα, και στην οποία θεωρείται σχεδόν σίγουρο πως πήραν μέρος 10 με 15 Έλληνες «εθνικιστές» (άτομα που σήμερα κινούνται στους κόλπους της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής), μέλη της τότε φασιστικής παραστρατιωτικής οργάνωσης «Ελληνική Εθελοντική Φρουρά». Η ελληνική κοινωνία ποτέ δεν έμαθε, στην ουσία, για τη σφαγή στη Σεμπρένιτσα. Εδώ καλά-καλά ποτέ δεν έμαθε (χωρίς καμιά υπερβολή η λέξη έμαθε) για την σφαγή στα Καλάβρυτα! Ο Μάρκαρης με το πεζογραφικό του τρικ (και με αρκετά έξυπνο και κομψό τρόπο) το δείχνει αυτό! Το γιατί δεν έμαθε είναι μια άλλη ιστορία. Αναλυτική έρευνα πάνω στο συγκεκριμένο θέμα έχει κάνει ο δημοσιογράφος της Εφημερίδας των Συντακτών και μέλος της ερευνητικής ομάδας «Ιός», Δημήτρης Ψαρράς.3

Η πολιτικο-μυθιστορηματική έμπνευση, όμως, του Πέτρου Μάρκαρη δεν σταματά στο πώς τράφηκε ο φασισμός και ο νεοναζισμός στη χώρα μας. Αξίζει πραγματικά να σταθεί κανείς στο γεγονός πως ο συγγραφέας, επί της ουσίας γνωστοποιεί στο κοινό του πώς η ακροδεξιά (η ΧΑ στην συγκεκριμένη περίπτωση) βρισκόταν πάντα στην επίθεση. Ακόμα και όταν αυτή «έδειχνε» να είναι εξαφανισμένη, μέσα από τις σκιές, ζούσε και περίμενε πάντα τη στιγμή για το χτύπημα! Είναι πράγματι εντυπωσιακό: Όσο φέρνεις στο μυαλό σου τα τελευταία γεγονότα στο Κερατσίνι, τόσο δουλεύεις στη σκέψη σου την νουάρ μυθιστορία του Μάρκαρη. Ο τρόπος που χειρίζεται την ιστορία της «νεόκοπης» (που μόνο τέτοια τελικά δεν ήταν…) ελληνικής Ακροδεξιάς είναι, τουλάχιστον, εξαιρετικός. Ακόμα και η «πολιτική αρθροσκόπησή» της ελληνικής Ακροδεξιάς έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον (δεν πρέπει να ξεχνάμε πως διαβάζουμε μια νουάρ μυθιστορία). Διαβάζουμε από το βιβλίο:

«Ακούστε καλά, τι έχουμε να πούμε, εσείς οι πολιτικοί των παραθύρων, οι βολεψάκηδες του φραπέ, οι πλουτοκράτες που ξέρετε μόνο να μετράτε ευρώπουλα. Εμείς οι Έλληνες εθελοντές πολεμήσαμε στο πλευρό των Σερβοβόσνιων αδερφών μας για την Ελευθερία και την Ορθοδοξία ενάντια στην Ισλαμική βαρβαρότητα, την ώρα που οι πουλημένοι στο ΝΑΤΟ πολιτικοί μας κάνανε τα στραβά μάτια στο βομβαρδισμό της Σερβίας ή άνοιγαν τα σύνορα της Ελλάδας, για να περάσουν αυτοί που σκότωναν τους Σέρβους αδερφούς μας […] Δεύτερο, ζητάμε να δημοσιευτεί η άποψη για το δικαστήριο της Χάγης και της Σρεμπρενίτσα που υπάρχει στο φάκελο της αρχιεπισκοπής Αθηνών “Τουρκία - ΗΠΑ - Ελλάδα. Εξελίξεις και προοπτικές”, για να μάθουν όλοι οι Έλληνες ότι η Εκκλησία της Ελλάδας και η Ορθοδοξία είναι με το μέρος μας, ενώ οι Έλληνες πολιτικοί προτίμησαν να γίνουν ο πάτος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα τσιράκια των Ευρωπαίων...».4

Η επιστολή των φασιστών τρομοκρατών που μηχανεύεται ο Μάρκαρης δίνει χρήσιμα συμπεράσματα για την πολιτική-ιδεολογική κουλτούρα της Ακροδεξιάς (ΧΑ στην προκειμένη περίπτωση). Η Ακροδεξιά δανείζεται έναν μανδύα «αντισυστημικότητας» και αυτό το κάνει διότι θέλει (χρειάζεται για να μπορεί να υπάρχει πολιτικά) έναν καπιταλισμό χωρίς δημοκρατία (που την κατανοεί ως κυριαρχία του πλούτου), και χωρίς δικαιώματα για τους μη (εθνικώς, φυλετικώς αλλά και από άποψη αρρενωπότητας) καθαρούς (Άρειους)... Επί της ουσίας η Ακροδεξιά ενώ δεν αμφισβητεί τον καπιταλισμό στη φύση και στη βάση του, αηδιάζει (κατά κάποιον τρόπο) με την αστική δημοκρατία. Έτσι, η «αντισυστημικότητα» της Ακροδεξιάς έχει να κάνει με την πολιτική διαχείριση του καπιταλισμού, με τη φινέτσα της (όποιας) αστικής δημοκρατίας και του όποιου «κοινωνικού» κράτους απορρέει από τον καπιταλισμό και όχι με τον ίδιο τον καπιταλισμό.

Ο Πέτρος Μάρκαρης χρησιμοποιεί την αστυνομική του μυθιστορία ώστε να μπορέσει να θίξει θέματα που βασανίζουν τη σκέψη. Αυτό γίνεται κάτι παραπάνω από φανερό τόσο από τον τρόπο του παραθέτει τα γεγονότα όσο και από την ποιοτική επιλογή των γεγονότων αυτών. Γιατί αυτό είναι τελικά είναι οΒασικός μέτοχος. Ένα νουάρ πολιτικό-ιστορικό-κοινωνικό γαϊτανάκι που πράττει πεζογραφικούς σάλτους από την εθνικιστική βία στην τυφλή τρομοκρατική πράξη, από την πρόσφατη ελληνική ιστορία (π.χ. τα τάγματα ασφαλείας στην Κατοχή, η κτηνωδία στα Καλάβρυτα) στην παράλογη λογική των διεθνών μυστικών υπηρεσιών, από την αντιδημοκρατική (στο πλαίσιο της μικροαστικής αντίληψης του ήρωα-μπάτσου πάντα…) λειτουργία των σωμάτων ασφαλείας, αλλά και του κράτους γενικότερα στην άμετρη (και άθλια σε ορισμένες περιπτώσεις) λαγνεία της καπιταλιστικής λογικής και στο χάιδεμα της εξουσίας. Το φάσμα των κοινωνικών και πολιτικών αναζητήσεων του συγγραφέα είναι αρκετά μεγάλο και ευτυχώς δεν χάνεται μέσα σ’ αυτό. Αυτό εξάλλου είναι χαρακτηριστικό των καλών γραφιάδων. Να μην χάνονται μέσα στις σκέψεις και στους προβληματισμούς τους. Και ο Μάρκαρης τα καταφέρνει μια χαρά σ’ αυτό. 
Μοναδικό μελανό σημείο, κατά την ταπεινή μου άποψη, στη … «χρήση ηρώων» του συγγραφέα, ο Ζήσης. Ο αριστερός-κομμουνιστής φίλος του Χαρίτου. Εδώ ο ρεαλιστής Μάρκαρης πέφτει μάλλον σε ατόπημα. Δημιουργεί έναν ήρωα, δίνοντάς του όλα τα χαρακτηριστικά της ήττας του εμφυλίου, εμφανίζοντάς τον ως συνταξιούχο κομμουνιστή (έχοντας δηλαδή αποδεχθεί το προσβλητικό, τουλάχιστον, χαρτζιλίκωμα του αστικού κράτους), και που λειτουργεί σαν πατερίτσα της εξουσίας (βοηθώντας τον Χαρίτο σε διάφορες υποθέσεις), όταν αυτή τον έχει ανάγκη. Σαφώς δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι υπήρξαν και τέτοιες περιπτώσεις. Όμως η μεγάλη πλειοψηφία των αριστερών και κομμουνιστών αγωνιστών δεν έσκυψε το κεφάλι (ανεξάρτητα με τις πολιτικές πρακτικές που ακολούθησαν οι εκάστοτε πολικοί φορείς που τους… «εκπροσωπούσαν»), συνέχισαν να αγωνίζονται στις νέες συνθήκες, ούτε λειτούργησαν σαν πατερίτσα του αστικού κράτους. Μέσα από τον Ζήση όμως, ο Μάρκαρης δεν προσωποποιεί αυτή την Αριστερά. Αντιθέτως φωτογραφίζει μια Αριστερά στη σύνταξη, χρήσιμη απλά για λίγη ηθική «ψυχανάλυση» και στο σημείο μάλιστα που αυτή νομιμοποιεί το σύστημα (η περίπτωση του καλού και δημοκράτη «μπάτσου») σε όσους παθαίνουν «κατάθλιψη» από τις (όποιες) αμφιβολίες της αστικής κοινωνίας. Η ιστορία όμως, φαίνεται να διαψεύδει τον Μάρκαρη, καθώς η Αριστερά δεν πήρε σύνταξη!

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Βασικός μέτοχος του Πέτρου Μάρκαρη είναι σίγουρα ένα βιβλίο που αξίζει σήμερα να (ξανα)διαβαστεί. Τόσο για τη συνθετική πολιτική σκέψη του συγγραφέα, όσο και για τη ρεαλιστική απεικόνιση μιας ζοφερής πραγματικότητας που πραγματώνεται (και) στις μέρες μας. Η γραφή του είναι κάτι παραπάνω από θελκτική και οι εικόνες που απορρέουν από την ανάγνωση αρκετά ζωντανές (σχεδόν κινηματογραφικές). Καθαρά σε επίπεδο γραφής το δυνατό σημείο, πάντως, του συγγραφέα είναι η ροή του κειμένου και οι διάλογοι. Ως έμπειρος σεναριογράφος (συνεργάτης σεναρίου του Θόδωρου Αγγελόπουλου σε αρκετές ταινίες του), ο Μάρκαρης γνωρίζει σίγουρα καλύτερα από τον καθένα την τεχνική του να δημιουργεί διαλόγους. Η ικανότητα αυτή γίνεται πιο φανερή από ποτέ στον Βασικό Μέτοχο, μια νουάρ αστυνομική μυθιστορία που μοιάζει σαν να είναι έτοιμη από… πάντα ώστε να γίνει ταινία (ένα ελληνικό φιλμ νουάρ)! Μέχρι να γίνει, ας αρκεστούμε στο να δημιουργούμε τα δικά μας πλάνα στη σκέψη μας… μιας και ο Πέτρος Μάρκαρης μας δίνει αυτή τη δυνατότητα.

 

1 Περιοδικό Εκτός Γραμμής, Τεύχος 33, Ιούλιος 2013.

2 Απόσπασμα από το βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη Βασικός μέτοχος, σ. 383, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2006.

3 Δημήτρη Ψαρρά, Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής, Εκδόσεις Πόλις, 2012.

4 Απόσπασμα από το βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη «Βασικός μέτοχος», σ. 151 - 152, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2006.

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)