to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

10:49 | 03.12.2020

Κοινωνία

«Ορατός ο κίνδυνος η Αθήνα να "γίνει" Θεσσαλονίκη», λέει ο επικεφαλής Covid-19 του Ευαγγελισμού

Ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο τα νοσοκομεία στην Αθήνα να βιώσουν καταστάσεις όπως αυτές που ζει η Θεσσαλονίκη, εκτιμά ο αναπληρωτής καθηγητής Πνευμονολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και υπεύθυνος της Μονάδας Covid-19 του Ευαγγελισμού Γιάννης Καλομενίδης.


Όπως γράφει ο Παύλος Μαργαρίτης στο ieidiseis.gr:

Το χθεσινό ρεκόρ των διασωληνωμένων ασθενών στις Covid-ΜΕΘ (613) αλλά και η «επιμονή» των κρουσμάτων σε επίπεδα άνω των 2.000 το τελευταίο 48ωρο «δεν αποτελούν καμία έκπληξη» δήλωσε στο iEidiseis ο αναπληρωτής καθηγητής Πνευμονολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και υπεύθυνος της Μονάδας Covid-19 του Ευαγγελισμού Γιάννης Καλομενίδης, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο να καταρρεύσει το ΕΣΥ ακόμη και στην Αθήνα.

«Η συνθήκη είναι αυτή εδώ και καιρό» και αποτυπώνεται ως «μια διαρκής πίεση, τόσο στα νοσοκομεία της πρωτεύουσας, όσο και σε εκείνα της Θεσσαλονίκης, όπου η κατάσταση δεν έχει προηγούμενο», όπως λέει.

«Προφανώς υπάρχει συνεχόμενη μετάδοση, παρά το εξελισσόμενο lockdown», συμπεραίνει, θεωρώντας πως η διασπορά αυτή εντοπίζεται σε μεγάλους εργασιακούς χώρους, στα μέσα μαζικής μεταφοράς αλλά και μέσα στα σπίτια.

«Νοσηλεύω ολόκληρες οικογένειες στην κλινική, όπως το κάναμε και τον Μάρτιο. Η καραντίνα το έχει αυτό: όταν παίρνεις ανθρώπους που λόγω της προηγούμενης κινητικότητας τους είχαν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης και τους φέρνεις μέσα στο σπίτι, ενδεχομένως θα μολύνεις και τα υπόλοιπα άτομα σε αυτό», εξηγεί, προσθέτοντας πως «αυτό πληρώνει κύρια η Θεσσαλονίκη, όπου πολλοί άνθρωποι νοσούν και πεθαίνουν με τρόπο "ασταμάτητο"».

Μεταφέροντας την εικόνα από την κλινική Covid του Ευαγγελισμού, ο κ. Καλομενίδης αναφέρει πως «η κατάληψη των κλινών διαφέρει πολύ από εφημερία σε εφημερία, καθώς τη μία μέρα η πληρότητα μπορεί να πλησιάσει το 100% και την επόμενη να είναι στο 50-60%, προτού ανέβει ξανά. Πρόκειται για ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο μέγεθος και ενώ στις κλινικές έχουμε ένα περιθώριο - χωρίς αυτό να σημαίνει πως η εφημερία είναι "άνετη", έχω αγωνία αν θα φτιάσουν τα κρεββάτια, τι θα κάνω αν όχι κλπ. - οι Covid-ΜΕΘ είναι γεμάτες στο μη παρέκει».

«Δεν έχουμε εφεδρείες ώστε να ανοίξουμε αύριο»
Η γενικότερη εικόνα δεν είναι αισιόδοξη, συμπληρώνει ο καθηγητής, απαντώντας σε ερώτηση αναφορικά με τη συζήτηση για τη «χαλάρωση» των μέτρων, στηλιτεύοντας, παράλληλα, τη μη διαθεσιμότητα δεδομένων για την εξέλιξη της επιδημίας σε πολίτες αλλά και ειδικούς.

«Δε γνωρίζω με τι κριτήρια λαμβάνονται τα μέτρα, επομένως δε μπορώ να πω αν πρέπει να βγούμε από το lockdown. Η απόφαση λαμβάνεται με βάση το ποια στοιχεία έχεις και το πώς τα επεξεργάζεσαι, με ποια μεθοδολογία, πράγματα που δε μας τα έχει εξηγήσει κανείς», δήλωσε χαρακτηριστικά ο ίδιος, κάνοντας λόγο για πολιτικές αποφάσεις, παρά επιστημονικές, που «προσπαθούν να συγκεράσουν τα υπέρ και τα κατά».

«Δε θα πω, λοιπόν, αν πρέπει να βγούμε από την καραντίνα, θα πω, όμως, πως αν μπήκαμε για να προστατέψουμε την επιχειρησιακή ικανότητα του ΕΣΥ, κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη. Δε μπορεί κανείς να πει ότι έχουμε εφεδρείες για ν' "ανοίξουμε" αύριο, για παράδειγμα, χωρίς να μας πειράξει το να δεχτούμε μεγάλο φόρτο ασθενών. Μας πειράζει, γιατί είμαστε στο όριο, ενώ στη Βόρειο Ελλάδα τα όρια έχουν ξεπεραστεί, και οι υγειονομικοί είναι αντιμέτωποι με συνθήκες πολέμου», επισημαίνει ο κ. Καλομενίδης.

Ωστόσο και «η υπόλοιπη χώρα, και η Αθήνα, δεν βρίσκονται σε "άνετο" σημείο, δεν "αναπνέουμε". Είμαστε σε μία διαρκή προσπάθεια να εξυπηρετούμε τη αυξημένη ανάγκη φροντίδας στους ανθρώπους».

Ο καθηγητής εκφράζει μάλιστα την ανησυχία τα νοσοκομεία του λεκανοπεδίου να βιώσουν δυσκολότερες συνθήκες από τις υπάρχουσες, ενώ δεν αποδίδει την αγωνία αυτή στο ενδεχόμενο έλευσης ενός τρίτου πανδημικού κύματος όσο στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης από τους αρμόδιους. «Φοβάμαι πως το επόμενο διάστημα, ενδεχομένως τον Γενάρη, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος η Αθήνα να γίνει Θεσσαλονίκη», υποστηρίζει, λέγοντας πως «στο νοσοκομείο ετοιμαζόμαστε για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, όσο μπορεί κανείς να ετοιμαστεί για κάτι τέτοιο».

«Την ανησυχία αυτή τη βασίζω στην ανικανότητα της πολιτείας να διαχειριστεί το πρόβλημα», καθώς «ξέρει να κάνει μόνο lockdown. Το lockdown είναι ένα υγειονομικό μέτρο, γνωστό, από τον Μεσαίωνα, αλλά δεν υπάρχει επιστημονική βάση που να προβλέπει με ποιους όρους πρέπει να γίνει, για πόσο, πότε πρέπει να αρθεί. Αυτό που συμβαίνει είναι πως συνδυάζονται εμπειρικοί παράγοντες και λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις», επαναλαμβάνει.

Σε κάθε περίπτωση, τονίζει, «οι συνθήκες που υπάρχουν τώρα από το υγειονομικό σκέλος το οποίο τροφοδοτεί την πολιτική απόφαση δεν είναι ευοίωνες», ενώ «το κραχ δεν είναι απίθανο πουθενά, όλη η χώρα βρίσκεται σε κίνδυνο».

Τι πρέπει να γίνει
Επιπλέον, επισημαίνοντας πως η εποχή δεν προσφέρεται για αοριστολογίες, ο κ. Καλομενίδης ζητά να τεθεί το ερώτημα «με τι όρους θα βγούμε», πέρα από το «δίπολο», όπως λέει, του «να "ανοίξουμε" ή όχι» και πότε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, «για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε με ανοιχτή την κοινωνία και να περιορίσουμε τη διασπορά», χρειάζονται εστιασμένα μέτρα, όπως η εντατική επιτήρηση κλειστών κοινοτήτων (γηροκομεία, φυλακές, προσφυγικά καμπς, ιδρύματα) και άλλων εστιών υπερμετάδοσης (όπως οι μαζικοί χώροι εργασίας) και η ιχνηλάτηση εκάστου θετικού στον κορονοϊό ατόμου.

Ως προς τις προβληματικές της ιχνηλάτησης στην Ελλάδα έδωσε το εξής παράδειγμα: «Αν νοσήσω και επικοινωνήσω με τον ΕΟΔΥ, αναφέροντας πως στο ίδιο σπίτι βρίσκομαι εγώ και η σύζυγος μου, συν δύο παιδιά, τι θα μου πουν να κάνω; Να κλειστώ σπίτι. Δε θα σου πει κανείς να βεβαιώσεις τη διάγνωση και, εφόσον είσαι θετικός, να ψαχτούν οι επαφές της συζύγου, κι έπειτα οι επαφές όσων βρέθηκαν κοντά σ 'εκείνη κ.ο.κ.».

Υπογραμμίζει, δε, πως «είναι άλλο πράγμα αν με βρεις θετικό σε 3-4 μέρες να βρεις τις επαφές και να τις απομονώσεις, όπου απαιτείται, και άλλο να περάσουν 2 μήνες στους οποίους προέκυψαν 6 χιλ. κρούσματα από εμένα και να κλείσεις την πόλη. Είναι δύο διαφορετικές πολιτικές», με την πρώτη να μην είναι άγνωστη στους ειδικούς, αφού, όπως λέει, δεν πρόκειται παρά για τη στρατηγική που εφάρμοσε ο ΠΟΥ σε χώρες του πλανήτη όπου δεν υπήρχαν καν αρκετοί υγειονομικοί αλλά καταπολεμήθηκε επιτυχώς ο Έμπολα.

Εξάλλου, για τις επιχειρήσεις όπου δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων θα μπορούσαν να μολυνθούν, ο καθηγητής εξέφρασε την άποψη πως λείπει ένα εθνικό σχέδιο για την προστασία τους και ότι η κατάσταση έχει αφεθεί στις πρωτοβουλίες των υπευθύνων των εταιρειών, κρίνοντας πως «δεν υπάρχει συγκεκριμένη πολιτική προστασίας» για το ζήτημα.

Για το ΕΣΥ
Φυσικά, ένα άλλο κομμάτι του σχεδίου που για τον καθηγητή πρέπει άμεσα να υλοποιηθεί είναι οι νοσήσεις που προκύπτουν να περιθάλπονται «από ένα ικανό και οργανωμένο σύστημα υγείας», όπου «εμείς, εν προκειμένω, πάσχουμε».

«Μιλάμε για ένα ΕΣΥ περιορισμένων δυνατότητων που εξάντλησε τις εφεδρείες του μέσα στο 2020 αναφορικά με τις δυνατότητες νοσοκομειακής φροντίδας και εντατικής φροντίδας», μας λέει, ενώ εκεί που τα όρια ξεπεράστηκαν «δημιουργούνται εφιαλτικές συνθήκες. Μοναδική λύση είναι η άμεση επίταξη οποιαδήποτε εφεδρείας - και δεν υπάρχει άλλη από τις δομές του ιδιωτικού τομέα - και οι προσλήψεις τις οποίες ζητάμε».

Κατά τον κ. Καλομενίδη, αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας συζήτησης είναι και η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, για τα προβλήματα στην οποία δε γίνεται συχνά λόγος, όπως υποστηρίζει.

«Το 80-85% των συμπτωματικών φορέων του ιού, γιατί υπάρχουν κι άλλοι που δεν τους ξέρουμε, δεν έχουν σοβαρή νόσο, και όλοι αυτοί δεν έχουν πού να πάνε. Κι όχι μόνο αυτοί. Όλοι όσοι έχουν κάποιο εμπύρετο νόσημα "μπαίνουν" στο ερώτημα αν έχουν Covid. Πού θα πάνε; Θα σου πουν πήγαινε στον οικογενειακό γιατρό, όμως ποιος έχει και ποιος θα πληρώσει;», διερωτάται.

«Είναι, λοιπόν, προφανής η ανεπάρκεια του δημόσιου συστήματος της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας», σημειώνει, συνιστώντας να πυκνώσει η παρουσία ιατρών του ιδιωτικού τομέα και εδώ, προκειμένου σε κάθε περιοχή να γίνεται εξυπηρέτηση, διάγνωση, αξιολόγηση και υποστήριξη περιστατικών του ιού, «μιας και που οι συνάδελφοι του δημοσίου δε φτάνουν» για κάτι τέτοιο.

Τέλος, ο υπεύθυνος της Μονάδας Covid-19 του Ευαγγελισμού δηλώνει πως αν τίθεται ζήτημα πολιτικού κόστους για τις παρεμβάσεις για την αναδιάρθρωση της πρωτοβάθμιας υγείας - η οποία επί του παρόντος στηρίζεται στους ελευθεροεπαγγελματίες ιατρούς, όπως λέει - ή σε ό,τι αφορά σε άλλα μέτρα για την προστασία της δημόσιας υγείας, το κόστος για την καθυστέρηση υιοθέτησης διαφορετικών πολιτικών είναι ανθρώπινες ζωές. Με απλά λόγια, «αν το "Ιπποκράτειο" στη Θεσσαλονίκη είχε 100 αντί 250 ασθενείς, καθώς οι άλλοι θα είχαν μοιραστεί στα ιδιωτικά νοσοκομεία, η θνητότητα θα ήταν μικρότερη. Είναι άλλο να έχω 2 ιατρούς για 50 ασθενείς και άλλο να έχω την προσήκουσα αναλογία γιατρών - ασθενών, στην οποία, άλλωστε έχουμε μάθει να επιχειρούμε», κατέληξε.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)