to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ωρα «πράσινης» ανάπτυξης: Αναδασωτέες και μη αξιοποιήσιμες οι καμένες περιοχές

Η Ελλάδα ζει και θα συνεχίσει να ζει για πολύ στις στάχτες των πυρκαγιών. Χιλιάδες στρέμματα καμένης παραγωγικής γης και καμένου δασικού περιβάλλοντος, με τη χλωρίδα και την πανίδα κατεστραμμένες, καμένα σπίτια και περιουσίες είναι ο μέχρι τώρα απολογισμός των πυρκαγιών. Οι οποίες μαίνονται ακόμη.


Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, η εκάστοτε αντιπολίτευση αποδίδει τις καταστροφές στην κρατική αβελτηρία και την ανικανότητα των κρατικών μηχανισμών να δράσουν τόσο προληπτικά, όσο και κατασταλτικά. Για να πούμε την αλήθεια, ποτέ το ελληνικό κράτος δεν υπήρξε αποτελεσματικό στην πρόληψη, στον έγκαιρο δηλαδή καθαρισμό των δασών από την καύσιμη ύλη, στην εκτέλεση των αναγκαίων έργων αντιπυρικής προστασίας και στην κατάλληλη προετοιμασία των πυροσβεστικών μέσων.

Όπως ποτέ το κράτος δεν υπήρξε αποτελεσματικό ούτε και στην πυρόσβεση, τον έγκαιρο έλεγχο και τον περιορισμό της εξάπλωσης των πυρκαγιών, αφού η δικαιολογία της οικονομικής στενότητας κάνει άλλοτε να λείπουν οι δασοπυροσβέστες, άλλοτε τα επίγεια και άλλοτε τα εναέρια μέσα. Αφού σπάνια η περιβαλλοντική προστασία υπήρξε σημαντική προτεραιότητα.

Γι’ αυτό και οι εκάστοτε κυβερνήσεις ρίχνουν τις ευθύνες στον άνεμο, στον καύσωνα ή στην κλιματική κρίση. Όμως η κλιματική κρίση, με τις ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες και τους επίμονα ισχυρούς ανέμους, παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες για τις δασικές πυρκαγιές. Η έκταση της καταστροφής και το μέγεθος των απωλειών εξαρτώνται από τις ανθρωπογενείς συνθήκες ανάπτυξης και από την καλή ή την κακή διαχείριση των πυρκαγιών.

Στο Μάτι, για παράδειγμα, η επέκταση της φωτιάς δεν μπορούσε να περιοριστεί γιατί έπνεαν πολύ ισχυροί άνεμοι που την μετέδωσαν γρήγορα σε εκτεταμένες περιοχές. Εκείνο που θα μπορούσε όμως να έχει περιοριστεί είναι τα ανθρώπινα θύματα, αν η πυκνοκατοικημένη περιοχή δεν είχε αναπτυχθεί χωρίς σχέδιο και δεν ήταν αυθαίρετα δομημένη, χωρίς έργα αντιπυρικής προστασίας και κυρίως χωρίς δρόμους και διεξόδους διαφυγής.

Στην Βαρυμπόμπη, το Τατόι κλπ οι πολύ χαμηλής έντασης άνεμοι, όπως διαβεβαίωσε η ΕΜΥ και το Εθνικό Αστεροσκοπείο διαψεύδοντας τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς, δεν ευθύνονται για την εξάπλωση της φωτιάς. Προφανώς υπήρξαν πολλαπλές και ταυτόχρονες εστίες, κάποιες λόγω αυταναφλέξεων εξ αιτίας του καύσωνα και κάποιες και λόγω εμπρησμών.

Το κίνητρο για τους εμπρηστές υπήρξε. Το έδωσε η κυβερνητική πρωτοβουλία για «αξιοποίηση» του Τατοίου, που όπως έκανε γνωστό άρθρο του Φεβρουαρίου του 2021 σε γνωστή ιστοσελίδα, προκάλεσε το ενδιαφέρον πολλών «επενδυτών» για την οικοπεδοποίηση της ευρύτερης περιοχής της Βαρυμπόμπης.

Η κυβέρνηση έβαλε μπροστά το σχέδιο «αξιοποίησης» του Τατοίου, χωρίς όμως να προστατέψει την περιοχή από τις πυρκαγιές. Άλλωστε, το μόνο εμπόδιο που έβλεπαν οι επίδοξοι «επενδυτές» σύμφωνα με το άρθρο, ήταν τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που περιόριζαν την καθαρή υπό «αξιοποίηση» γη.

Μόνο σύμπτωση δεν είναι λοιπόν ότι στη μεγάλη πυρκαγιά υπήρξαν και εμπρησμοί. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι οι καταστροφές ήταν αποτέλεσμα μόνο εμπρησμών. Προφανώς οι εμπρηστές εκμεταλλεύονται την κλιματική κρίση και περιμένουν τις κατάλληλες καιρικές συνθήκες για να δράσουν, ώστε η καταστροφή να είναι γενικευμένη και ολοσχερής.

Το έδαφος, άλλωστε, για την καταστροφική δράση των εμπρηστών το δίνει ο γνωστός και σαν περιβαλλοντοκτόνος νόμος Χατζηδάκη, με τον οποίον επιτρέπεται πλέον η ιδιωτικοποίηση δημόσιων εκτάσεων, ακόμη και αν είναι σπάνιας οικολογικής αξίας και προστατευόμενες από ευρωπαϊκές συνθήκες.

Η γνωστή ρήση, άλλωστε, του πρωθυπουργού για μια περιοχή στην Κέρκυρα, στην οποία καταστράφηκε δασική περιοχή προκειμένου να γίνει ξενοδοχείο, ο οποίος είπε ότι αν δεν «αξιοποιούνταν» η περιοχή θα είχε οπωσδήποτε καεί από κάποια πυρκαγιά, λειτούργησε σαν την αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

«Αφού είναι να καούν τα δάση, ας τα κάψουμε μια ώρα αρχύτερα για να «αξιοποιηθούν» και να σωθούν όσο γίνεται γρηγορότερα», είναι το μήνυμα που φαίνεται να πήραν οι επίδοξοι «επενδυτές».

Παράλληλα λοιπόν με την αναγκαία σε εποχή κλιματικής κρίσης βελτίωση των προληπτικών μέτρων και των αποτρεπτικών για πυρκαγιά έργων, καθώς και των πυροσβεστικών μεθόδων και μηχανισμών που σωστά διεκδικεί σήμερα η αντιπολίτευση από την κυβέρνηση, η οποία έχει προφανείς ευθύνες για την αδυναμία να σβήσει και να περιορίσει εγκαίρως τη φωτιά σε συνθήκες άπνοιας, αυτό που χρειάζεται για να αποτραπούν στο εξής οι εμπρησμοί είναι μια άμεση νομοθετική παρέμβαση.

Να θεσμοθετηθεί η υποχρεωτική αναδάσωση και η πλήρης περιβαλλοντική αποκατάσταση των καμένων δασών και των δημόσιων δασικών εκτάσεων.

Και επειδή αυτό δεν αρκεί, γιατί ο διάβολος των ιδιωτικών συμφερόντων έχει πολλά ποδάρια, πρέπει επιπλέον να απαγορευτεί δια παντός και η όποια «αξιοποίηση» των αναδασωτέων περιοχών.

Μόνο η περιβαλλοντική αποκατάσταση και η εξαίρεση των καμένων από την όποια «αξιοποίηση» μπορεί να εγγυηθεί στο εξής ότι δεν θα υπάρξουν εμπρησμοί.

Η περιβαλλοντική αποκατάσταση των καμένων, άλλωστε, έχει μια σειρά από επιπλέον ευεργετικές συνέπειες για το περιβάλλον και την ανάπτυξη της χώρας.

Κατ’ αρχήν είναι γνωστό ότι η εξαφάνιση των δασικών οικοσυστημάτων καταστρέφει τη χλωρίδα και την πανίδα, με εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες  για τη διατήρηση των ειδών και την οικολογική ισορροπία. Και επιπλέον έχει και αλυσιδωτές αρνητικές επιπτώσεις και στο κλίμα, καθώς αυξάνει η θερμοκρασία, μειώνονται οι βροχοπτώσεις και ενισχύεται το φαινόμενο του θερμοκηπίου, με συνέπεια τη συχνότερη εμφάνιση των ακραίων φαινομένων της ξηρασίας και των πλημμυρών στις ευρύτερες των καμένων περιοχές.

Κι ακόμη, η ραγδαία επιδείνωση του μικροκλίματος στις καμένες περιοχές οδηγεί στη γρήγορη διάβρωση των εδαφών και στην ερημοποίησή τους, με συνέπεια την ξηρασία και τη λειψυδρία. Καθώς ακόμη και στο ενδεχόμενο βροχοπτώσεων, το νερό απορρέει γρήγορα χωρίς να προλαβαίνει να διηθείται και να αποθηκεύεται στους φυσικούς υπόγειους υδροφορείς.

Η υποχρεωτική αναδάσωση συνεπώς και η γενική απαγόρευση της όποιας «αξιοποίησης» των καμένων, εκτός που θα αποκαταστήσει τα κατεστραμμένα περιβαλλοντικά συστήματα με ευεργετικές οικολογικές συνέπειες, θα ευνοήσει και το μικροκλίμα, θα συμβάλει στον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής και θα δώσει διέξοδο στα προβλήματα της λειψυδρίας και των ακραίων καταστροφικών φαινομένων της ξηρασίας και των πλημμυρών.

Και το κυριότερο, μια ολοκληρωμένη «πράσινη» εκστρατεία περιβαλλοντικής αποκατάστασης των καμένων περιοχών θα προστατέψει στο εξής τον φυσικό πλούτο της χώρας, γιατί θα αναστείλει τα καταστροφικά σχέδια των εμπρηστών.

Και βέβαια, θα συμβάλει ευεργετικά στην οικονομική ανάπτυξη τόσο των συγκεκριμένων περιοχών, οι οποίες χωρίς τον φυσικό πλούτο θα οδηγηθούν σε μαρασμό, όσο όμως και της χώρας γενικότερα.

Γιατί η διεθνής εμπειρία διδάσκει ότι χώρες χωρίς φυσικό πλούτο και φυσικά αγαθά είναι φτωχές και χωρίς προοπτική. Αυτό άλλωστε είναι το νόημα της «πράσινης» ανάπτυξης. Σε αντιδιαστολή με τη «μαύρη» ανάπτυξη της καταστροφής του φυσικού πλούτου και των οικοσυστημάτων, προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων.

Μια πολιτική που μπορεί να επιτρέπει την κερδοφορία των ιδιωτικών συμφερόντων, φτωχαίνει όμως την Ελλάδα και τους Έλληνες.

tags: άρθρα

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)