to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Το όπλο που δεν παραδόθηκε ποτέ

Ο Κωνσταντής Ιωακειμίδης ήταν μαχητής της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ.


Ο Κωνσταντής Ιωακειμίδης ήταν μαχητής της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ. Είχε στην κατοχή του ένα τυφέκιο αγγλικής κατασκευής Lee Enfield, με το οποίο πολέμησε στις μάχες εναντίον των κατακτητών.

Το όπλο του δεν το παρέδωσε ποτέ. Ούτε μετά τον Εμφύλιο, σε δύσκολους καιρούς ειδικά για τους αγωνιστές της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, όπου η κατοχή οπλισμού σήμαινε ισόβια δεσμά, ακόμη και θανατική καταδίκη. Αντίθετα, θέλησε να το διασώσει στην καλύτερη δυνατή κατάσταση και το κατάφερε. Το τύλιξε σε ένα σεντόνι, το τοποθέτησε μέσα σε μια σκληρή πλαστική σακούλα και στη συνέχεια το έθαψε σε βάθος 1,5 μέτρου, κατορθώνοντας να το διατηρήσει. Το όπλο βρίσκεται υπό την επίβλεψη και συντήρηση των παιδιών του, οι οποίοι είναι οι νόμιμοι κληρονόμοι του.

«Σήμερα είναι οικογενειακό κειμήλιο, απόμαχο πλέον, τοποθετημένο στο σαλόνι του σπιτιού μας στη Λάρισα, με μια μεγάλη ιστορία γεμάτη περηφάνια», λέει ο Β. Ιωακειμίδης και προσθέτει: «Κάθε φορά που το κοιτάζω περνούν από τη σκέψη μου μερικές σκοτεινές πτυχές της νεοελληνικής μας ιστορίας από τη μια και πολλές φωτεινές, αγωνιστικές, ευαίσθητες, λαμπρές και υπέροχες από την άλλη, όπου απ' το προσκήνιό της υποχωρούν οι μεγάλες ώρες για να μπουν οι λαμπρές ώρες. Υποχωρεί το συνηθισμένο για να μπει στη θέση του το ξεχωριστό, το μεγαλειώδες, το υπέροχο. Υποχωρούν οι μεγάλοι για να μπουν οι πιο μεγάλοι. Οι εποχές ανακατεύονται και η Ελληνική Ιστορία συνεχίζει να υψώνει μια καινούργια κολώνα τιμής και αξιοπρέπειας και να ανοίγει σελίδες από φωτιά».

Η αγάπη μου στη φυλακή

Μα πώς ν' αλλάξω το σκοπό

να πω άλλο τραγούδι;

Μου πήραν την αγάπη μου

γιατί 'ταν παλικάρι

κι έμεινα τώρα μοναχή

χωρίς να νιώθω χάδι

Μου πήρανε τον άντρα μου,

μεσ' απ' την αγκαλιά μου

να του στερήσουν τη λαλιά

τη σκέψη τη σοφή του

και μ' άφησαν με δυο παιδιά

που μέρα νύχτα κλαίνε.

(* Απόσπασμα από ποίημα της Ευπρέπειας Ιωακειμίδου, συντρόφου του Κωνσταντή και μητέρας του Βαγγέλη)

«Ο πατέρας που ποτέ δεν χάρηκα»...

21 Απριλίου του 1967, 4.30 το χάραμα, Χαλκιάδες Φαρσάλων. Ο 11χρονος Βαγγέλης ακούει δυνατά «χτυπήματα», τα οποία νομίζει πως προέρχονται από τον ουρανό. Δεν είναι όμως αστραπές. Άδικα βιάζεται να κουκουλωθεί. Σύντομα καταλαβαίνει ότι τα «χτυπήματα» δεν προέρχονται από τον ουρανό, αλλά από την πόρτα, την οποία έχουν σπάσει οι χουντικοί για να συλλάβουν τον πατέρα του.

Τον χτυπούν και του περνούν χειροπέδες οπισθάγκωνα. Αμέσως μετά τον οδηγούν προς τα έξω και τον σπρώχνουν από τα σκαλοπάτια του σπιτιού, που είχε φτιάξει κάποτε ο ίδιος με τα χέρια του, και, καθώς είναι δεμένος με τα χέρια πίσω, τραυματίζεται στο πρόσωπο και ματώνει.

Ο πατέρας καταφέρνει και σηκώνεται με δυσκολία. Του περνούν τις αλυσίδες μπροστά κι εκείνος αποχαιρετά, μες στα αίματα, τους δικούς του. Περνά τα δεμένα με τις χειροπέδες χέρια του πάνω από το κεφάλι του γιου του, του χαμογελάει, τον σφιχταγκαλιάζει και τον φιλά. Το αίμα του πατέρα μένει στο πρόσωπο και τα ρούχα του μικρού. Έτσι, πέρα από ένα τρυφερό αντίο, αυτόματα υπάρχει «μαρτυρία».

«Βλέποντάς με, θα καταλάβαινε έτσι ο κόσμος ότι τον χτύπησαν» εξηγεί μιλώντας στην «Αυγή» ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης, 61 χρόνων σήμερα. Παρότι πέρασε μισός αιώνας από τότε, το παρελθόν ενόσω μιλάμε, περνά ολοκάθαρα, με όλες, τις λεπτομέρειες, μπροστά από τα μάτια του. «Δεν ξεπερνιούνται τα βιώματα. Δεν ξεπερνιούνται τα άτιμα» λέει.

Τα σκαλοπάτια για τον Ηλιού

Συναντηθήκαμε με τον Β. Ιωακειμίδη στην πορεία του Πολυτεχνείου, τυχαία, μπροστά από το πανό του Συνδέσμου Φυλακισθέντων Εξορισθέντων. Συζητούσε με άλλους παλιούς. Εξόριστους και γιους εξορίστων. Σχολίαζαν το σήμερα με στίχους ποιητών, όπως του Αναγνωστάκη. Μιλούσαν για την πορεία ανθρώπων «που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι» και μετά «έγιναν όλοι αντιστασιακοί».

Οι αναδρομές στο παρελθόν ήταν πολλές. Οι ιστορίες και οι διηγήσεις συνεχόμενες. Ο ένας παρέδιδε τη σκυτάλη στον άλλο με φυσικότητα και κάθε ιστορία είχε κάτι να «πει» και το καταλάβαινες από το ρίγος που προκαλούσε σε πολλά της σημεία. Μία από αυτές αφορούσε τη συνύπαρξη του Κωνσταντή Ιωακειμίδη με τον Ηλία Ηλιού στις φυλακές της Γυάρου.

"Επειδή δεν χωρούσαν όλοι στις φυλακές, είχαν αρκετούς κρατούμενους έξω σε αντίσκηνα. Σε ένα από αυτά βρισκόταν ο πατέρας μου μαζί με τον Ηλία Ηλιού. Είχε έρθει χτυπημένος από γροθιές, όταν βρισκόταν στον Ιππόδρομο, που είχε μετατραπεί την περίοδο της δικτατορίας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Εκεί είχε δολοφονηθεί και ο Παναγιώτης Ελής, στέλεχος της ΕΔΑ.

Καθώς ήταν χτυπημένος ο Ηλιού, δεν μπορούσε να ανέβει τα επίπεδα και έτσι ο πατέρας μου έφτιαξε τρία σκαλοπάτια χάρη σε μισό τσουβάλι τσιμέντο που βρήκε και βρόχινο νερό. Το τσουβάλι το πήρε από ένα αρματαγωγό πλοίο που μετέφερε τρόφιμα. Ζήτησε από ένα ναύτη να το πάρει κι εκείνος τον άφησε. Για το νερό, για να το συγκεντρώσει, είχε φτιάξει μια γούρνα«. »Το 2005, ένα χρόνο πριν φύγει ο πατέρας μου από τη ζωή, επισκέφθηκα τη Γυάρο. Τα σκαλοπάτια υπήρχαν ακόμη".

Στη Γυάρο υπήρξε ένα ακόμη ξεχωριστό περιστατικό ανάμεσα στον Κωνσταντή Ιωακειμίδη και τον Ηλία Ηλιού. «Ο πατέρας μου είχε φύγει κάποια στιγμή από το αντίσκηνο και στο μεταξύ είχε έρθει ο Ηλίου. Ο Ηλιού ξάπλωσε στο ράντζο του πατέρα μου, το οποίο είχε από τον Βόλο, όταν κρατήθηκε προσωρινά πριν τον μεταφέρουν στο νησί. Όταν γύρισε ο πατέρας μου, ο Ηλιού έκανε να σηκωθεί. Ο πατέρας μου αρνήθηκε λέγοντας 'Από δω και ύστερα εσύ θα κοιμάσαι εδώ, πρόεδρε'».

Όταν έπεσε το καπέλο του Παττακού

Ξεχωριστή είναι και η ιστορία με τον μουσικό σήμερα Μάκη Σολωμό, ο οποίος ζει πλέον στη Γαλλία. Σε ηλικία μόλις 5 χρόνων συνέλαβαν τη μητέρα του, ενώ την ίδια περίοδο ο πατέρας του είχε βγει στην παρανομία. Η μητέρα του αναγκάστηκε να τον πάρει μαζί της στη Γυάρο, όπου την έστειλαν εξορία, όμως οι συγκρατούμενοι της φέρονταν με καλοσύνη, όπως ο Κ. Ιωακειμίδης. «Τον έπαιρνε στον ώμο και του έφτιαχνε βαρκούλες με ξύλα».

Μια μέρα στο νησί είχε πάει με ελικόπτερο ο Παττακός. Απευθυνόμενος στη μητέρα, της είπε «δεν είσαι καλή μάνα εσύ, πήρες το παιδί μαζί σου». Κι εκείνη του όρμησε. «Μπήκαν μπροστά κάποιοι στρατιωτικοί και δεν την άφησαν να πλησιάσει» μας διηγείται ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης αναφέροντας ότι η μητέρα κατάφερε να επιτύχει μια «νίκη” καθώς πάνω στην αναμπουμπούλα »του Παττακού του έπεσε το καπέλο".

Ο κρατούμενος τότε και παλιός Ελασίτης στρατηγός Αυγερόπουλος είχε πει ακόμη στον δικτάτορα «είσαι ανάξιος αξιωματικός εσύ», καθώς τον είχε τα παλαιότερα χρόνια υφιστάμενο στο Ναυτικό.

Η συνάντηση με τον Λουντέμη

Μετά από χρόνια διώξεων, βασανισμών και κακουχιών, το 1971 ο Κωνσταντής Ιωακειμίδης αφέθηκε ελεύθερος και μετά το τέλος της χούντας έπαψε να στοχοποιείται. «Όμως εγώ τον πατέρα μου δεν τον έζησα» λέει σήμερα ο γιος του Βαγγέλης ενθυμούμενος τα παιδικά του χρόνια. Εκείνες οι μέρες του θυμίζουν «πόνους, πίκρες και δάκρυα».

Χαρακτηριστική ήταν η συνάντησή του με τον Μενέλαο Λουντέμη, λίγους μήνες πριν ο συγγραφέας πεθάνει. «Τον Σεπτέμβριο του 1976 είχα πάει στο Βουκουρέστι για να σπουδάσω με υποτροφία της ρουμανικής κυβέρνησης μέσω του ΚΚΕ Εσωτερικού. Έμεινα για ένα μήνα πρώτα στην οδό Plantello - 12 - sextoer 6 - στο σπίτι του πολιτικού εξόριστου λογοτέχνη. Θυμάμαι να τον ακούω να λέει στην κυρά Ευγενία, κι αυτή εξόριστη: »Ξύπνησε ο μικρός;«. Δεν ήξερα ότι ήταν ο Λουντέμης, μέχρι που το ανέφερε η κ. Ευγενία όταν έφυγε για λίγο από το σπίτι. Όταν πήγαμε κάποια στιγμή για καφέ, τον ρώτησα αν »το παιδί που μετράει τ' άστρα« είναι εκείνος. »Μπορεί να είμαι, μπορεί και όχι'«. Συλλογιζόμενος τη δική του δύσκολη ζωή, όπως και του πρωταγωνιστή του βιβλίου, ο 20χρονος Βαγγέλης συγκινήθηκε. »Κλαις; Είναι δυνατόν; Είσαι γιος αντάρτη και κλαις;« απάντησε ο Λουντέμης για να τον ενθαρρύνει, προσθέτοντας όμως: »Ξέρεις, μερικές φορές το κλάμα είναι αντρίκειο".

«Κάποτε έλεγα στον πατέρα μου θα σε ξεπεράσω κι εκείνος μου απαντούσε: Μακάρι να μη με ξεπεράσεις. Γιατί αν με ξεπεράσεις θα πρέπει να περάσεις περισσότερους βασανισμούς, περισσότερες εξορίες και δυσκολότερα χρόνια» θυμάται ο Βαγγέλης Ιωακειμίδης.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τη δικτατορία δεν είχαν πράγματι τις ίδιες δύσκολες μέρες. Όμως, όπως έλεγε και ο Τσε Γκεβάρα, «δεν μπορεί να είναι καλός κομμουνιστής εκείνος που σκέπτεται για την επανάσταση μόνο τη στιγμή της αποφασιστικής θυσίας, την στιγμή της μάχης, της ηρωικής περιπέτειας".

Από τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας, όπου συμμετείχε σε πορείες στο Βελιγράδι ενάντια στον πόλεμο, ενώ δίπλα του έπεφταν βόμβες, μέχρι τα μαθήματα που διδάσκει σήμερα στο Κοινωνικό Φροντιστήριο Αλληλεγγύης, ο Β. Ιωακειμίδης βαδίζει καθημερινά στον δρόμο που χάραξαν ο πατέρας του και οι άλλοι αγωνιστές που εξευτέλισαν τον θάνατο, όπως ο Ναπολέων Σουκατζίδης, που είχε πει: «Όλα για τους άλλους, μονάχα τότε ο άνθρωπος θα έχει μερτικό απ' τ' αγαθά και τις χαρές του κόσμου».

Διότι, όπως λέει ο Β. Ιωακειμίδης, «είναι πολύ όμορφο να ανήκεις σ΄ αυτό το σπάνιο είδος ιδεολόγων, που, μολονότι απόμακροι, ασκητές από την ιδιοτέλεια και την απληστία των ημερών μας, συναντιούνται στο πιο πολυσύχναστο μέρος του κόσμου: »Στο σταυροδρόμι των ιδεών του ήθους, των αξιών, της ζωής και των ονείρων".

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)