to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Οι Millennials και τα κινήματα του 21ου αιώνα

Toυ Δημήτρη Παπανικολόπουλου, δρ. Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητή (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς) – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο Δελτίο Πολιτικής Συγκυρίας #04 του ΕΝΑ με θέμα «Nεολαία & πολιτική στην Ελλάδα σήμερα»


Καθώς η είσοδος νέων γενεών στην κινηματική δράση αλλάζει τα χαρακτηριστικά της τελευταίας, οφείλουμε να ερευνήσουμε τα χαρακτηριστικά των νέων αυτών γενεών που ευθύνονται για αυτή την αλλαγή. Και πριν αρχίσει να μας απασχολεί στα σοβαρά η Generation Z, δηλαδή αυτοί που γεννήθηκαν κατά βάση στον 21ο αιώνα, πρέπει να εστιάσουμε στο προφίλ των Millennials (όσων δηλαδή γεννήθηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ως τα τέλη του αιώνα), το οποίο διαμορφώθηκε διεθνώς από την ψηφιακή επανάσταση και από τη μεγάλη ύφεση, από το γεγονός δηλαδή ότι είναι digital natives (γεννημένοι στην ψηφιακή εποχή) και ότι επλήγησαν περισσότερο από την κρίση, σύμφωνα με συγκριτικά στοιχεία σχετικά με την ανεργία και τη φτώχεια.

Η Ruth Milkman φιλοτεχνεί το πορτρέτο των Αμερικανών Millennials ως εξής: πληρώνουν πολλά για τις σπουδές τους, αλλάζουν δουλειές, γιατί αυτές που βρίσκουν, όταν δεν είναι κακές και κακοπληρωμένες, δεν τους κάνουν, μένουν συχνά με τους δικούς τους, δεν παντρεύονται ή το κάνουν αργότερα. Για την «επισφαλή γενιά» της Ιταλίας και της Ισπανίας, αντίστοιχα, οι Andretta και della Porta σημειώνουν τα εξής: είναι πιο μορφωμένη, αλλά εργασιακά πιο επισφαλής από την προηγούμενη, έχει μικρή εμπιστοσύνη στο κράτος και τον καπιταλισμό, διακατέχεται από ανασφάλεια, οργή, άγχος και αποξένωση, ενώ δεν διαθέτει καμία αίσθηση καριέρας ή ασφαλούς επαγγελματικής ταυτότητας. Αν και έχουν αυξηθεί σε διεθνές επίπεδο τόσο οι αιτίες όσο και τα εμπόδια για συλλογική δράση, καθώς νέες συνθήκες αποστέρησης και εξατομίκευσης προσδιορίζουν τις απειλές και τις ευκαιρίες για τους Millennials, ωστόσο οι τελευταίοι εκδηλώνουν κινηματική διαθεσιμότητα, κινητοποιούμενοι όχι από καθήκον, αλλά από επιλογή.

Ως digital natives, οι Millennials έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με το διαδίκτυο και τα social media. Το στοιχείο αυτό έχει μεγάλη σημασία, καθώς τα ψηφιακά μέσα μετασχημάτισαν τα κινήματα του 21ου αιώνα κατά τον τρόπο που ο Manuel Castells έχει έγκαιρα επισημάνει: προσφέρουν οριζόντια επικοινωνία, χώρο αυτονομίας και δικτύωσης, δημόσιο χώρο, διευκόλυνση συμμετοχής για όσους δεν έχουν πολλούς διαθέσιμους πόρους, σύνδεση ψηφιακού και φυσικού χώρου, σύνδεση των κινημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο και αμοιβαία έμπνευση, αποσόβηση του κινδύνου της γραφειοκρατικοποίησης των κινημάτων, ακαθοδήγητο χαρακτήρα, προαγωγή της κουλτούρας της αυτονομίας, ανταλλαγή και διάχυση πληροφοριών και ιδεών, δημιουργία νοημάτων κα αισθήματος συνανήκειν και κοινοτήτων, αδιαμεσολάβητη παραγωγή της αυτοεικόνας των κινημάτων, ενδοσκόπηση και αυτοκριτική των κινημάτων, ξεπέρασμα του φόβου, μείωση των δυνατοτήτων καταστολής, κυριαρχία της μη βίας, δυνατότητα επιβίωσης ακόμα και μετά το πέρας των συλλογικών δράσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, τα ψηφιακά μέσα έφεραν στην κινηματική δράση (και δη στο «κίνημα των πλατειών», στην περίπτωση της Ελάδας) πολύ νέο κόσμο, ειδικά νέους επισφαλείς, μορφωμένους, μη οργανωμένους, με μικρή πολιτική εμπειρία, γεγονός που μείωσε τη σημασία των παραδοσιακών οργανώσεων και προώθησε τη «συνδετική δράση» (connective action) έναντι της συλλογικής δράσης. Οι Loader, Vromen και Xenos επιχειρούν να σκιαγραφήσουν το προφίλ του «δικτυωμένου νέου πολίτη»: δεν συμμετέχει σε παραδοσιακές μορφές οργάνωσης, προτιμά τα μη ιεραρχικά οριζόντια δίκτυα, συμμετέχει σε συγκεκριμένα πρότζεκτ και δη στην πολιτική της καθημερινής ζωής, δεν συμμετέχει από καθήκον, αλλά από προσωπική επιλογή, οι σχέσεις του ενεργοποιούνται μέσα σε ένα ψηφιακά δικτυωμένο περιβάλλον, τα σημεία αναφοράς του προέρχονται από τον παγκοσμιοποιοποιημένο καπιταλισμό της πληροφορίας.

Η παραπάνω τεχνο-αισιόδοξη προσέγγιση πάντως οφείλει να μετριαστεί, καθώς το νέο μοντέλο πολιτειότητας, αν και ρευστό και βιωμένο, δεν διαχωρίζεται κάθετα από το παλιό και δεν αποφεύγει τη δημιουργία νέων ιεραρχιών και ανισοτήτων. Επίσης, αν και έχουν βοηθήσει τους νέους να αναδιαμορφώσουν την κινηματική πολιτική στις αναπτυγμένες δημοκρατίες και να δομήσουν αντιπολιτευτικούς χώρους στα αυταρχικά καθεστώτα, οι νέες τεχνολογίες έχουν ενσωματωθεί πλέον στις τεχνικές ελέγχου των κινητοποιήσεων και των κινητοποιούμενων, καθώς τα ψηφιακά ίχνη και τα προσωπικά δεδομένα των πολιτών εξυπηρετούν την παρακολούθησή τους από τα νέα ψηφιακά μέσα επιτήρησης.

Σε αυτό το πλαίσιο μεγαλύτερων οικονομικών απειλών και οργανωτικών ευκαιριών, οι Millennials υιοθετούν πιο ριζοσπαστικό λόγο και ρεπερτόριο δράσης. Από τη μια, δηλαδή, ασκούν κριτική στο κυρίαρχο μοντέλο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στις διογκούμενες ανισότητες που παράγει ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός και στην καταπίεση των ταυτοτήτων, ενώ από την άλλη πειραματίζονται με εναλλακτικά μοντέλα συμμετοχικής και διαβουλευτικής δημοκρατίας και επιλέγουν την άμεση δράση.

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το προφίλ της νέας κινηματικής γενιάς, όπως έχει φιλοτεχνηθεί από τις σχετικές έρευνες στο εξωτερικό. Οι Έλληνες Millennials δεν διαφέρουν και πολύ από τους ομηλίκους τους ακτιβιστές στο εξωτερικό. Επειδή όμως θα ακολουθήσουν πιο αναλυτικές δημοσιεύσεις επί του θέματος από τον γράφοντα, θα αρκεστώ να αναφέρω τα εξής εισαγωγικά, για να γίνει κατανοητό πόσο σημάδεψε τα κινηματικά δρώμενα η είσοδος των Millennials στο προσκήνιο και για να σκεφτούμε πιο διεισδυτικά επί του θέματος:

Η κρίση αντιπροσώπευσης και η απαρέσκεια των νέων για τη θεσμική πολιτική συναρτάται σε κρίσιμο βαθμό με τις αξίες των διαφορετικών γενεών, όπου οι προτιμήσεις νέων και μεσόκοπων/ηλικιωμένων λαμβάνουν διαφορετικές τιμές στον άξονα «ιεραρχικές δομές – οριζόντιες δομές».
Έχει συχνά επισημανθεί η απουσία των νέων από τον επίσημο συνδικαλισμό. Ως αίτια έχουν προταθεί, μεταξύ άλλων, τόσο ο ατομισμός των σύγχρονων νέων όσο και η αδυναμία των μεγαλύτερων σε ηλικία συνδικαλιστών να τους εντάξουν στις δομές του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος. Δεν έχουν, ωστόσο, επισημανθεί όσο θα έπρεπε οι διαγενεακές διαφορές που μπορεί να τροφοδοτούν αυτό το φαινόμενο.
Ο διαδικτυακός ακτιβισμός και η χρήση των νέων μέσων επικοινωνίας, που έχουν συνδεθεί προνομιακά με τις νέες γενιές, θα έπρεπε να εξετάζονται ως προς τη δυνατότητά τους να αλλάζουν το συσχετισμό υπέρ των νέων γενεών στο εσωτερικό των κινημάτων.
Οι διαδικασίες πολιτικοποίησης παραδοσιακά ήθελαν τους μεγαλύτερους να εισάγουν τους νέους στον κόσμο της πολιτικής. Η επαναπολιτικοποίηση μεγάλου μέρους των μεσόκοπων/ηλικιωμένων στο πλαίσιο των κινημάτων τύπου Occupy/Indignados είναι πολύ πιθανό να αντέστρεψε τη φορά της διαδικασίας πολιτικοποίησης.
Τα λεγόμενα «νεότατα κοινωνικά κινήματα» –ή, αλλιώς, «κινήματα προεικόνισης» (μιας ριζικά διαφορετικής ζωής)– συνδέονται με τέτοιες μέριμνες, πειθαρχίες και κόστη, που οφείλουμε να αναρωτηθούμε αν στην ουσία είναι κινήματα μόνο για νέους.
Δεν έχει διαφύγει της προσοχής των ερευνητών ότι τα «νέα κοινωνικά κινήματα» διαμορφώθηκαν μετά το ’68 μέσα από τη σύγκρουση των νέων με τον τρόπο ζωής των γονέων τους. Στις μέρες μας, αυτή η σύγκρουση τροφοδοτεί τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα νέου τύπου «νέα κοινωνικά κινήματα», όπως το queer και το vegan κίνημα.
Ενώ οι κινηματικές οργανώσεις συνιστούν κλασική ερευνητική εστία, οι ενδογενεακές σχέσεις στο εσωτερικό τους δεν έχουν τύχει της ανάλογης προσοχής. Ωστόσο, υπάρχει διαφορά στη λειτουργία ανάμεσα σε μια οργάνωση αποκλειστικά νέων και σε μια οργάνωση με απλώς νεανική βάση ή ένα συνδικάτο κυριαρχούμενο από μεσήλικες ή και μεγαλύτερους.
Η βιογραφική διαθεσιμότητα, ήτοι η αφθονία ελεύθερου χρόνου και η έλλειψη οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων, είναι γνωστό πως ευνοεί τη συμμετοχή των νέων στις κινηματικές διεργασίες. Σπάνια όμως αναδεικνύεται το γεγονός ότι οι υποχρεώσεις αυτές συνιστούν μια «κοινωνική ηλικία» που επιτρέπει σε μεσόκοπους εργένηδες να συνεχίζουν την κινηματική τους δράση και αναγκάζει νέους παντρεμένους ή σκληρά εργαζόμενους να αποσύρονται «πρόωρα». Επομένως, ο ακτιβισμός των ηλικιωμένων (συνταξιούχων ή εργαζομένων με σταθερή δουλειά και μεγάλα παιδιά), στα χρόνια της κρίσης, στον τομέα του προσφυγικού και της αλληλεγγύης αμφισβητεί τη θεώρηση που θέλει τη βιογραφική διαθεσιμότητα να αποδίδεται αποκλειστικά στους νέους.
Ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας βρίθει αναλύσεων για συγκεκριμένες πολιτικές γενιές (τη γενιά της Αντίστασης, του 114, του Πολυτεχνείου). Οι Millennials συνιστούν την επόμενη γενιά με συνείδηση της διαφορετικότητάς της. Πρόκειται ουσιαστικά για μια αντι-νεοφιλελεύθερη γενιά, αποτελούμενη από μικρο-γενιές, δηλαδή από ομάδες ομηλίκων που εισέρχονταν στην πολιτική κατά κύματα, καθώς έρχονταν αντιμέτωπες με νέες, αν και ομοειδείς, προκλήσεις (αντιπαγκοσμιοποιητικό, φοιτητικό κίνημα 2006-2007, Δεκέμβρης 2008, Μνημόνια, «κίνημα πλατειών», δημοψήφισμα 2015). Φυσικά, όταν μιλάμε για μια πολιτικοποιημένη γενιά, δεν αναφερόμαστε στο σύνολό της. Αναφερόμαστε κυρίως σε «γενεακές μονάδες», δηλαδή σε μειοψηφικά κομμάτια μιας γενιάς που εκφράζουν ευρύτερες γενεακές ανησυχίες και ενίοτε συγκρούονται με άλλες γενεακές μονάδες με εκ διαμέτρου αντίθετα αιτήματα. Το ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση είναι ότι οι αντιθετικές γενεακές μονάδες συγκρούονται για τη διαμόρφωση του κοινού τους κόσμου, με αποτέλεσμα να συνδιαμορφώνουν έναν έντονα γενεακά προσδιορισμένο κοινωνιογνωστικό χάρτη.

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)