to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Οι κοινωνικές ανισότητες στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του

Περιορίζοντας δραστικά την ανεργία και τη φτώχεια, οι κυβερνήσεις της Αριστεράς είχαν καταφέρει μέχρι το 2017 να μειώσουν τις εισοδηματικές ανισότητες κάτω από τα προ της κρίσης επίπεδα


Της Μαρίας Καραμεσίνη*

Οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες παραμένουν στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας για πολλούς λόγους. Αποτελούν το βαθύτερο αίτιο τόσο κινημάτων και εξεγέρσεων σε όλο τον κόσμο, από το Occupy Wall Street μέχρι τα «Κίτρινα Γιλέκα» και τη σημερινή Χιλή, όσο και πολιτικών γεγονότων τεράστιας σημασίας, όπως το Brexit και η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού.

Τροφοδοτούν κοινωνικές εντάσεις και εξεγέρσεις στις χώρες υποδοχής μεταναστών και προσφύγων λόγω της έλλειψης, της ανεπάρκειας ή της αποτυχίας πολιτικών κοινωνικής ενσωμάτωσής τους, ενώ αναμένεται να ενισχυθούν από την κλιματική κρίση και την αποκαλούμενη «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση». Τέλος, συνιστούν το βασικό αίτιο του χαμηλού ρυθμού μεγέθυνσης των ανεπτυγμένων οικονομιών, που σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο μιας νέας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Αν και οι κοινωνικές ανισότητες είναι εγγενείς στις καπιταλιστικές κοινωνίες, οι επαναστάσεις και τα κινήματα του 19ου και 20ού αιώνα τις μείωσαν αισθητά. Η διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα οφείλεται στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού. Οι εισοδηματικές ανισότητες αυξήθηκαν πολύ στις αναπτυγμένες χώρες πριν από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-08.

Τρεις είναι οι βασικές αιτίες: η αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος της εργασίας, η επέκταση των ευέλικτων μορφών εργασίας, στις οποίες κυριαρχούν οι γυναίκες, οι νέοι και οι μετανάστες, και η φορολογική «αντιμεταρρύθμιση», που μείωσε τη φορολογική επιβάρυνση του κεφαλαίου και των υψηλών εισοδημάτων. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η κύρια αιτία διεύρυνσης των εισοδηματικών ανισοτήτων ήταν η άνοδος της ανεργίας με κύρια θύματα τις πιο ευάλωτες ομάδες.

Σε εξαφάνιση ο πλούτος

Ακόμα μεγαλύτερες ήταν οι συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού στις ανισότητες πλούτου. Σύμφωνα με έκθεση της Oxfam, 2.153 δισεκατομμυριούχοι κατέχουν σήμερα περισσότερο πλούτο απ’ ό,τι το 60% του πληθυσμού του πλανήτη. Την ίδια στιγμή το 5% του ευρωπαϊκού πληθυσμού κατέχει το 40% του συνολικού ιδιωτικού πλούτου.

Στο βιβλίο του «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα» ο Πικετί διατύπωσε αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως κύρια αντίφαση του καπιταλιστικού συστήματος: Οι ανισότητες και η συγκέντρωση εισοδήματος και πλούτου στα χέρια των κατόχων κεφαλαίου αυξάνονται όταν το ποσοστό απόδοσης του κεφαλαίου (μερίσματα, τόκοι, ενοίκια, υπεραξίες ακινήτων και χρηματοοικονομικών τίτλων) είναι μεγαλύτερο από τον ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας, από τον οποίο εξαρτάται η εξέλιξη των εισοδημάτων της εργασίας.

Από το 1980, λέει ο Πικετί, έχουμε επανέλθει στην ιστορική κανονικότητα του καπιταλισμού, δηλαδή σε χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, από τους οποίους το σύστημα είχε αποκλίνει μόνο κατά τη διάρκεια των τριών δεκαετιών της μεταπολεμικής ανάπτυξης, και γι’ αυτό η περαιτέρω συγκέντρωση εισοδήματος και πλούτου είναι αναπόφευκτη.

Αν και η Ελλάδα βρίσκεται σε ενδιάμεση θέση ως προς τις ανισότητες πλούτου μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, πριν από την κρίση συγκαταλεγόταν μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. με τις μεγαλύτερες εισοδηματικές ανισότητες, αποτέλεσμα κυρίως ταξικής ανισότητας ως προς την πραγματική φορολογική επιβάρυνση (υπερφορολόγηση μισθωτών, φορολογικά προνόμια σε ισχυρές μερίδες του κεφαλαίου και ελευθέρους επαγγελματίες, συγκριτικά μεγαλύτερη φοροδιαφυγή στα ανώτερα εισοδήματα) και ελλειμματικής κοινωνικής προστασίας των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, μεταξύ των οποίων οι άνεργοι και οι μετανάστες.

Αυτό το πλήρωσε ακριβά ο ελληνικός λαός κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όταν η ανεργία και η φτώχεια χτύπησαν «ταβάνι» και οδήγησαν στην έκρηξη των ανισοτήτων. Περιορίζοντας δραστικά την ανεργία και τη φτώχεια, οι κυβερνήσεις της Αριστεράς είχαν καταφέρει μέχρι το 2017 να μειώσουν τις εισοδηματικές ανισότητες κάτω από τα προ της κρίσης επίπεδα.

Διακριτοί λόγοι

Η καταπολέμηση των ανισοτήτων πρέπει να βρίσκεται στον πυρήνα του πολιτικού σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό για τρεις διακριτούς αλλά αλληλένδετους λόγους:

1. Ο πρώτος λόγος είναι διότι η «καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων» είναι ένας γενικός όρος που μπορεί να συνοψίσει τις προγραμματικές θέσεις και τις προτάσεις της Αριστεράς και των προοδευτικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων τόσο της εργατικής τάξης (ανεργία, εργασιακές σχέσεις και δικαιώματα, επισφάλεια στην εργασία, μισθοί κ.λπ.) όσο και των επιμέρους κοινωνικών κατηγοριών και ομάδων (νέοι, γυναίκες, μετανάστες, πρόσφυγες κ.λπ.) στη μεταξύ τους διαπλοκή αλλά και ανεξαρτησία.

Το πλεονέκτημα της προσέγγισης των κοινωνικών ανισοτήτων είναι ότι οι προτάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν μέτρα διαφορετικών πεδίων πολιτικής (εργασιακές σχέσεις, φορολογική πολιτική, κοινωνικά επιδόματα και υπηρεσίες, μέτρα οικονομικής πολιτικής, δημόσιες επενδύσεις κ.λπ.), που όμως να αντιστοιχούνται και συναρθρώνονται γύρω από τις τάξεις και κοινωνικές ομάδες των οποίων τα συμφέροντα καλείται να εκπροσωπήσει το πολιτικό σχέδιο.

Αυτό σημαίνει ότι η προσέγγιση επιτρέπει καλύτερη αντιστοίχιση του προγράμματος με τις ταξικές και κοινωνικές αναφορές του κόμματος.

2. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η προσέγγιση της καταπολέμησης των ανισοτήτων είναι πιο συμπεριληπτική και αποτελεσματική ως προς την πολιτική εκπροσώπηση των συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων και ομάδων.

Για παράδειγμα, αναμφίβολα και πολύ ορθά, στο «παράλληλο πρόγραμμα» που εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις του ΣΥΡΙΖΑ δόθηκε σαφής προτεραιότητα στη στήριξη των πιο φτωχών και αδύναμων κοινωνικών ομάδων, με θετικές επιπτώσεις στη μείωση των ανισοτήτων.

Όμως, ένα συγκροτημένο σχέδιο μείωσης των ανισοτήτων εκ μέρους της Αριστεράς δεν μπορεί να εξαντλείται στην πολιτική καταπολέμησης της φτώχειας, αλλά οφείλει να εξασφαλίζει ότι η αναδιανομή του εισοδήματος δεν θα γίνεται μόνο από τις μεσαίες τάξεις προς τις φτωχότερες, αλλά κυρίως από τις ανώτερες εισοδηματικές τάξεις και τον μεγάλο πλούτο προς τις τελευταίες.

Γι’ αυτό μια μεγάλη προγραμματική πρόκληση για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να οικοδομήσει ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα και να περιοριστούν δραστικά η φοροδιαφυγή και η φοροαποφυγή. Η φορολογική δικαιοσύνη θα αυξήσει την αναδιανεμητική επίδραση της φορολογίας, ενώ η διεύρυνση της φορολογικής βάσης θα επιτρέψει την επέκταση των κοινωνικών παροχών στις μεσαίες τάξεις και τη βελτίωση των επιδομάτων ανεργίας.

Τέλος, δεδομένου ότι η ανεργία αποτελεί βασική πηγή ανισότητας και υπήρξε ο κύριος παράγοντας αύξησης της φτώχειας και των ανισοτήτων κατά τη διάρκεια της κρίσης, η δεύτερη μεγάλη πρόκληση είναι η επαναφορά της ανεργίας στα προ κρίσης επίπεδα με τη δημιουργία σταθερών και ποιοτικών θέσεων εργασίας.

3. Ο τελευταίος λόγος για την τοποθέτηση της καταπολέμησης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στον πυρήνα του πολιτικού σχεδίου της ριζοσπαστικής Αριστεράς και των συμμάχων της είναι ότι την επανασυνδέει με τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα και τα αιτήματά τους, αλλά και με την ιστορία της και τους αγώνες του εργατικού κινήματος και των απελευθερωτικών κινημάτων που περιόρισαν τις ταξικές και κοινωνικές ανισότητες στις καπιταλιστικές χώρες και διεκδίκησαν την ανάπτυξη και την ευημερία των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών στο διεθνές ιμπεριαλιστικό περιβάλλον.

Στη Διακήρυξη της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, Δημοκρατικό κάλεσμα ένταξης των πολιτών στον ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία, η καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων στη χώρα μας έχει αναγορευτεί στη βασική διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και των συμμάχων του απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και τις αντίπαλες πολιτικές δυνάμεις.

Ήδη οι ταξικές αναφορές και η οπτική των ανισοτήτων διατρέχουν την αντιπολιτευτική γραμμή και τον πολιτικό λόγο του κόμματος. Αναμένουμε ότι η καταπολέμησή τους θα κατέχει κεντρική θέση και στο πρόγραμμα που θα εγκρίνει το συνέδριο του Μαΐου.

* Η Μαρία Καραμεσίνη είναι καθ. Οικονομικών Παντείου Πανεπιστημίου, μέλος Δ.Σ. Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, πρώην διοικήτρια ΟΑΕΔ

tags: άρθρα

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)