to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ο ΣΥΡΙΖΑ δύο χρόνια μετά τις εκλογές: στρατηγικά διλήμματα και προοπτικές

Η πολιτική στρατηγική είναι αυτή που συνήθως καθορίζει και τη μορφή της κομματικής οργάνωσης. Το κόμμα είναι το μέσο, είναι ο όρος εκπλήρωσης ενός στρατηγικού στόχου και ως εκ τούτου δεν υπάρχει μία μοναδική οργανωτική «συνταγή» που να ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις.


Η συμπλήρωση δύο χρόνων από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019 βρίσκει τον ΣΥΡΙΖΑ σε δημοσκοπική στασιμότητα. Δεν δείχνει να κινδυνεύει με περαιτέρω συρρίκνωση αλλά και δεν φαίνεται να μπορεί να επιτύχει σημαντική άνοδο. Οι εκλογές του 2019 σηματοδοτήθηκαν από την εμφατική νίκη της Ν.Δ., αλλά και από την ανθεκτικότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ηγεσία φαίνεται πως κατανόησε ότι είναι αναγκαία η θεσμοποίηση της εκλογικής επιρροής του κόμματος και η διαμόρφωση μιας μαζικής κομματικής οργάνωσης, ικανής να πλαισιώσει την για επτά χρόνια διευρυμένη εκλογική βάση του κόμματος.

Εντούτοις, η κατεύθυνση της οργανωτικής ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε επίδικο εσωτερικών συζητήσεων, κυρίως ως προς τον βαθμό συμπερίληψης της βάσης στις υπό αναδιαμόρφωση οργανωτικές δομές. Πόσοι δικαιούνται να εισέλθουν στον κομματικό οργανισμό ΣΥΡΙΖΑ, με τι είδους δικαιώματα και καθήκοντα, αλλά και με βάση ποιες συλλογικές διαδικασίες; Η εσωκομματική αντιπαράθεση που τροφοδότησαν αυτά τα ερωτήματα ήταν έντονη, ανακόπηκε λόγω του εγκλεισμού της πανδημίας, αλλά ήταν πανταχού παρούσα στις αρχαιρεσίες των συλλογικών οργάνων του κόμματος κατά τους τελευταίους μήνες.

Η πολιτική στρατηγική είναι αυτή που συνήθως καθορίζει και τη μορφή της κομματικής οργάνωσης. Το κόμμα είναι το μέσο, είναι ο όρος εκπλήρωσης ενός στρατηγικού στόχου και ως εκ τούτου δεν υπάρχει μία μοναδική οργανωτική «συνταγή» που να ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις. Ο συλλογικός στόχος «νίκη στις εκλογές» συνδέει όλα ανεξαιρέτως τα κόμματα, οπότε η διαφορά εντοπίζεται στο περιεχόμενο της άσκησης της εξουσίας, που κατ’ επέκταση επηρεάζει και τον τρόπο διεκδίκησής της.

Η εσωκομματική αντιπαράθεση, επομένως, έχει νόημα και λογική, εφόσον κατατείνει στο ξεκαθάρισμα του τι θέλει και τι διεκδικεί να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ στο μέλλον, δεδομένων τόσο της παράδοσής του όσο και της πρόσφατης και πρωτόγνωρης για ένα τέτοιο κόμμα κυβερνητικής του εμπειρίας. Προς το παρόν, τα ζητήματα της στρατηγικής προσεγγίζονται αμιγώς θεωρητικά και η εσωκομματική αντιπαράθεση τείνει να λάβει τη μορφή ενός διαγκωνισμού ανάμεσα σε ομάδες και στελέχη, με στόχο την καλύτερη τοποθέτησή τους στην κομματική γραφειοκρατία, εν όψει μιας πιθανής επανάκαμψης στην εξουσία.

Το τελευταίο δεν συνιστά αυτόματη διαδικασία και προσώρας δεν φαίνεται και το πιο πιθανό σενάριο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δυσκολεύεται να επιβάλει θεματικές από τη δική του ατζέντα, αντιδρώντας απλά στις ενέργειες της κυβέρνησης, δείχνει σε σύγχυση και κόπωση και, το κυριότερο, δεν πείθει ούτε καν μέρος της βάσης του ότι έχει καταλήξει σε κάποιο στρατηγικό σχέδιο για το μέλλον.

Αυτό σε πολύ μεγάλο βαθμό είναι απόρροια του επί της ουσίας ανολοκλήρωτου απολογισμού στο εσωτερικό του, ο οποίος κανονικά δεν θα έπρεπε να έχει μόνο τον χαρακτήρα αυτοκριτικής, αλλά κυρίως μιας γόνιμης καταγραφής και ανάλυσης των θετικών και αρνητικών εμπειριών από την κυβέρνηση, των ανεκμετάλλευτων δυνατοτήτων και των μη αναμενόμενων περιορισμών, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Μόνο μέσα από μία τέτοια συλλογική ενδοσκόπηση θα ήταν εφικτός ο προσδιορισμός του περιεχομένου μιας μελλοντικής αριστερής κυβέρνησης. Αντίθετα, στον ΣΥΡΙΖΑ η κυβερνητική εμπειρία βιώνεται από κάποιους ως ιστορική δικαίωση και από κάποιους άλλους ως συλλογικό τραύμα.

Δεδομένων αυτών, θα μπορούσαν να προταθούν τρεις κατευθύνσεις για ένα στρατηγικό ξεκαθάρισμα, που θα επέτρεπαν στον ΣΥΡΙΖΑ να διεκδικεί με αξιώσεις την εκλογική ανάκαμψη. Πρώτον, η συνειδητοποίηση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπερψηφίστηκε κατ' αρχάς ως ένα κόμμα της Αριστεράς, το οποίο προσέφερε μια ορατή εναλλακτική στην ελληνική κοινωνία το 2015 και από ψηφοφόρους που στην πλειονότητά τους αυτοτοποθετούνται στην Αριστερά. Η αναγκαία κίνηση προς το κέντρο και τα αριστερά θα πρέπει ακριβώς να κατανοείται ως διεύρυνση ενός αριστερού πολιτικού υποκειμένου και όχι ως μετατόπισή του προς άλλους ιδεολογικούς χώρους.

Δεύτερον, η αντιΣΥΡΙΖΑ προκατάληψη, που φαίνεται πως είναι διάχυτη στην κοινή γνώμη, τροφοδοτείται από δύο ρεύματα: αυτό που θεωρεί μη αποδεκτό να ασκεί εξουσία κάποιος πολιτικός φορέας πέραν των ορίων του παλαιού δικομματισμού. Και αυτό που αντιδρά στη διάψευση της επαγγελίας περί εναλλακτικής απέναντι στο δεσπόζον. Το πρώτο αποτελεί αναμενόμενη αντίδραση στη διατάραξη κατεστημένων σχέσεων και οριακά μη διεκδικήσιμο εκλογικά, ενώ το δεύτερο, που σηματοδοτεί ποιοτικά και ποσοτικά τις πιο σοβαρές εκλογικές απώλειες, είναι περισσότερο διεκδικήσιμο. Επομένως, για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι κρίσιμο να μπορέσει να εμφανιστεί εκ νέου ως εναλλακτική στον κομματικό ανταγωνισμό.

Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ξανανοίξει με έντονο τρόπο τη συζήτηση για τη δημοκρατία και για τον ρόλο της πολιτικής στην οικονομία. Ο σπουδαίος Καρλ Πολάνι έγραφε το 1932 ότι «…η Αριστερά είναι ριζωμένη στη δημοκρατία, η Δεξιά είναι ριζωμένη στην οικονομία…» (Ο φασιστικός ιός, σ. 97). Η ενδυνάμωση της δημοκρατίας ως πολυσχιδές σχέδιο που αφορά το σύνολο της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ζωής, είναι η έμπρακτη εκδήλωση ενός ριζοσπαστικού αριστερού προτάγματος, δεδομένου ότι ο καπιταλισμός σε πολλές περιπτώσεις αντιφάσκει θεμελιακά προς τις χειραφετησιακές δυναμικές της δημοκρατίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το 2015, το επιχείρησε ατελώς και ηττήθηκε, αποδεχόμενος την υποταγή της πολιτικής στην οικονομία. Τώρα, ενδεχομένως, είναι η στιγμή να επαναδιαπραγματευτεί εκείνη τη στάση του.

*Διδάκτωρ Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)