to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ο φθόνος της φιλοσοφίας και το μίσος για το Πανεπιστήμιο

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς εμβριθής μελετητής της σύγχρονης γαλλικής σκέψης για να παρατηρήσει την σύγχυση του Τάκη Θεοδωρόπουλου μεταξύ του Αλαίν Μπαντιού, που όντως επιχειρεί μια επανανάγνωση της πλατωνικής Πολιτείας στο φως της «κομμουνιστικής υπόθεσης», και του Πιερ Μπουρντιέ, που ουδέποτε έχει προβεί σε παρόμοιο εγχείρημα. Το ολίσθημα, ωστόσο, φωτίζει αυτό το κείμενο υπεράσπισης του Στέλιου Ράμφου από μια ιδιαίτερη σκοπιά…


Στη σημερινή του αρθρογραφική συμβολή με τίτλο «Ο Ράμφος στη σκηνἠ», ο Τάκης Θεοδωρόπουλος υποκύπτει σε ένα lapsus. Αντιπαραβάλλοντας τον Στέλιο Ράμφο στους διανοούμενους που υποτίθεται πως ακολουθούν οι επικριτές του, θα γράψει: «Υποθέτω ότι ανάμεσα σε αυτούς που βρήκαν τη συνομιλία του Στέλιου Ράμφου με τον Σταύρο Θεοδωράκη ελαφριά και μάλλον απογοητευτική βρίσκονται και όσοι θεωρούν ότι ο Σλάβοϊ Ζίζεκ και ο Μπουρντιέ είναι οι μεγάλοι διανοούμενοι της εποχής μας. Και είναι η αλήθεια ότι ο Ράμφος δεν έχει να προτείνει άμεσες επαναστατικές λύσεις στα προβλήματά μας, ούτε, από όσο ξέρω, είναι θαυμαστής του Ροβεσπιέρου όπως ο Ζίζεκ – ο Ροβεσπιέρος όντως μας δίδαξε τον αμεσότερο τρόπο παρέμβασης στην Ιστορία, που ακούει στο όνομα γκιγιοτίνα. Ο Ράμφος επίσης δεν μοιράζεται τη μεγαλοφυή ανάγνωση του Πλάτωνα από τον Μπουρντιέ ο οποίος αναγνωρίζει στην Πολιτεία ένα πρότυπο έργο σοσιαλιστικού ρεαλισμού».

 
Theodoropoulos Ramfos

H αρχική μορφή του κειμένου, πριν τη σιωπηρή διόρθωση (κλικ για μεγέθυνση)

Δεν χρειάζεται βέβαια να είναι κανείς εμβριθής μελετητής της σύγχρονης γαλλικής σκέψης για να παρατηρήσει την σύγχυση του αρθρογράφου μεταξύ του Αλαίν Μπαντιού, που όντως επιχειρεί μια επανανάγνωση της πλατωνικής Πολιτείας στο φως της «κομμουνιστικής υπόθεσης», και του Πιερ Μπουρντιέ, που ουδέποτε έχει προβεί σε παρόμοιο εγχείρημα. Δεν είναι επίσης εύλογο να υποθέσει κανείς πως ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, γαλλικής παιδείας στοχαστής, αγνοεί κάτι το τόσο προφανές. Μάλλον εδώ πρόκειται για ένα σύμπτωμα. Το lapsus δεν αποτελεί προϊόν άγνοιας αλλά την έκφραση μιας βαθύτερης πεποίθησης που βραχυκυκλώνοντας τη γραφή αποκαλύπτει την εσώτερη αλήθεια του κειμένου. Εξάλλου και η εφημερίδα λίγες ώρες αργότερα, μετά την καζούρα, θα διορθώσει σιωπηρά το ολίσθημα, και ο αθώος (τουλάχιστον για μεγαλοφυείς αναγνώσεις του Πλάτωνα) Μπουρντιέ θα δώσει τη θέση του στον πραγματικό «ένοχο», τον Αλαίν Μπαντιού. Το ίδιο το κείμενο παραμένει κατά τα άλλα αυτούσιο και η σύμπτωση του ολισθήματος κατάφερε για όσο διήρκεσε να το φωτίσει από μια ιδιαίτερη σκοπιά.

Πράγματι, σε επόμενη αποστροφή του κειμένου πληροφορούμαστε πως «[...] ο Ράμφος δεν είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο κι όταν μιλάει δεν μιλάει για να υπερασπιστεί τον θεσμό από τον οποίον βιοπορίζεται. Μιλάει για να υπερασπιστεί τις απόψεις του. Είναι καθαρόαιμος διανοητής και την αξιοπιστία του την αντλεί από την ίδια του τη σκέψη. Να είστε βέβαιοι πως αν ήταν καθηγητής πανεπιστημίου ο Ράμφος, θα τον αντιμετώπιζαν με σεβασμό και δέος, καθότι η ωραία μας επαρχία τα σύνδρομά της δεν τα ξεπερνάει με τίποτε».

Η θέση που εκφράζεται εδώ, πως ο στοχαστής είναι αξιόπιστος μόνο όταν δεν διαμεσολαβείται η σκέψη του από το θεσμό του Πανεπιστημίου, αλλά αρδεύεται ατόφια από μια άμεση σχέση με τον νου του, αποτελεί τη φαντασίωση που έρχεται να καλύψει το τραύμα της επαφής με τη σκηνή της δημοσιότητας. Στην προβληματική ελληνική δημοσιότητα, όπως συγκροτήθηκε στην Μεταπολίτευση, όπου οι θέσεις πρόσβασης είναι αδιαμεσολάβητες και εναλλάξιμες, όπου οι στοχαστικοί διανοούμενοι των επιφυλλίδων και των δοκιμίων διεκδικούν στάτους ίδιας τάξης με τους πανεπιστημιακούς διανοούμενους, η αξίωση θεσμικής διαφοροποίησης προσλαμβάνεται με όρους παθογένειας. Προκύπτει έτσι το παράδοξο μιας διπλής δέσμευσης. Οι ίδιοι εκείνοι δημοσιολογούντες, του Τάκη Θεοδωρόπουλου συμπεριλαμβανομένου, που επικαλούνται με στόμφο τη θεσμικότητα ως ένδειξη σύγκλισης με τον φαντασιωτικό τόπο μιας πολιτισμένης Δύσης, είναι οι ίδιοι που τη λοιδωρούν ως επαρχιωτικό καπρίτσιο. Το κείμενο το λέει καθαρά και σε μια άλλη αποστροφή του: Ο Στέλιος Ράμφος είναι «ένας άνθρωπος που σκέφτεται την Ελλάδα χωρίς να μεταφράζει στα ελληνικά από εγχειρίδια μεταμοντέρνας κοινωνιολογίας». Δεν είναι ο Τάκης Θεοδωρόπουλος ο πρώτος που για να απαξιώσει τους Έλληνες «θαυμαστές» τους, χλευάζει επιφανείς ξένους στοχαστές. Από τον Νόαμ Τσόμσκι μέχρι τον Σλάβοϊ Ζίζεκ, κι από τον Αλαίν Μπαντιού μέχρι τον Μαρκ Μαζάουερ, δεν είναι λίγοι εκείνοι που καταγγέλθηκαν από τις επιφυλλίδες των εφημερίδων για τσαρλατανισμό ή ανικανότητα να αντιληφθούν την ελληνική ιδιαιτερότητα. Ένα μόνο παράδειγμα, για να μείνουμε στην επικαιρότητα της πρόσφατης «παράστασης» που διοργάνωσε το Ποτάμι, το άρθρο του επικεφαλής του μετά από ομιλία του Μαρκ Μαζάουερ στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου και πάλι εκφράζεται η δυσπιστία, η καχυποψία απέναντι στο Πανεπιστήμιο και τους ακαδημαϊκούς. Η διπλή δέσμευση του ελληνικού επαρχιωτισμού αναδεικνύεται εδώ σε όλη της την αντιφατικότητα. Από τη μια, η ελληνική ιδιαιτερότητα ως κατάσταση παρακμής, μιζέριας και ανομίας, όπως την παρουσίασε την προηγούμενη Κυριακή και ο Στ. Ράμφος, σε αντιπαράθεση με το πρότυπο της νεωτερικής (ή της μετανεωτερικής) Δύσης, από την άλλη η δυσπιστία απέναντι σε κάθε σκέψη που εισάγεται στα καθ’ ημάς με τη σφραγίδα αυτής της ίδιας δυτικής νεωτερικότητας.

Κάτι λέει ωστόσο κι αυτή η καχυποψία -ή ίσως και το μίσος- για το Πανεπιστήμιο και τις αξίες που το διέπουν και που εξασφαλίζουν την ουσιαστική αυτονομία του. Δεν είναι τυχαίο που οι ίδιοι φορείς δημόσιου λόγου ταυτίζονται με τις αυταρχικές χειρονομίες τύπου Φορτσάκη, με το αίτημα μιας πειθάρχησης του ακαδημαϊκού βίου και της συρρίκνωσής του σε μια εργαλειακή τεχνικότητα, ως εάν η πανεπιστημιακή έρευνα να επρόκειτο για την τοποθέτηση κεφαλών σε καρφίτσες.

Ο Πιερ Μπουρντιέ θα μπορούσε να είναι εδώ πολύτιμος βοηθός. Από την πρώιμη δουλειά του, που υπήρξε ιδιαιτέρως κριτική στο θεσμό του Πανεπιστημίου και στη λογοκρισία ή τους αποκλεισμούς που τότε επέβαλλε, μέχρι το ύστερο έργο του, όπου υπερασπιζόταν την αυτονομία του Πανεπιστημίου απέναντι στη μηντιακή παντοδυναμία που ήδη είχε αρχίσει να αναδεικνύει τηλε-σταρ του στοχασμού, αλλά και καλούσε σε αντίσταση ενάντια στην εργαλειοποίηση του Πανεπιστημίου και της έρευνας την οποία επιχειρεί η περιώνυμη σύνδεσή του με την αγορά. Καθόλου τυχαία λοιπόν η αλλαγή του Μπαντιού σε Μπουρντιέ. Συγχέοντας τον μεν με τον δε, το κείμενο αποκαλύπτει την δική του προβληματική τοποθέτηση στο πεδίο και τη δική του αξίωση ισχύος απέναντι στους ενάντιους δρώντες, τους πανεπιστημιακούς που υποτίθεται πως απολαμβάνουν μια πρόσβαση στην απόλαυση της αλήθειας που από το ίδιο το κείμενο διαφεύγει.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)