to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ο ερωτικός «Μπαλαντέρ» της Μαρίας Γιαγιάννου

Μαρία Γιαγιάννου: "Η δική μου αξίωση ήταν να μιλήσω όπως θα μιλούσε το αίσθημα και να σκεφτώ όπως θα σκεφτόταν το σώμα".


Ο Μπαλαντέρ της Μαρίας Γιαγιάννου είναι μια ερωτογραφία, ένα αφήγημα για τον έρωτα, αλλά ‒τι σπάνιο!‒ για έναν έρωτα ευτυχισμένο, ολοκληρωμένο και ολοκληρωτικό, για αυτήν τη μοναδική και τόσο κοινή εμπειρία όπου δυο σώματα (και όχι μόνο σώματα) ενώνονται για να μετατραπούν στο «πρωτόπλαστο σώμα μας», μια τρίτη, υλική, οντότητα, που σιγά σιγά πυκνώνει ενώνοντας και χωρίζοντας ταυτόχρονα τους εραστές. Γνωρίζοντας προηγούμενα κείμενα της συγγραφέως, θα μπορούσε να ιχνογραφήσει κανείς δύο δρόμους που την οδηγούν στον ερωτικό Μπαλαντέρ.

Από τη μια, ένα δοκίμιο με τον τίτλο «Καθαροί πια, με βρώμικα φιλιά», που η Γιαγιάννου δημοσίευσε πριν από δύο χρόνια, στον συλλογικό Μεταμοντέρνο έρωτα (τα δύο άλλα δοκίμια του βιβλίου υπέγραφαν ο Γιώργος Λαμπράκος και ο Δημήτρης Νάκος), διαπιστώνοντας την εκκωφαντική απουσία του έρωτα από τη σύγχρονη μεταμοντέρνα τέχνη. Αναλυτικό και πολεμικό, το δοκίμιο προσπαθεί να υπερβεί το δίλημμα μεταξύ μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, διεκδικώντας έναν «τόπο», όπου το σώμα θα μπορέσει να βιώσει την τριπλή διάσταση του ερωτικού φαινομένου (σεξουαλικότητα-ερωτισμός-έρωτας) παραμένοντας σώμα, ερωτικό και πνευματικό μαζί. Σ’ αυτή την ανάγνωση, ο Μπαλαντέρ μοιάζει να προκύπτει από την τελευταία παράγραφο του δοκιμίου, όπου η Γιαγιάννου καλεί σε μια ρήξη, στη λήξη της «πουριτανικής παρτούζας» του μεταμοντερνισμού, προκειμένου να μπορέσει η τέχνη να μιλήσει «για έναν έρωτα που είναι το ίδιο το “μαζί”».

Από την άλλη, σε μια πιο αμιγώς λογοτεχνική διαδρομή, ο Μπαλαντέρ μπορεί να διαβαστεί ως η συνέχεια της Μελανίππης, της προηγούμενης νουβέλας της Γιαγιάννου, που εκδόθηκε το 2012. Το διπλό, δισυπόστατο και «δυσιππόστατο» σώμα της Μελανίππης, μιας γυναίκας-κενταύρου, ενός πλάσματος που ενσαρκώνει βασανιστικά το έλλογο και το άλογο, τη φύση και τη γνώση, που παίρνει εντέλει την τρομερή απόφαση να δραπετεύσει από τη φυλακή της διαφορετικότητας και του διχασμού της, αναπνέει μέσα στο διπλό ερωτικό σώμα του Μπαλαντέρ.

Έτσι, με τη διπλή αυτή καταγωγή του, ο Μπαλαντέρ είναι ένας ύμνος στον έρωτα, την κλίμακα του οποίου ανέρχονται ιλαροί και περίφοβοι οι δύο εραστές προχωρώντας προς την πλήρη ένωση, στην πολιτεία του Αγέρωτα, και ταυτοχρόνως μια ερωτική επιστημολογία, φανερή και στους τίτλους των κεφαλαίων του, όπου η Γιαγιάννου ξαναδιαβάζει πραγματικές και φανταστικές επιστήμες (από τη Γλωσσολογία και τη Θεολογία μέχρι την Ταπερολογία και την Μπαγιατολογία) με βλέμμα παιγνιώδες και πρίσμα ερωτικό. Γραμμένος με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, υψιπετής και γήινος, ο Μπαλαντέρ είναι εντέλει ένα εγκώμιο στην ερωτική αθωότητα, γραμμένο ωστόσο με τη γνώση πως είναι η μόνη αθωότητα που μπορεί να χάνεται και να ξαναγεννιέται διαρκώς.

Το 2014, δημοσιεύεις ένα δοκίμιο, σ’ έναν τόμο όπου συγκατοικείς με τον Γιώργο Λαμπράκο και τον Δημήτρη Νάκο υπό τον τίτλο «Μεταμοντέρνος έρως». Εκεί διαπιστώνεις πως στη σύγχρονη τέχνη, εν προκειμένω στις εικαστικές τέχνες, ο έρωτας απουσιάζει, μαζί μ’ αυτόν και το κάλλος. Πριν από λίγους μήνες, εκδίδεται ο «Μπαλαντέρ. Μια ερωτική εξτραβαγκάντσα», όπου φέρνεις, με τον τρόπο της λογοτεχνίας, τον έρωτα στο προσκήνιο. Πώς σχετίζονται τα δύο κείμενα, το δοκίμιο και το λογοτέχνημα; Απαντά κατά κάποιον τρόπο το δεύτερο σ’ αυτό που διαπιστώνει το πρώτο;

Όταν «εδώ καράβια καίγονται» κι εσύ βάζεις τη βαρκούλα σου να αρμενίζει διαπράττεις ένα λογοτεχνικό τόλμημα. Ούτως ή άλλως το να γράψει για τον έρωτα μια γυναίκα συγγραφέας είναι πλέον ρίσκο. Πρέπει να προστατεύσεις το χάρτινο καράβι από διάφορες τορπίλες. Να μετατρέψεις ίσως το ίδιο σε τορπίλη. Το δοκιμιακό στοιχείο θεωρώ ότι διασώζει το ερωτικό κείμενο από το να θαλασσοπνιγεί στα μέλια, από την αποκλειστική απεύθυνση στο θυμικό του αναγνώστη. Η δική μου αξίωση ήταν να μιλήσω όπως θα μιλούσε το αίσθημα και να σκεφτώ όπως θα σκεφτόταν το σώμα. Να μπω μέσα στο «αχ-βαχ» του έρωτα και να δω τι θα έλεγε αν ήθελε να ορίσει τον εαυτό του. Όμως δεν θέλησα και να τον ρίξω στα οξέα της δοκιμιακής ανάλυσης. Η σάχλα έπρεπε να μείνει. Και ο αυτισμός των ερωτευμένων και η ζήλια και το αστείο και ο θυμός και η λατρεία. Ο έρωτας δεν έπρεπε να κατακερματιστεί (παρά τον – οργανωμένο– κατακερματισμό του ίδιου του κειμένου), γιατί το ζητούμενο ήταν να αποφύγω τον φετιχισμό. Κυρίως όμως να αποφύγω τον μηδενισμό.

Κι έτσι ερχόμαστε στο δοκίμιο που αναφέρεις. Η διαπίστωση ότι το κάλλος έχει παρέλθει από τη σύγχρονη τέχνη είναι ήδη πεπαλαιωμένη και οπωσδήποτε δεν είναι δική μου. Η δική μου συνεισφορά σχετίζεται με κάτι πιο επικίνδυνο: ότι, αισθητικά, απουσιάζει ο έρωτας. Φυσικά στο σημείο αυτό ανοίγει ο ασκός του «διαβόλου» και αρχίζει μια ολόκληρη συζήτηση για το πώς μπορεί να μοιάζει αυτός ο λεγάμενος, ο Έρωτας, που ισχυρίζομαι ότι απουσιάζει, και γιατί στο κάτω-κάτω θα έπρεπε να είναι παρών. Το «Καθαροί πια, με βρώμικα φιλιά» ήταν μια ευθεία πρόκληση προς τους εικαστικούς που επιμένουν να μηδενίζουν το μηδέν και να συντρίβουν τα συντρίμμια. Ο Μπαλαντέρ απαντά όντως στη διαπίστωση του δοκιμίου. Τραγουδάει (εξτραβαγκάντσα γαρ) ότι ο έρωτας δεν είναι μαυρίλα και λακανική αναβολή, ούτε όμως ροζ κορδέλες και σοκολάτες. Τα χρώματά του είναι άπειρα και τα περισσότερα δεν έχουν καν όνομα.

Διαβάζοντας τον «Μπαλαντέρ», έρχεται κανείς αντιμέτωπος με δύο πλευρές του έρωτα που μοιάζουν αλληλοαποκλειόμενες. Τη μοναδικότητά του από τη μια κάθε έρωτας είναι μοναδικός, μοιραίος, δεν συγκρίνεται με κανέναν άλλον‒, και την κοινοτοπία του από την άλλη ‒λίγο πολύ όλοι λέμε και νιώθουμε τα ίδια μέσα στη δίνη του έρωτα, και το βιβλίο συχνά το θυμίζει αυτό, σε κάνει να πεις «ναι, αυτό το ένιωσα, το είπα, το σκέφτηκα κι εγώ». Είχες στο μυαλό σου αυτή τη σύζευξη όταν έγραφες το βιβλίο;

Ναι. Η κοινοτοπία της μοναδικότητας είναι ένα οξύμωρο που με ενδιαφέρει. Το αντιλαμβάνομαι ως μια ανθρώπινη σταθερά. Και στο προηγούμενο πεζογραφικό μου βιβλίο, τη Μελανίππη» τίθεται αυτό το πρόβλημα ως αντιστικτικό ζεύγος («είμαι όμοιος ή διαφορετικός;») που τελικά αποδεικνύεται συζευκτικό («είμαι και τα δύο»). Είναι τόσο περίεργο. Τα πιο πανανθρώπινα, τα πιο κοινά βιώματα τα αντιμετωπίζουμε σαν εντελώς προσωπική μας υπόθεση, υπόθεση αποκλειστική. Για παράδειγμα, μια εγκυμοσύνη σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει κανένας που στ’ αλήθεια να σε νιώθει (κι όμως ένας ολόκληρος πλανήτης γέννησε πριν από σένα). Μια αρρώστια το ίδιο. Ο David Morris, θεωρητικός της ιστορίας του πόνου, γράφει ότι η εμπειρία του πόνου παραμένει «αμοίραστη» και είναι σχεδόν ακατόρθωτο να κοινωνηθεί. Όλο αυτό μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον. Τα σφοδρότερα, τα πιο ιδιωτικά συναισθήματα ανήκουν σε όλους. Με τον «Μπαλαντέρ» θέλω να μοιράσω το «αμοίραστο». Το χαρτί της παρτίδας που σε κάνει να νιώθεις (και –γιατί όχι;‒ να είσαι) χαρισματικός. Ακόμα κι αν κρατάει ένα ίδιο και ο αντίπαλος.

Το χιούμορ, το λογοπαίγνιο, το ευφυολόγημα έχουν έντονη παρουσία στον «Μπαλαντέρ»; Γελάμε τελικά με τον έρωτα;

Ναι, αν είμαστε τυχεροί, γελάμε! Το ρεπερτόριο του έρωτα είναι ευρύτατο. Από την τραγωδία στην κωμωδία και τούμπαλιν. Το χιούμορ που μοιράζονται οι ερωτευμένοι είναι αξιοζήλευτο. Έχει τα «γνωστά αστεία» τους, που επαναλαμβάνονται περιοδικά και τους θυμίζουν τον κοινό εαυτό τους. Είναι το χιούμορ που δεν νοιάζεται για το πιθανό ρίσκο να πεις μια σαχλαμάρα γιατί πατάει στην εμπιστοσύνη κι έτσι είναι χιούμορ τολμηρό. Έχει πονηριές. Έχει γκριμάτσες, κουταμάρες, παιδισμούς. Έχει τρυφερότητα. Η πλάκα είναι ότι, ενώ γελάμε στον έρωτα, δεν γελάμε ποτέ με τον έρωτα. Δεν γελάμε με τον δικό μας έρωτα, τον θεωρούμε πολύ σοβαρή ιστορία. Συχνά όμως γελάμε με τον έρωτα των άλλων. Όταν είμαστε φθονεροί, κοροϊδεύουμε. Όταν είμαστε πλήρεις, γελάμε από χαρά. Όταν είμαστε μόνοι, χαμογελάμε με την ελπίδα ότι θα έρθει και προς τα εδώ.

Αν έπρεπε να αναγνωρίσεις και να αποκαλύψεις τους προγόνους του «Μπαλαντέρ», σε ποιους συγγραφείς και έργα θα μας οδηγούσες;

Ό,τι και να πω, φοβάμαι πως θα πέσω έξω. Είναι τόσο κρυμμένες οι επιρροές, τόσο ασύνειδες. Είναι ίσως το πιο πηγαίο κείμενο που έχω γράψει, παρά τον γλωσσικό και δομικό έλεγχο. Είμαι αναλυτικός τύπος. Και πάντοτε προτιμούσα μια γλώσσα με πλεξούδες ή μπούκλες από μια γλώσσα αναμαλλιασμένη ή απλώς στρωτά χτενισμένη. Μέσα στο βιβλίο ξεχωρίζουν κάποιες αναφορές. Σε ποιητές, σε πεζογράφους, σε κινηματογραφιστές και σε φιλοσόφους. Θα ήταν παρακινδυνευμένο όμως να τους κατηγορήσω (!) για προγόνους. Κάνουν την εμφάνισή τους ο Κορτάσαρ, ο Μπλέικ, ο Προυστ, ο Φελίνι, ο Μπαρτ, ο Ελύτης, ο Αρανίτσης κ.α. Αν πρέπει να κατονομάσω κάποιον (όχι ως πρόγονο αλλά ως λατρεμένο), θα πω τον Προυστ, απλούστατα γιατί τον θεωρώ τον μεγαλύτερο αναλυτή της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης και ταυτόχρονα έναν μάγο-ράφτη των λαμπρότερων γλωσσικών ενδυμάτων (και σωμάτων).

Κάποια στιγμή, στο δοκίμιο, μιλάς για το «ερωτικό κιτς». Αν ο ευτυχισμένος έρωτας είναι το κατεξοχήν υλικό της διαφήμισης, της παραλογοτεχνίας και των γλυκανάλατων κομεντί, τι απομένει από τον έρωτα για την τέχνη;

Αυτή η ερώτηση είναι τέλεια. Στο δοκίμιο ονόμασα την μορφή που παίρνει ο έρωτας στα σύγχρονα εικαστικά «πουριτανική παρτούζα». Το σώμα εμφανίζεται περισσότερο ως τόπος μαρτυρίου, μοναξιάς ή καθαρής σεξουαλικότητας παρά ως ερωτικό πεδίο. Αυτό συμβαίνει ακριβώς για τον λόγο που έθεσες: διότι η κοινωνία του κιτς έχει οικειοποιηθεί το ερωτικό σώμα. Όμως το «καθαρό», το μίνιμαλ, το σιωπηλά μοναχικό, το ανοίκειο, το weird, όπως και η σκληρή σεξουαλικότητα, είναι αδύνατον (προς το παρόν φυσικά) να προσχωρήσουν στο κιτς. Οι καλλιτέχνες εύλογα κοιτάζουν λοιπόν προς τα εκεί. Επίσης, αφού το κιτς είναι δεμένο εξ ορισμού με τον εξωραϊσμό των πραγμάτων, κάθε αισθητική «επιμέλεια» ενός έργου τέχνης, καθετί που κοιτάζει να «ομορφύνει» ένα έργο, ολισθαίνει στην κατηγορία του κιτς. Έτσι, στους εικαστικούς απομένει η αποφατική προσέγγιση του έρωτα. Η ειρώνευσή του. Η υπογράμμιση των κενών του (όχι του δράματος φυσικά, γιατί κι αυτό είναι κιτς). Το κιτς είναι ένα τρομερό αισθητικό φαινόμενο. Δεν είναι ένα πράγμα, είναι πολλά. Κατά τη γνώμη μου έχει θετικές και αρνητικές πλευρές. Άλλες ανθρωπιστικές και άλλες απάνθρωπες. Στην τέχνη το μισούμε, αλλά στον έρωτα μπορεί και να μας κάνει ευτυχισμένους! Έχω γράψει αρκετά για το κιτς σε άρθρα, στο εν λόγω δοκίμιο αλλά και στον Μπαλαντέρ και πιστεύω ότι θα γράψω κι άλλα. Προς θεού όχι εδώ, ήδη πολυλόγησα!
 

Πριν από λίγους μήνες προβλήθηκε ο Αστακός, η τελευταία ταινία του Γιώργου Λάνθιμου. Η επικρατούσα ανάγνωσή της είναι πως αφηγείται μια ιστορία αγάπης μέσα σ’ ένα δυστοπικό σύμπαν. Πώς διάβασες εσύ την ταινία; Θα την πολιτογραφούσες στο δικό σου ερωτικό σύμπαν;

Ο Αστακός με ενθουσίασε. Τον έχω εντάξει μάλιστα στη συνέχεια της σειράς για το μεταμοντέρνο στην τέχνη, το Μεταμοντέρνο Σώμα, που θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο (συμμετέχουμε οι ίδιοι τρεις, που αναφέρεις πιο πάνω, συν τον Θωμά Συμεωνίδη). Τα επίπεδα του σεναρίου στον Αστακό και η ανατρεπτική αλλαγή οπτικής γωνίας, η ατμόσφαιρα κρύο-ζεστό, η τυραννία του έρωτα και η τυραννία του μη-έρωτα, η βία και η ποίηση συνθέτουν μια δυστοπία με τα όλα της. Όμως όχι, θα ήταν αδύνατον οι ήρωες των Φιλίππου-Λάνθιμου να πολιτογραφηθούν στην χώρα του «Μπαλαντέρ». Είναι γεμάτοι επιφυλακτικότητα, είναι έτοιμοι για προδοσία, αναζητούν το ίδιο και όχι το άλλο, βρίσκονται στην εφιαλτική πλευρά του έρωτα. Το επιχείρημα του «Μπαλαντέρ» είναι ίσως στον αντίποδα. Για τον εφιάλτη του έρωτα μιλούν όλοι οι σκεπτόμενοι καλλιτέχνες. Για το όνειρο του έρωτα μιλούν όλοι οι ροζ θιασώτες του. Θέλησα να ενώσω αυτά τα δύο και ταυτόχρονα να τα αρνηθώ. Επιθυμώ τη ρήξη με τα ερωτικά και λογοτεχνικά στερεότυπα. Αξίζει, μόνο και μόνο για να αναδυθούν τα κρυμμένα χρώματα, οι άπειρες τονικότητες, τα βάθη, τα ύψη· για να αξιωθεί κάθε άνθρωπος μια εμπειρία τεράστια όπως και ο ίδιος.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)