to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ο Δημήτρης Ντάσκας και οι Δανειστές

Τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή όχι μόνο δεν είναι δωρεάν, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά τα πληρώνουμε και μάλιστα πολύ ακριβά


Τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή όχι μόνο δεν είναι δωρεάν, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά τα πληρώνουμε και μάλιστα πολύ ακριβά.

Η συνέντευξη του Δημήτρη Ντάσκα στον Θοδωρή Τσαπακίδη για το Left.gr:

Μοιράζεσαι την επαγγελματική σου ζωή ως ηθοποιός μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας. Είναι μια επιλογή που θα μπορούσε να την κάνει ο οποιοσδήποτε;

Φαντάζομαι πως ναι. Αρκεί να το θέλει, να θέλει να αποκοπεί για ένα διάστημα από ό,τι θεωρεί δεδομένο, και να έχει την ευελιξία σε προσαρμοστεί σε μια εντελώς καινούρια πραγματικότητα.

Ποιες δυσκολίες θα αντιμετωπίσει ένας έλληνας ηθοποιός αν αποφασίσει να εργαστεί στο εξωτερικό; Τι οφέλη θα αποκομίσει;

Η γλώσσα, πρώτα και κύρια. Και δεν μιλάω μόνο για τη γνώση μιας γλώσσα που επιβεβαιώνεται με πτυχία. Μιλάω για το συναισθηματικό φορτίο που κουβαλάει μια γλώσσα, η κάθε λέξη της ξεχωριστά. Κάθε φορά που προφέρω στα ελληνικά τις λέξεις «μάνα», «συγγνώμη», «σ’ αγαπώ», αντηχούν μέσα μου όλες οι φορές που είπα αυτές οι λέξεις, όλα τα συναισθήματα που ένιωσα. Για να δημιουργήσω την ίδια σχέση με τα αντίστοιχες γαλλικές λέξεις, μου πήρε χρόνο.

Και φυσικά είσαι σε ένα περιβάλλον, όπου δε μετράει τίποτα από ό,τι έχεις κάνει, δεν γνωρίζεις κανέναν, και όλα ξεκινάνε από την αρχή.

Εδώ βέβαια βρίσκεται και το μεγάλο όφελος. Στο ό,τι τα πάντα ξεκινάνε από την αρχή. Νομίζω ότι στη Γαλλία το βλέμμα μου έγινε πιο ανοιχτό, πιο καθαρό, πιο διψασμένο.

Πώς σε αντιμετωπίζουν οι γάλλοι συνάδελφοί σου; Σε θεωρούν ειδήμονα σε θέματα αρχαίας τραγωδίας; Σε ρωτάνε για τον Ευριπίδη και τον Σοφοκλή;

Σε θέματα αρχαίας τραγωδίας και εδώ και 8 χρόνια και σε θέματα οικονομίας, εξωτερικής πολιτικής, θεμάτων σχετικών με το ΔΝΤ και την ΕΕ… Η αλήθεια είναι ότι στη Γαλλία υπάρχει μεγάλη αγάπη και αληθινό ενδιαφέρον για οτιδήποτε ελληνικό, με το που λες ότι είσαι Έλληνας υπάρχει μια aprioriθετική αντιμετώπιση.

Υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των γαλλικών και των ελληνικών σκηνών και παραγωγών; Θα μπορούσαν ελληνικές παραγωγές να παιχτούν στην Γαλλία ή και αλλού στο εξωτερικό; Τι χρειάζεται για να συμβεί αυτό;

Και στη Γαλλία υπάρχει μεγάλη διάθεση για θέατρο, και το βλέπεις αυτό παντού: γίνονται παραστάσεις σε υπόγεια, σε αποθήκες, σε μπαρ, σε πάρκα, όπου μπορείς να φανταστείς. Ταυτόχρονα βέβαια υπάρχει και ένα ολόκληρο σύστημα από δημόσια θέατρα, μια πυραμίδα που έχει επί κεφαλής 5 εθνικά θέατρα, περιφερειακά θέατρα, δημοτικά, εθνικές σκηνές. Οπότε αν μιλάμε για επίπεδα παραγωγής, υπάρχουν τα πάντα, από υπερπαραγωγές μέχρι παραστάσεις που γίνονται με μηδαμινά μέσα.

Παίζονται ήδη ελληνικές παραγωγές στη Γαλλία και αλλού. Ειδικά στη Γαλλία, υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για την τέχνη κάθε προέλευσης, από όλες τις ηπείρους του κόσμου, πόσο μάλλον από την Ελλάδα. Ξέρουμε ότι ήδη το Υπουργείο προσπαθεί να θέσει σε εφαρμογή μια πλατφόρμα, μέσα από την οποία διευθυντές ξένων φεστιβάλ να έρθουν σε επαφή με ελληνικές παραστάσεις. Πιστεύω ότι η υπόθεση κρίνεται κάπως νωρίτερα πριν καν ξεκινήσουν οι πρόβες, όταν ακόμα οργανώνεται η παραγωγή. Στη πρώτη πρόβα ξέρεις ήδη πού και πότε θα περιοδεύσειη παράσταση τα επόμενα δύο χρόνια. Εξάλλου εκεί οι παραστάσεις δεν είναι τόσο θνησιγενείς όσο εδώ, δεν πεθαίνουν στο τέλος της σεζόν. Ο μακροχρόνιος προγραμματισμός επιτρέπει στις παραστάσεις να ζουν και να αναπνέουν για πολλά χρόνια, μέσα από τα διάφορα φεστιβάλ και τις περιοδείες τόσο εντός όσο και εκτός  της χώρας. Άρα αυτό που πρέπει να γίνει είναι να ενισχυθούν οι συμπαραγωγές με φορείς του εξωτερικού και ο μακροχρόνιος προγραμματισμός.

Η αντιμετώπιση του γαλλικού κράτους απέναντι στους δημιουργούς είναι διαφορετική απ’ ό,τι του ελληνικού; Τι νομίζεις ότι θα μπορούσε να γίνει ώστε να βελτιωθούν οι όροι εργασίας, αλλά και το καλλιτεχνικό προϊόν στη χώρα μας; Εξαρτάται το μεν από τους δε; Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος του κράτους;

Στην Ελλάδα έχουμε καταφέρει να θεωρούμε ότι ο ηθοποιός εργάζεται μόνο τις 2 ώρες της παράστασης. Η πραγματικότητα δεν είναι αυτή. Οι πρόβες είναι εργασία, η μελέτη πριν καν αρχίσουν οι πρόβες είναι εργασία, ακόμα και η τακτική άσκηση και η διαρκής επιμόρφωση που χρειάζεται ένας ηθοποιός είναι εργασία. Οπότε, υπάρχει ένα σύστημα που ενισχύει τον ηθοποιό ακόμα κι όταν δεν βρίσκεται σε περίοδο προβών, υπάρχει ένας οργανισμός που ασχολείται με τη συνεχή επιμόρφωση των ηθοποιών, υπάρχουν τρόποι να βρεις αίθουσες για πρόβα αν έχεις μια μικρή ομάδα που δεν διαθέτει δικό της χώρο.

Τέχνη δημιουργείται και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Ένας καλλιτέχνης θα δημιουργήσειακόμα και πεινασμένος, ακόμα και παγωμένος από το κρύο, που λέει ο λόγος. Αλλά δε γίνεται να κρίνουμε την κατάσταση μόνο βάση του καλλιτεχνικού προϊόντος, και να μη μας ενδιαφέρει τι γίνεται πίσω από αυτό. Ήδη η φράση «καλλιτεχνικό προϊόν» με κάνει να ανατριχιάζω. Δε γίνεται να αντιμετωπίζουμε την τέχνη ως προϊόν και μόνο. Δεν την βρίσκουμε στα ράφια του Λιντλ, να τσεκάρουμε αν έχει λήξει κι αν μας συμφέρει η τιμή και μετά να την βάλουμε στο καρότσι μαζί με τις μπατονέτες. Και στο κάτω κάτω, ναι, αν θέλουμε ο καλλιτέχνης όχι μόνο να δημιουργήσει μια φορά κάτι, αλλά να έχει διάρκεια και προχώρημα, πρέπει να υπάρχουν κάποιες συνθήκες διαβίωσης και εξέλιξης.

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τα όσα γίνονται στη Γαλλία με τα κίτρινα γιλέκα. Ποιος είναι ο ρόλος των καλλιτεχνών εκεί και ποιος εδώ στα διάφορα κοινωνικά κινήματα;

Δε βρίσκομαι στη Γαλλία αυτή την εποχή, οπότε δεν μπορώ να δώσω κάποια «εκ των έσω» ανταπόκριση. Γενικά δεν φαίνεται να έχουν κάποια οργανωμένη ανάμειξη ως σωματείο. Ως μονάδες, έχω φίλους και συναδέλφους εκεί που συμμετέχουν, και έχουμε επαφή. Είναι λοιπόν μια συμμετοχή «από τα κάτω». Έτσι κι αλλιώς πάντως τα κίτρινα γιλέκα είναι ένα κίνημα με αμφίβολη προς το παρόν πολιτική ταυτότητα.

Όσον αφορά την Ελλάδα θα σου δώσω ένα μόνο παράδειγμα. Μετά τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, έγινε μια πρώτη πορεία στο κέντρο της Αθήνας. Την επομένη βγήκαν κάποιοι δημοσιογράφοι, που εκτιμώ πάντως πολύ, και έγραψαν «πού ήταν οι καλλιτέχνες, που ήταν οι ηθοποιοί στην πορεία;» Μα ήμασταν εκεί! Και πιο μπροστά από πολλούς άλλους μπορώ να πω. Απλώς, έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε τον όποιο ηθοποιό ή γενικότερα καλλιτέχνη με μια τηλεοπτικά αναγνωρίσιμη περσόνα. Ας πούμε λοιπόν ότι οι καλλιτέχνες είναι ένας κλάδος και οι τηλεοπτικές περσόνες ένας άλλος, παρ’ όλο που ενίοτε, και μπράβο τους, κάποιοι άνθρωποι συνδυάζουν και τις δύο ιδιότητες. Αλλά όχι να κατηγορούμε έναν ολόκληρο κλάδο ότι απουσιάζει, επειδή δεν βλέπουμε τον Τάδε ή τον Δείνα.

Για να επιστρέψω στη Γαλλία, οι ηθοποιοί εκεί είναι έτσι κι αλλιώς σε έναν μόνιμο αγώνα εδώ και πολλά χρόνια για να διατηρήσουν δικαιώματα που οι τελευταίες γαλλικές κυβερνήσεις, από τον Σαρκοζί και μετά, έχουν προσπαθήσει με κάθε τρόπο να καταργήσουν. Και εκεί οι απεργίες τους είναι μαζικές και σημαίνουν κάτι, δεν περνούν απαρατήρητες. Και αυτό συνέβαινε ακόμα πιο πολύ παλιότερα, όταν ηθοποιοί και τεχνικοί διέπονταν από το ίδιο καθεστώς. Η συμμαχία των δύο κλάδων τούς έδινε μια ισχύ που κατά τη γνώμη μου χάθηκε όταν διαχωρίστηκαν. Διαίρει και βασίλευε.

Ποια είναι η γνώμη σου για το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών; Παίζει καθοριστικό ρόλο στην πραγματικότητα των ηθοποιών;

Στην πρώτη μου δουλειά, είχα την τύχη να συνεργαστώ με την Αλέκα Παΐζη. Η Αλέκα, είχε ακόμα την κάρτα μέλους του σωματείου από τη δεκαετία του ‘40. Μας φαίνεται μια άλλη πραγματικότητα τώρα, αλλά κάποιοι άνθρωποι ασχολήθηκαν και αγωνίστηκαν για να έχουν οι ηθοποιοί το ρεπό της Δευτέρας, ή για να μην παίζουν 14 παραστάσεις την εβδομάδα. Θα μου πεις, άλλες εποχές άλλα ζητούμενα. Τώρα υπάρχουν ηθοποιοί που δουλεύουν σε 2-3 θέατρα, εργάζονται σε μπαρ, διδάσκουν σε ένα κάρο σχολές, και με το ζόρι βγαίνει ο μήνας. Αυτό που θέλω να πω όμως μιλώντας για την Παΐζη, που μου έδειχνε περήφανη την κάρτα μέλους, είναι ότι το ΣΕΗ είναι τόσο ισχυρό όση ισχύ του δίνουμε εμείς. Μπορεί να παίξει ρόλο αν το στηρίξουμε και στηριχτούμε πάνω του.

Αυτή την περίοδο παίζεις στους «Δανειστές» του Στρίνμπεργκ, σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Χατζάκη, στο Rabbithole, μαζί με την Μαρία Σκαφτούρα (που μαζί με τον σκηνοθέτη έχουν κάνει τη διασκευή του έργου) και με τον Τάκη Σακελαρίου. Πρόκειται για μια τολμηρή, κωμική προσέγγιση του κλασικού πια αυτού έργου. Πώς αντιλαμβάνεσαι αυτήν την επιλογή;

Ο ίδιος ο Στρίντμπεργκ χαρακτηρίζει το έργο τραγικωμωδία. Δε νομίζω ότι πρόκειται για κωμική προσέγγιση, νομίζω ότι είναι μια προσέγγιση που επικοινωνεί και με τις δύο αυτές πλευρές του έργου, το τραγικό και το κωμικό, για να αναδείξει την ουσία του.

«Οι Δανειστές» του Στρίνμπεργκ έχουν την οποιαδήποτε σχέση με τους Δανειστές για τους οποίους ακούμε τα τελευταία χρόνια;

Ούτε με τους Δανειστές ούτε με τους Θεσμούς. Απλώς μας υπενθυμίζει ότι τα σημαντικότερα πράγματα στη ζωή όχι μόνο δεν είναι δωρεάν, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά τα πληρώνουμε και μάλιστα πολύ ακριβά.

Σε ποια ενδιαφέροντα και αναζητήσεις του σύγχρονου ελληνικού κοινού απαντάει η επιλογή αυτού του έργου;

Στο ενδιαφέρον για μια νέα γνωριμία με κείμενα που τα βαραίνει μια συγκεκριμένη παραστασιογραφία, ένας συγκεκριμένος τρόπος προσέγγισης, και που είναι καλό κάθε γενιά να ανακαλύπτει με τον δικό της τρόπο, έναν τρόπο που ανταποκρίνεται στα δικά της βιώματα.

Ποια θέματα διαπραγματεύεται που να απασχολούν το σημερινό κοινό;

Ο αλληλοσπαραγμός στον έρωτα, τότε και τώρα και πάντα. Η ανάγκη για επιβίωση μέσα σε μια ερωτική σχέση, και η ανάγκη για εκμηδένιση όλων αυτών των στοιχείων που μπορεί να έχει το αντικείμενο του πόθου μου και τα οποία νιώθω ότι το απομακρύνουν ή το ανεξαρτητοποιούν από μένα. Είμαι τόσο ερωτευμένος μαζί σου που θέλω να σε αλλάξω έτσι ώστε να ταιριάζουμε απόλυτα και να γίνουμε ένα, άρα να καταστρέψω ένα κομμάτι σου. Κι όμως, αν το πετύχω αυτό, ξέρω ότι μπορεί να σταματήσω να είμαι ερωτευμένος μαζί σου, γιατί το πλάσμα που ερωτεύτηκα θα έχει ακρωτηριαστεί. Ζω την αντίφαση του να θέλω και να μη θέλω να σε αλλάξω.

Ο Άντολφ, ο χαρακτήρας που υποδύομαι, είναι ένας άντρας-παιδί, ένας άντρας που αρνείται ή αδυνατεί να ενηλικιωθεί. Κι αυτό ισχυροποιείται ακόμα περισσότερο όταν παντρεύεται μια μεγαλύτερη και πιο έμπειρη γυναίκα από τον ίδιο, την Τέκλα. Στην παράσταση, το παιχνίδι γυναίκας-μητέρας και άντρα-παιδιού μεταφέρεται και στις φαντασιώσεις τους. Μπορεί να φανεί άσχετο με την παράσταση, αλλά σε όλες τις πρόβες σκεφτόμουν ότι υπάρχουν ολόκληρες γενιές στην Ελλάδα που δυσκολεύονται να απογαλακτιστούν, να αποχωριστούν τηγονική εστία, ή επιστρέφουν σε αυτήν μετά από ένα διαζύγιο, έχοντας μάλιστα γίνει οι ίδιοι γονείς σε κάποιες περιπτώσεις. Μπορούμε να πούμε πολλά για τις αιτίες, η κρίση, το πώς αντιλαμβανόμαστε την οικογένεια στην Ελλάδα κτλ. Ωστόσο το γεγονός παραμένει. Οι ομφάλιοι λώροι δεν κόβονται ποτέ, και τα μοτίβα που ζούμε στην οικογένειά μας, τα ψάχνουμε αυτούσια, έστω και ασυνείδητα, στις ερωτικές μας σχέσεις.

Στην παράσταση υπάρχει μια τηλεόραση που προβάλει εικόνες από τον βόρειο πόλο, χιόνια, αρκούδες… πώς συνομιλεί αυτό με τα όσα συμβαίνουν επί σκηνής;

Το 1897, τρείς φιλόδοξοι εξερευνητές ξεκινάνε από τη Σουηδία για ένα ιστορικό ταξίδι με αερόστατο, με στόχο την κατάκτηση του Βόρειου Πόλου. Έπειτα από ένα ατύχημα, καταλήγουν σε μία έρημη χιονισμένη έκταση, χιλιάδες μίλια μακριά από τον τελικό προορισμό τους, προσπαθώντας να επιβιώσουν κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες.

Στη θεατρική ανάγνωση του Γρηγόρη Χατζάκη, το έργο του Αύγουστου Στρίντμπεργκ τοποθετείται στο αφιλόξενο περιβάλλον της ιστορίας των Σουηδών εξερευνητών. Η πολύμηνη περιπέτεια των εξερευνητών, που αποτελεί σημαντικό ιστορικό γεγονός για την κατάκτηση του τελευταίου εναπομείναντος άγνωστου προορισμού της Γης, διαπλέκεται με την ιστορία των ηρώων που συναντάμε στο έργο του Στρίντμπεργκ. Έτσι, δημιουργείται ένας καινούργιος παραστασιακός χώρος όπου διασταυρώνονται τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα με τα γεγονότα της μυθοπλασίας του Σουηδού συγγραφέα. Η διασκευή της Μαρίας Σκαφτούρα και του Γρηγόρη Χατζάκη αποτελεί μια νέα πρόταση στο κλασικό θεατρικό έργο, όχι μόνο αναφορικά με τον περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζεται, αλλά και γιατί αναδεικνύει το χιούμορ μέσα στις κωμικοτραγικές καταστάσεις του σκληρού αυτού παιχνιδιού επιβίωσης.

Η τηλεόραση είναι ένας από τους συνεκτικούς ιστούς ανάμεσα στις δύο αυτές ιστορίες.

Στην περιοχή του Μεταξουργείου όπου βρίσκεται το θέατρο κατοικούν πολλοί μετανάστες από την Αφρική και την Ασία, τσιγγάνοι, υπάρχουν ερειπωμένα νεοκλασικά, οίκοι ανοχής, μεζεδοπωλεία και μπαρ, η νέα δημοτική πινακοθήκη, πολλά θέατρα, ένα ετερόκλητο συνονθύλευμα ανθρώπων και ενασχολήσεων. Παίζει αυτό κάποιο ρόλο στην καλλιτεχνική δημιουργία που λαμβάνει χώρα εκεί; Υπάρχουν κάτοικοι της γειτονιάς, μετανάστες  ή τσιγγάνοι, που να ήρθαν στην παράσταση;

Νομίζω πως παίζει κάποιο ρόλο. Ο κόσμος που θα φτάσει μέχρι το θέατρο Rabbithole είναι κόσμος που δε θα φοβηθεί να περάσει μπροστά από οίκους ανοχής στη βραδινή του έξοδο, αντίθετα αγαπάει αυτό το πάντρεμα διαφορετικών φυλών, αισθητικών, ηθών, παρόντος και μέλλοντος. Έστω κι αν αυτή η αγάπη είναι για κάποιους απλώς επιφανειακή, ένα απλό θέμα στυλ.

Μετανάστες και τσιγγάνοι δεν έχουν έρθει στην παράσταση, απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω. Μπορεί να ζούμε δίπλα από αυτούς τους ανθρώπους, στην πραγματικότητα όμως η προσέγγιση είναι πολύ δύσκολη και από τις δυο μεριές. Ωστόσο, στην περιοχή αυτή υπάρχουν χώροι φιλόξενοι για μετανάστες καλλιτέχνες, θα σου αναφέρω εδώ τον υπέροχο χώρο του communitism. Kαι το λέω αυτό για να κλείσουμε έτσι: η προσέγγιση είναι πολύ δύσκολη, αλλά όχι ακατόρθωτη.

Ποια είναι τα μελλοντικά σου σχέδια;

Η παράσταση «Ο θείος Βάνιας» που σκηνοθετεί η Μαρία Μαγκανάρη, στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, κάνει πρεμιέρα στις 10 Ιανουαρίου.

Και το Φεβρουάριο θα βγει στα βιβλιοπωλεία η πρώτη μου μετάφραση από τα γαλλικά, «Το παιδί από την Τραπεζούντα», της γαλλίδας, αλλά με ελληνικές ρίζες, συγγραφέα Συπρίς Κωφίδου. Ένα πολύ τρυφερό, αυτοβιογραφικό βιβλίο που αφηγείται τη σχέση ενός έλληνα πατέρα με τη γαλλίδα κόρη του, με φόντο τις μεγάλες μεταναστεύσεις του πατέρα, από την Τραπεζούντα στην Ελλάδα το 1922, και από την Ελλάδα στη Γαλλία το 1936.

\Users\TEDDY\Desktop\48398908_375024193071633_3227562326878060544_n.jpg

Φωτογραφία: Σάκης Αναστασόπουλος

Φωτογραφία (Δανειστές):Φίλιππος Μαργαλιάς

 

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)