to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Ο διχαστικός λόγος ενός πρώην ΑΓΕΕΘΑ -Οφειλόμενη απάντηση στον κ. Μ. Κωσταράκο

Τόσο η ελληνογαλλική όσο και η ελληνοαμερικανική συμφωνία έχουν τις ρίζες τους σε πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.


Άρθρο του αναπληρωτή τομεάρχη Εθνικής Άμυνας της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία, Γιώργου Τσίπρα, στο militaire.gr

Σε άρθρο του με τίτλο «Η ασφάλεια της χώρας είναι σημαντικότερη από τα πολιτικά παιχνίδια», ο Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΕΘΑ, χωρίς να ονοματίζει, επιτίθεται με σφοδρότητα στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία επειδή διαφωνεί με την κυβέρνηση Μητσοτάκη στη διαχείριση εθνικών θεμάτων. Ισχυρίζεται ότι «κάποιες πολιτικές δυνάμεις δεν συμφωνούν με αυτό τον τρόπο εθνικής δράσεως, δεν συμφωνούν με τους εξοπλισμούς, δεν συμφωνούν με την (ελληνογαλλική) Συμφωνία και τα απορρίπτουν όλα αυτά με αστήρικτες δικαιολογίες χωρίς να αντιπροτείνουν κάτι που να αντισταθμίζει τη αρνητική τους στάση… Από την απέναντι πλευρά του Αιγαίου… θα εκμεταλλευτούν τη ρωγμή, όποιο κι αν είναι το μέγεθος της, για να μεγιστοποιήσουν το κτύπημα και στη Εθνική Ομοψυχία και στην Εθνική Ισχύ… Θα πρέπει να γίνει από όλους κατανοητό, ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για πολιτική εκμετάλλευση, μικροπολιτικές αψιμαχίες, έωλες και απίστευτες δικαιολογίες και αποκατάσταση ενδοκομματικών ισορροπιών».

Ο Μ.Κ. αλληθωρίζει αδικαιολόγητα αναφορικά με το ποιος καθορίζει πολιτικές με κριτήριο ενδοκομματικές ισορροπίες, ποιος πρόσφατα εκμεταλλεύτηκε πολιτικά μείζονα εθνικά ζητήματα, και ποιος λειτουργεί στα εθνικά ζητήματα με καθαρά μικροπολιτικά κριτήρια. Και συκοφαντεί εν γνώσει του τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ότι δήθεν εν γένει «δεν συμφωνεί με τους εξοπλισμούς», όταν γνωρίζει (δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν γνωρίζει) ότι γνωμοδοτήσαμε θετικά στη συντριπτική πλειοψηφία των προγραμμάτων του ΥΕΘΑ τα τελευταία δυο χρόνια, παρότι ορισμένα ήταν προβληματικά ως διαδικασία, κόστος και αναπάντητα ερωτήματα.

Κρίνοντας από τον μονόπλευρο τρόπο που αντιμετωπίζει ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ ο κ. Κωσταράκος, η κατηγορία ότι κάποιος παίζει πολιτικά παιχνίδια επιστρέφεται ευθέως στον ίδιο. Έχει δίκιο μόνο σε ένα πράγμα: ότι «δεν συμφωνούμε με αυτό τον τρόπο εθνικής δράσεως» της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Υποθέτω ότι ο Μ.Κ. αναγνωρίζει το δικαίωμα της αντιπολίτευσης να έχει άλλη γνώμη για τόσο σοβαρά ζητήματα. Ερχόμαστε λοιπόν στην ουσία.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη σήμερα «τιμά» την Συμφωνία των Πρεσπών και ρητά επιδιώκει την ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στην ΕΕ. Πριν τρία μόλις χρόνια το κόμμα του συμμετείχε σε συλλαλητήρια που κατά 99% το θέμα τους δεν ήταν η συμφωνία για τη γλώσσα ή την αναγραφόμενη ιθαγένεια στα διαβατήρια, αλλά η ίδια η σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, στην οποία η ΝΔ ρητά συμφωνούσε. Οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ γνωρίζουν πολύ καλά ότι ειδικά ο κ. Μητσοτάκης δεν ήταν αντίθετος με τη συμφωνία, και όλα έγιναν  για προεκλογική εκμετάλλευση. Έχουν άλλωστε διαρρεύσει σχετικές μυστικές συναντήσεις διαβεβαίωσης του κ. Ζάεφ από αποσταλμένους του κ. Μητσοτάκη. Θυμίζουν όλα αυτά κάτι από άθλια «πολιτική εκμετάλλευση» και «μικροπολιτικές αψιμαχίες»; Σε ποια πλευρά εντοπίζονται πολιτικές με κριτήριο τις «ενδοκομματικές ισορροπίες»;

Προσωπικά σέβομαι τη διαφορετική άποψη και τις ενστάσεις για το συμβιβασμό στη γλώσσα ή την ιθαγένεια. Αλλά τρία χρόνια μετά δεν μπορεί να αρνείται κανείς ότι παρ’ όλα αυτά η συμφωνία με τη Βόρεια Μακεδονία  δυναμώνει την «Εθνική Ισχύ» σε σύγκριση με μια φιλοτουρκική ΠΓΔΜ, αν δεν είχαμε προχωρήσει στη συμφωνία, ιδιαίτερα υπό το φως των πρόσφατων εξελίξεων στα ελληνοτουρκικά. Και μήπως δεν θα ενίσχυε την Εθνική Ομοψυχία, για την οποία κόπτεται ο  Μ.Κ., αν ο κ. Μητσοτάκης αναγνώριζε έστω αυτό το πασιφανές γεγονός; Σε αυτή την περίπτωση υπάρχει ζήτημα Εθνικής Ισχύος και Ομοψυχίας κατά τον κ. Κωσταράκο ή όχι; Δεν θυμάμαι να έγραψε ποτέ κάτι σχετικό. Ισχύει ότι και τότε «η απέναντι πλευρά του Αιγαίου διαπίστωνε την ρωγμή και εκθείαζε τις αντιρρήσεις» επιθυμώντας να μην υπάρξει συμφωνία Αθήνας-Σκοπίων; Γιατί δεν συγκινήθηκε τότε ο Επίτιμος ΑΓΕΕΘΑ;

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υποβιβάζει όλα όσα αφορούν την εξωτερική πολιτική και άμυνα της χώρας στα μίζερα μέτρα των μικροκομματικών συμφερόντων της κυβέρνησης και του Μαξίμου. Και αυτός είναι ο βασικός λόγος που «δεν συμφωνούμε με αυτό τον τρόπο εθνικής δράσεως» που προφανώς ενθουσιάζει τον κ. Κωσταράκο.

Όσο ήταν αντιπολίτευση η ΝΔ κατακεραύνωνε τη μερική επέκταση των  χωρικών μας υδάτων στο Ιόνιο. Το έπραξε όταν έγινε κυβέρνηση με όρους που δεν ήταν οι καλύτεροι για την ελληνική πλευρά, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ συναίνεσε. Σε ποια πλευρά εντοπίζονται κι εδώ τα «καθαρά μικροπολιτικά κριτήρια»;

Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ κράτησε μετρημένη στάση και για τη συμφωνία οριοθέτησης με την Αίγυπτο παρά το γεγονός ότι δεν ήταν μια καλή συμφωνία. Περιττό να επισημάνουμε τι θα είχε γίνει αν ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έφερνε μια τέτοια συμφωνία, χωρίς προηγούμενο κλείσιμο των γραμμών βάσης, χωρίς προηγούμενη επέκταση των χωρικών μας υδάτων νοτίως της Κρήτης, με την μειωμένη επήρεια που δόθηκε τελικά στην Κρήτη και κυρίως με τον περιορισμό της συμφωνίας δυτικά του 28ου μεσημβρινού, αφήνοντας εκτός την πιο κρίσιμη περιοχή. Για πόσα χρόνια μετά θα κατήγγειλαν οι γνωστοί κύκλοι και ΜΜΕ την προχειρότητα, βιασύνη, ενδοτικότητα κλπ του ΣΥΡΙΖΑ αν είχε τολμήσει να υπογράψει μια τέτοια συμφωνία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ; Ή κάνουμε λάθος;

Ερχόμαστε στα σημαντικά. Το σουλατσάρισμα του Ορούτς Ρέις επί μήνες για έρευνες στην υφαλοκρηπίδα μας έως και τα 6 ναυτικά μίλια συνιστά αύξηση της Εθνικής Ισχύος; Οι αστείες δηλώσεις του τύπου «ο άνεμος ώθησε το Ορούτς Ρέις προς τα ελληνικά ύδατα»; Η δημόσια δήλωση κορυφαίου υπουργού ότι κόκκινη γραμμή μας είναι τα 6 ναυτικά μίλια συνιστά αύξηση της Εθνικής Ισχύος; Η απομάκρυνση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας του ίδιου του Πρωθυπουργού επειδή διαπίστωνε το αυτονόητο ότι έχουμε παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων; Η εγκατάλειψη από το Μαξίμου του αιτήματος Ελλάδας και Κύπρου για ευρωπαϊκές κυρώσεις στην Τουρκία; Η απροθυμία ταυτόχρονα, για λόγους «ενδοκομματικών ισορροπιών», να πιεστεί η Τουρκία για επίλυση της υφαλοκρηπίδας σε Διεθνές Δικαστήριο;

Η ελληνοαμερικανική συμφωνία  κατέβηκε και αυτή στα μίζερα μέτρα του Μαξίμου. Δεν αποτελεί μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία στο πλαίσιο μιας προνομιακής σχέσης με τις ΗΠΑ, προνομιακής και για τις δύο πλευρές. Ήταν ένα «ναι σε όλα» χωρίς ανταλλάγματα για την ελληνική πλευρά. Το μόνο αντάλλαγμα που ενδιέφερε το Μαξίμου ήταν να γίνουν αρεστοί στις ΗΠΑ χωρίς να θέσουν όρους επωφελείς για την Ελλάδα μακροπρόθεσμα. Αν ίσχυε ακόμη και το ένα τρίτο από τις ανακρίβειες και τα ψεύδη που διαδίδονται για τα δήθεν οφέλη για την ελληνική πλευρά, γιατί δεν ζητούσαμε εμείς οι ίδιοι τόσα χρόνια μια τέτοια συμφωνία; Γιατί δεν το τόλμησαν ούτε οι δεξιές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης;

Η Ελλάδα δεν είναι μια μικρή νησίδα γης στην Αραβική Χερσόνησο που μπορεί να εναποθέτει την ασφάλειά της στην ύπαρξη μιας αμερικανικής στρατιωτικής βάσης που δεν θα τολμήσουν να θίξουν οι γεωπολιτικοί φίλοι της υπερδύναμης και θα το σκεφτούν πολύ οι αντίπαλοι. Η Ελλάδα όχι μόνο διαθέτει ισχυρές αμυντικές δυνατότητες υπεράσπισης της ηπειρωτικής χώρας και ταυτόχρονα μεγάλες αμυντικές ανάγκες υπεράσπισης των θαλάσσιων ζωνών, αλλά και σε καμιά περίπτωση, για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας και κυριαρχίας, δεν μπορεί να μετατρέπει την επικράτειά της σε πλατφόρμα στρατιωτικών βάσεων μιας ξένης δύναμης, χωρίς κανένα άλλο αντάλλαγμα πλην της παρουσίας τους. Αν έτσι αντιλαμβάνεται ο Μ.Κ. τη χώρα μας είναι λυπηρό. Όταν ακόμη και έγκριτοι και διόλου προσκείμενοι στον ΣΥΡΙΖΑ δημοσιογράφοι όπως ο κ. Κοττάκης κάνουν λόγο για «φτωχή σοδειά» από την ελληνοαμερικανική συμφωνία, οι επιθέσεις του Μ.Κ. στο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με χονδροειδείς χαρακτηρισμούς για τη διαφωνία του, απλώς εκθέτει τον ίδιο και επιβεβαιώνει το δικό του «πολιτικό παιχνίδι», όχι του ΣΥΡΙΖΑ.

Τόσο η ελληνογαλλική όσο και η ελληνοαμερικανική συμφωνία έχουν τις ρίζες τους σε πρωτοβουλίες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά η στόχευση σε ότι αφορά την ωφέλεια της ελληνικής πλευράς δεν ήταν ούτε το μίνιμουμ, στη περίπτωση της ελληνογαλλικής συμφωνίας, ούτε το απόλυτο μηδέν, στην περίπτωση της ελληνοαμερικάνικης, με μόνη έγνοια το άμεσο μικροκομματικό όφελος του Μαξίμου. Το ποιος θέτει ψηλότερα τον πήχη της Εθνικής Ισχύος θα το κρίνει ελληνικός λαός και η ιστορία.

Η διαβόητη δήλωση του κ. Μητσοτάκη στη συνάντηση με τον Αμερικανό πρόεδρο Τραμπ στο Λευκό Οίκο ότι «η Ελλάδα είναι ένας προβλέψιμος σύμμαχος», μπορεί να ερμηνευτεί μόνο σαν προσπάθεια να γίνει ο ίδιος και η κυβέρνησή του αρεστοί στην υπερδύναμη, σε βάρος της χώρας. Κανείς Πρωθυπουργός που ιεραρχεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας δεν θα έκανε μια τέτοια δήλωση, και κανείς Έλληνας Πρωθυπουργός δεν είχε κάνει πριν τον κ. Μητσοτάκη. Στο ίδιο ακριβώς πνεύμα κινείται και η ακραία ετεροβαρής συμφωνία με τις ΗΠΑ. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα, που μάλιστα ο ίδιος ο Πρωθυπουργός χαρακτηρίζει «μεγάλη χώρα», είναι αδιανόητη η σύναψη συμφωνιών στις οποίες η απαίτηση να είναι ισοβαρείς απουσιάζει εντελώς από τον πνεύμα τους και τη διαπραγμάτευση. Αλλιώς δεν είμαστε ούτε καν μια μικρή πλην αξιοπρεπής και κυρίαρχη χώρα. Αυτός «ο τρόπος εθνικής δράσεως» της κυβέρνησης Μητσοτάκη που εμπνέει τον Μ.Κ. χαρακτηρίστηκε πολύ εύστοχα σχοινοβασία ανάμεσα στη δουλοπρέπεια και τον μικρομεγαλισμό.

Υπάρχουν πολλά άλλα που ο Μ.Κ. παραβλέπει σκόπιμα. Ενώ ο ίδιος αναγνωρίζει την «οικονομία και σωστή διαχείριση των Εθνικών Πόρων» ως έναν από τους παράγοντες Εθνικής Ισχύος, αδιαφορεί για την κακή διαχείριση των στρατιωτικών δαπανών. Αλήθεια, όλα γίνονται σωστά; Τα σχεδόν δυο δις για το Αεροπορικό Κέντρο της Καλαμάτας συνιστούν «σωστή διαχείριση», όταν μάλιστα δηλώνουν πως δεν έχουν να δώσουν ούτε ευρώ για τα νυχτερινά επιδόματα των στρατιωτικών; Μια οικονομία που, λόγω και των αλόγιστων δαπανών, πιθανόν να ξανατεθεί σε καθεστώς επιτήρησης και οικονομικής αποικίας συνιστά παράγοντα Εθνικής Ισχύος, όσο εξοπλισμένη κι αν είναι; Η διάλυση της αμυντικής βιομηχανίας και απουσία της από όλες τις μέχρι τώρα συμβάσεις πολλών δις συνιστά σοβαρό σχεδιασμό αμυντικής θωράκισης;

Ο Επίτιμος ΑΓΕΕΘΑ έχει το δικαίωμα να παραβλέπει όλα τα παραπάνω και να υιοθετεί απλοϊκά επιχειρήματα λόγω προφανών κομματικών προτιμήσεων. Δεν έχει όμως το δικαίωμα – και όχι μόνο λόγω της θέσης του – να αναπαράγει ένα διχαστικό λόγο ενάντια στην προοδευτική παράταξη. Από την άποψη της Εθνικής Ομοψυχίας που επικαλείται είναι η χειρότερη υπηρεσία που μπορεί να προσφέρει. Το ανέκδοτο οι μεν προσπάθειες για το καλύτερο από τις κυβερνήσεις της προοδευτικής παράταξης να βαφτίζονται μονίμως «προχειρότητες» ή και ενδοτισμός οι δε προφανείς προχειρότητες ή και δουλοπρέπεια των συντηρητικών κυβερνήσεων να  βαφτίζονται μονίμως «εθνικές επιτυχίες», πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει. Είναι οδηγός διχασμού και καμιάς ομοψυχίας.

Ο Μ.Κ. υπηρέτησε ως Αρχηγός ΓΕΕΘΑ σε μια περίοδο που οι περικοπές στα αμυντικά προγράμματα ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο στη μεταπολίτευση. Συμφώνησε, αν όχι παρότρυνε, στο πετσόκομμα μισθών και συντάξεων των στρατιωτικών, δυσανάλογα με άλλους εργαζόμενους, επειδή δεν μπορούσαν να αντισταθούν συνδικαλιστικά. Δεν τεκμαίρεται καμιά πίεση προς την άνωθεν πολιτική ηγεσία για στοιχειώδεις έστω δαπάνες συντήρησης των οπλικών συστημάτων που επί ημερών του έφτασαν στα τάρταρα. Το ηθικό του Στρατού και η Εθνική Ισχύς βοηθήθηκε με όλα αυτά; Ή μήπως από τη θέση του Προέδρου της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ, την οποία επεδίωξε, έχει βοηθήσει σε κάτι τη χώρα πέρα από τη συγγραφή διχαστικών άρθρων;

«Σ’ αυτή τη βάρκα είμαστε όλοι μαζί, και πρέπει να είμαστε συνέχεια μαζί, χωρίς αντιρρήσεις και δεύτερες σκέψεις», καταλήγει ο Επίτιμος ΑΓΕΕΘΑ. Το αν είμαστε στην ίδια βάρκα με εκείνους, τα συμφέροντα των οποίων εξυπηρετεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη, σηκώνει πολλή συζήτηση. Γιατί εκείνοι είναι οι πρώτοι που εγκαταλείπουν τη βάρκα στη δύσκολη στιγμή, και τα ιστορικά παραδείγματα είναι πολλά.

Ωστόσο, επειδή οι υπόλοιποι είμαστε πράγματι στην ίδια βάρκα όλοι μαζί, η χάραξη μιας νέας εθνικής στρατηγικής, που σήμερα απουσιάζει, είναι τόσο αναγκαία και σοβαρή υπόθεση, που οι υπεραπλουστεύσεις και ο διχαστικός λόγος μόνο ζημιά κάνουν. Τις δε αστείες προτροπές του Μ.Κ. να συντασσόμαστε όλοι σε κάθε απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη «χωρίς αντιρρήσεις και δεύτερες σκέψεις», όπως ίσως έκανε ο ίδιος επί θητείας του, ας τις κρατήσει για τον εαυτό του. Δεν χτίζεται εθνική στρατηγική χωρίς διάλογο, λογοδοσία, αλλά και αντιπαράθεση όταν απαιτείται.

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)