to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

11:16 | 08.09.2012

πηγή: https://left.gr/92

Κοινωνία

Ο Διάκος του Σέιχ Σου

Αστειάκια με εθνικούς ήρωες δεν επιτρέπονται. Του Χρήστου Τριανταφύλλου


Για ακόμη μία φορά, το ελληνικό τμήμα του παγκόσμιου ωκεανού που καλείται διαδίκτυο προσφέρει πολύτιμο τεκμηριωτικό υλικό για την επιθεώρηση και ανάλυση των εθνικιστικών ψυχώσεων που απαντώνται στη χώρα μας. Το πιο πρόσφατο κρούσμα αφορά την υπόθεση «Αθανάσιος Διάκος», που έρχεται να επιβεβαιώσει πως το ζήτημα της τρέχουσας ιστορικής κουλτούρας κάθε άλλο παρά εξαντλείται. Βέβαια, η ουσία παραμένει ίδια ή σχεδόν ίδια, αλλά οι εκάστοτε εκφάνσεις των σχετικών φαινομένων εκτείνονται σε μια εντυπωσιακά πολύχρωμη βεντάλια. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Στις 2/9/2012, το εξώφυλλο της εφημερίδας «Πρώτο Θέμα»[1] του Θέμου Αναστασιάδη καταλαμβανόταν κατά το ένα τέταρτο περίπου από την καταγγελία ενός «αισχρού» θεατρικού έργου, του περίφημου «Αθανάσιος Διάκος: η επιστροφή», της Λένας Κιτσοπούλου. Η υπόθεση της παράστασης είναι, συνοπτικά, πως ο Διάκος επιστρέφει στη Γη και ζει στην Αθήνα, αυτή τη φορά ως σουβλατζής που απασχολεί λαθρομετανάστες και κακομεταχειρίζεται τη σύζυγό του, την οποία τελικά και σκοτώνει αφού αποκαλύπτει πως εκείνη τον απάτησε. Την ημέρα που γράφεται το κείμενο αυτό (4/9) το γεγονός είναι ακόμα νωπό, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν εκτεταμένες αντιδράσεις και αναλύσεις∙ αυτός ακριβώς είναι, όμως και ο στόχος: να μετρηθεί η ταχύτητα και το είδος των πρώτων-σπασμωδικών ίσως, αλλά έχει και αυτό τη σημασία του- αντιδράσεων στο διαδίκτυο. Ακριβώς υπό αυτό το πρίσμα, θα επιμείνω ιδιαίτερα στα σχόλια που αφήνουν οι αναγνώστες κάτω από τα κείμενα στις ιστοσελίδες, και όχι τόσο στους ίδιους τους σχολιασμούς. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για μια «μετα-μετασυζήτηση».

Πριν αναφερθώ στην συζήτηση αυτή, κρίνω σκόπιμο να ξεκαθαρίσω μερικά στοιχεία για την δημοσίευση της εφημερίδας: όπως πληροφορούμαστε από την ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Αθηνών, η παράσταση έλαβε χώρα στο διάστημα 14-16 Ιουλίου [2], δηλαδή ενάμιση μήνα πριν από το πρωτοσέλιδο. Επιπλέον, σε αυτό φιγουράρει μια γυμνή φωτογραφία της Κιτσοπούλου, προερχόμενη από ένα εντελώς άσχετο βιβλίο με καλλιτεχνικές φωτογραφίες. Ως τελειωτικό στοιχείο επισημαίνω το κόκκινο πλαίσιο που αναγράφει «Κάποιος να τους σταματήσει!»∙ ο υπαινιγμός παραείναι σαφής για να εξηγηθεί, δεδομένου του προσανατολισμού της εφημερίδας και του εκδότη της. Το κεντρικό μότο της δημοσίευσης μας εισάγει και στην προαναφερθείσα συζήτηση: κεντρικό διακύβευμα φαίνεται να είναι πως η παράσταση γίνεται με «τα χρήματα του δημοσίου». Πράγματι, αυτό είναι κατά ένα τμήμα το  στίγμα αυτό δίνουν τα σχόλια στην ιστοσελίδα της ίδιας της εφημερίδας: «ΒΑΣΙΚΑ ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΤΟ ΤΙ ΕΡΓΟ ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΚΑΘΕ ΠΑΡΤΣΑΚΛΟ ...ΕΜΕΝΑ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝΤΑΙ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΚΡΙΣΗΣ ΤΕΤΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΘΕΑΜΑΤΑ...1 ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΣΤΟΙΧΗΣΑΝ (sic)  ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ....ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΟΜΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΧΟΛΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΡΕΥΜΑ ,ΧΩΡΙΣ ΝΕΡΟ,ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΦΑΡΜΑΚΑ...ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ ΠΙΣΩ (sic) ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ Η ΚΙΤΣΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΛΟΥΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΘΕ ΛΟΥΚΟΣ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΒΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΕΙ Ο ΔΙΑΟΛΟΣ»[3]. 

Αυτό το είδος των απόψεων εκφράζει το ένα σκέλος των αντιδράσεων, και μπορεί να κωδικοποιηθεί ως μη εστιάζον στο περιεχόμενο της παράστασης, αλλά στο γεγονός πως το  συλλογικό υποκείμενο («βρούμε», «στον Έλληνα πολίτη») αδικείται από μια σκιώδη «παρακυβέρνηση», η οποία, σε αγαστή συνεργασία με την ορατή, αφαιρεί χρήματα από τον προϋπολογισμό και τα διαθέτει στην παραγωγή αμφιβόλου ποιότητας πνευματικών έργων.  Αξιοποιώντας και μια άλλη πηγή, τις ραδιοφωνικές εκπομπές λόγου, ανακαλύπτουμε πως στην εκπομπή που μεταδόθηκε στις 3/9/2012, 12-2 μ.μ, από τον NovaSport Fm, κυριάρχησαν αυτού του είδους οι απόψεις, καθώς, αποδοκιμάστηκε μεν το περιεχόμενο της παράστασης και η «ασέβεια προς τους εθνικούς ήρωες», αλλά το τελικό πόρισμα ήταν πως το κράτος οφείλει απλώς να μην χρηματοδοτεί τέτοιου είδους έργα. Ένα άλλο δε σχόλιο που κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, και πάλι προερχόμενο από την ιστοσελίδα της εφημερίδας, θεωρεί πως «στην τέχνη ο καθένας έχει αναφαίρετο δικαίωμα να εκφράζεται όπως νομίζει και θα τον κρίνη το κοινό και ο χρόνος. Δεν νομίζω βεβαίως πως εν ονόματι της τέχνης έχει το δικαίωμα να προσβάλλη αξίες και ιδανικά ενός λαού, όμως και γι αυτό θα τον κρίνη το κοινό και ο χρόνος. Όλα αυτά ας τα κάνη, με γειά του με χαρά του, με ΔΙΚΑ του όμως χρήματα»[4]. 

Ως προς αυτού του είδους τις απόψεις γενικά, ειναι εντυπωσιακό ότι το επαναλαμβανόμενο σχήμα τους αφορά τα «όρια της Τέχνης, που δεν πρέπει να επιβάλλονται», αρκεί να μην ξεπερνούν ορισμένα ήδη τεθειμένα όρια. Ο παραλογισμός αυτής της αντίληψης είναι παραπάνω από προφανής.

Αν όμως ο διάλογος με το είδος αυτό των απόψεων είναι λίγο-πολύ εφικτός, διακρίνεται ένα απροσπέλαστο φράγμα, πέρα από το οποίο η ακροδεξιά προβάλλει θριαμβευτικά: ο ίδιος ο κιτρινισμός του «Πρώτου Θέματος» ευνοεί τέτοιου είδους απόψεις, κατά τις οποίες «[...]στην τουρκία κάτι τουριστάκια απο την αγγλία που τόλμησαν να φωτογραφηθούν μπροστά σε άγαλμα του κεμαλ (εθνοπατέρας των τουρκων)  κατουρώντας, τα έφαγε η μαρμάγκα και τρόμαξαν να ξεμπλέξουν από τη φυλακή. Εθνικιστική γραμμή ή αυτοδίκαιη προστασία των οσίων και ιερών; εγώ το βλέπω στο δεύτερο... Μην ξεχνας ότι ο Α. Διάκος δεν ζει για να τους κάνει μήνυση ή να γελάσει μαζί τους. Είναι δικό μας χρέος λοιπόν. Αστειάκια με εθνικούς ήρωες δεν επιτρέπονται. Αν αντί για τον Διάκο σατίριζαν τον Γιωργάκη ή τον Τσοχατζόπουλο θα είχαν φάει βροχή τις μυνήσεις (sic)»[5]. 

Πέρα από το προφανές της εμμονής στην προστασία των «εθνικών ηρώων», παρατηρούμε και μία ενδιαφέρουσα τάση για επίδειξη των ορίων της ανοχής της ελληνικής κοινωνίας, η οποία λόγω κάποιου εγγενούς φιλελευθερισμού «ανέχεται» αυτού του είδους τις παραστάσεις, ενώ οι άλλες κοινωνίες-και δη οι μουσουλμανικές- τιμωρούν αυστηρότατα οποιαδήποτε αμφισβήτηση των εθνικών συμβόλων. Πρόκειται για άλλη μία αντιφατική αντίληψη, καθώς προβάλλει -έμμεσα, γιατί αυτό «αξίζει» σε «ανθελληνικές εκδηλώσεις»- ως πρότυπο μεταχείρισης και παράλληλα ως παράδειγμα προς αποφυγή τις καταπιεστικές τακτικές άλλων χωρών.

Κλείνοντας, δεν θα μπορούσε να παραλειφθεί μια ξεχωριστή ομάδα σχολιαστών, οι οποίοι κάνουν σχετικά σπάνια την εμφάνισή τους στις μεγάλης αναγνωσιμότητας σελίδες, αλλά σαφώς κλέβουν την παράσταση, δίνοντας τον απαραίτητο κωμικό τόνο σε όλο αυτό το καταθλιπτικό θέαμα. Αναρωτιέται, λοιπόν, ο εν λόγω σχολιαστής: «Επειδή το Υπουργείο ‘’πολιτισμού’’στελεχώνονταv πάντοτε από εβραιομασόνους, χωρίς να είναι το μοναδικό, μήπως μπορεί κάποιος ικανός δημοσιογράφος να ψάξει για να βρεί από πού κρατά η σκούφια αυτής της ‘’περίφημης’’ ‘’σεναριογράφου’’ και ‘’ηθοποιού’’ Λένας Κιτσοπούλου;» [6]. Όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις κινηματογραφικών ταινιών, ανθελληνικών ή μη, το λεγόμενο «comic relief» καθίσταται, ειδικά εν προκειμένω, κάτι παραπάνω από απαραίτητο.


[2] http://www.greekfestival.gr/gr/event277-lena-kitsopoyloy.htm (ανακτήθηκε στις 4/9/2012)
[3] http://www.protothema.gr/culture/theater/article/?aid=220955 (ανακτήθηκε στις 4/9/2012)
[4] http://www.protothema.gr/blogs/blogger/post/?aid=220938 (ανακτήθηκε στις 4/9/2012)
[5] http://www.protothema.gr/culture/theater/article/?aid=220955 (ανακτήθηκε στις 4/9/2012)
[6] http://www.protothema.gr/culture/theater/article/?aid=220955 (ανακτήθηκε στις 4/9/2012)

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)