to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

18:10 | 28.03.2016

Έφη Γιαννοπούλου

Πολιτισμός

Ο άνθρωπος είναι το επάγγελμά του (;)

Τα «Αυτόματα» του Κώστα Περούλη, που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Αντίποδες, είναι μια αναγνωστικά απολαυστική, γεμάτη δυναμισμό συλλογή διηγημάτων, που συνδυάζει την κοινωνική κριτική με τον αναλυτικό αναστοχασμό.


«Τι προσδιορίζει έναν άνθρωπο; Ποια είναι η πρώτη ερώτηση που θέτουμε σε κάποιον, όταν επιθυμούμε να μάθουμε ποια είναι η κατάστασή του; Σε κάποιες κοινωνίες, τον ρωτούν αν είναι παντρεμένος, αν έχει παιδιά· στις δικές μας κοινωνίες, αναρωτιόμαστε πρώτα για το επάγγελμά του. Η θέση του στη διαδικασία της παραγωγής, και όχι η ιδιότητά του ως αναπαραγωγού, είναι αυτή που προσδιορίζει πρώτα απ’ όλα τον δυτικό άνθρωπο».

Μισέλ Ουελμπέκ, Ο χάρτης και η επικράτεια

Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να φτάσει στο «Στο λοιμωδών», το τελευταίο διήγημα της συλλογής Αυτόματα του Κώστα Περούλη, για να σκεφτεί τον Μισέλ Ουελμπέκ, μιας και εκεί ο συγγραφέας τον αποκαλύπτει ως μία εκ των αναφορών του (μαζί με τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον Β. Γκ. Ζέμπαλντ ‒ αυτόν δι’ ενός εκ των ηρώων του, του Αούστερλιτς). Εκεί ο Περούλης αναφέρεται βέβαια στο πρώτο του πεζογράφημα και τον προσδιορίζει ως αξιοθαύμαστο αναλυτή της εποχής του σεξουαλικού καπιταλισμού, ωστόσο το οδηγητικό νήμα που συνδέει τα διηγήματα των Αυτόματων παραπέμπει για τον προσεκτικό αναγνώστη στον Χάρτη και την επικράτεια του Γάλλου συγγραφέα, και δη σε μία από τις φάσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας του κεντρικού ηρωά του, του Ζεντ Μαρτέν: στη «σειρά των επαγγελμάτων» η οποία περιλαμβάνει 66 πίνακες. Τον ορισμό της γαλλικής λέξης tier από την Εγκυκλοπαίδεια επιλέγει ο Περούλης ως μόττο του βιβλίου του (για rie des métiers μιλά ο Ουελμπέκ) και στη μηχανικότητα των ενεργημάτων που το χαρακτηρίζουν οφείλεται κι ο τίτλος της συλλογής. Η έννοια του métier εμπεριέχει πρακτική, δεξιότητες, μαθητεία, αλλά και επανάληψη, και τέχνη (έτσι τη μεταφράζουμε συχνά, με την έννοια της εκμάθησης μιας τεχνικής περισσότερο παρά με αυτήν της καλλιτεχνίας). Δεν αφορά τόσο την κοινωνική θέση ή τη δημιουργικότητα ή την ανταγωνιστικότητα που συχνά συνδέουμε με την επαγγελματική ζωή, αλλά το πλαίσιο πρακτικών και γνώσεων (συχνά καθαρά σωματικών) που το απαρτίζουν.

Το επάγγελμα λοιπόν, η τέχνη (με την έννοια του «μαθαίνω μια τέχνη»), είναι το νήμα που συνδέει τους ήρωες των διηγημάτων του Περούλη, των οποίων την ιστορία αφηγείται άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη και άλλοτε σε τριτοπρόσωπη (στενά ωστόσο συνδεδεμένη με τον κεντρικό της ήρωα) αφήγηση. Το επάγγελμα ως θέση του ανθρώπου στη διαδικασία της παραγωγής (για να θυμηθούμε πάλι τον Ουελμπέκ, αλλά και τον μαρξισμό) και ως πλαίσιο που επικαθορίζει τη συγκρότησή του, τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ως υποκείμενο. Κι αν ο Ζεντ Μαρτέν επιχειρεί να δώσει την ουσία των δικών του επαγγελμάτων μέσα από την αρχιτεκτονική του πίνακα και τα χρώματα, ο Περούλης επιχειρεί να κάνει κάτι αντίστοιχο μέσα από τη γλώσσα και το λογοθετικό πλαίσιο που περιγράφουν (και με τις δυο έννοιες της λέξης) έναν επαγγελματικό χώρο. Κι εδώ το εγχείρημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στο βαθμό που ο Περούλης δημιουργεί εννιά (δέκα μαζί μ’ αυτό του συγγραφέα, στο πιο προσωπικό από τα διηγήματά του) διαφορετικά ιδιόλεκτα μέσα από τα οποία μιλούν ή στα οποία εντάσσονται οι ήρωές τους.

Η λογοτεχνική αυτή στρατηγική, που επιτελείται με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία, του δίνει τη δυνατότητα μιας διαδρομής που θα τον οδηγήσει από τον Πέτσινο ενός αλλοτινού καιρού (ήρωα του πρώτου διηγήματος, με τον σημαίνοντα τίτλο «Στο μουσείο») μέχρι τον διαδικτυακώς και διαδραστικώς εκπορνευόμενο νέο του «Στα τέσσερα», του τελευταίου διηγήματος της συλλογής. Τα «αυτόματα» του Περούλη διατρέχουν το χρόνο, κοινωνικό και λογοτεχνικό ταυτόχρονα, αλλά και διαφορετικούς τομείς της υλικής και άυλης παραγωγής, φτιάχνοντας έτσι μια ενδεικτική χαρτογράφηση και μια ιστορική αφήγηση για την κοινωνία, υπό μιαν έννοια την ελληνική. Από τον Πέτσινο στον αγρότη ήρωα του «Τρύγου», που συνδυάζει το παλιομοδίτικο ιδιόλεκτο της αγροτικής ζωής με τις νέες συνθήκες της εκμετάλλευσης των μεταναστών, στη ματαιωμένη ηθοποιό, που επαναλαμβάνει μηχανικά (σαν αυτόματο) το ρόλο της στο «Βεάκειο», στον νεαρό μαθητευόμενο κεφαλαιοκράτη του «Κάπιταλ», στον ματατζή του εφιαλτικά σκοτεινού «Στο υπηρεσιακό», στον εκχυδαϊσμένο εργολάβο του «Στα μπετά», στη δίχως φύλο δικηγορίνα των «Αστικών», στον απόμαχο ναυτικό του «Στη γέφυρα» μέχρι τον διαδικτυακά και διαδραστικά εκπορνευόμενο του «Στα τέσσερα».

Τα Αυτόματα δεν αρθρώνονται προφανώς στο επίπεδο του ατομικού, ούτε όμως το υπερβαίνουν προς χάριν του συλλογικού. Εστιάζουν στο επίπεδο του υποκειμένου, αυτού που υφίσταται την καθυπόταξη που ασκείται μέσα από το επάγγελμα, αλλά και διατηρεί την αυτενέργεια εντός αυτής της υπαγωγής. Κι αν κάτι μας λένε τα Αυτόματα είναι πως το υποκείμενο διαμορφώνεται από τη γλώσσα (εξαίσια ευκαιρία λογοτεχνικής πανδαισίας) και από τις σχέσεις εξουσίας που ακριβώς αυτή η γλώσσα αποτυπώνει. Γι’ αυτό και, κατά τη γνώμη μου, τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής είναι αυτά που αναδεικνύουν περισσότερο ετούτη τη διάσταση, δηλαδή τα «Μπετά», όπου η βία και η βαρβαρότητα της διαπλοκής και της εργολαβικής συναλλαγής, το αφόρητο πανδαιμόνιο της Πολεοδομίας, πνίγονται στο δεύτερο μέρος του διηγήματος από τον ψίθυρο και την ακινησία της νοσταλγίας, και τα «Αστικά», όπου η γλώσσα ορίζει καταλυτικά το φύλο της νεαρής δικηγόρου αποσεξουαλικοποιώντας τη, αποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως μια ολόκληρη σειρά άλλων κοινωνικών δυναμικών. Εξίσου ενδιαφέροντα απ’ αυτήν τη σκοπιά είναι ο «Τρύγος» και το «Στα τέσσερα», όπου και πάλι το χτίσιμο των χαρακτήρων δεν γίνεται απλώς μέσα από τη λογοτεχνικότητα της γλώσσας, αλλά μετατρέπεται σε αναλυτική κατηγορία. Και στα τέσσερα αυτά διηγήματα ο συγγραφέας φτιάχνει υπνωτιστικά ιδιόλεκτα, φορτωμένα υλικότητα, γλώσσες που εγγράφονται στα σώματα και στις αισθήσεις, επιτυγχάνοντας να μεταφέρει, χωρίς να θεωρητικολογεί, πολυεπίπεδες πληροφορίες στον αναγνώστη. Και ίσως ο δυναμισμός τους να επισκιάζει άλλα, πιο χαμηλόφωνα διηγήματα (όπως το «Στο Βεάκειο» ή το «Στη γέφυρα» ή ακόμη και το πολύ ιδιαίτερο «Στο υπηρεσιακό»), διηγήματα που φωτίζονται διαφορετικά υπό το φως του συνόλου της συλλογής, θα μπορούσαν ωστόσο να βρουν θέση και σε οποιαδήποτε άλλη σύνθεση.

Το τελευταίο διήγημα, προσωπική αφήγηση που θα μπορούσε να έχει ως τίτλο το επάγγελμα του συγγραφέα, μας ξαναφέρνει στον Χάρτη και την επικράτεια, όπου, κι εκεί, ο τελευταίος πίνακας του Ζεντ Μαρτέν είναι το πορτραίτο του ίδιου του Ουελμπέκ. Ο Περούλης ωστόσο κάνει την εμφάνισή του στη συλλογή ήδη από το προηγούμενο διήγημα, ως έτοιμος να πληρώσει το αντίτιμο μιας ερωτικής συνάντησης (έστω και με έκπτωση) προκειμένου να αγοράσει το υλικό του ήρωά του.

Τα Αυτόματα είναι μια συλλογή που σφύζει από τις γλώσσες της, επινοητική και αληθοφανής, όσο κι αν ξέρει κανείς καλά πως τα ιδιώματα που χρησιμοποιεί ο Περούλης είναι όλα τεχνητά, επινοημένα, ή όπως λέει κάπου ο Μωπασσάν, πως «οι ταλαντούχοι Ρεαλιστές θα έπρεπε να αποκαλούνται ψευδαισθησιαστές», δημιουργοί, με άλλα λόγια, μιας πλήρους ψευδαίσθησης του αληθινού. Ακόμη κι όταν χάνει κάπως τον έλεγχο της κατασκευής του, κι αυτό του συμβαίνει μάλλον στις πιο καλές στιγμές του, παραμένει αναγνωστικά απολαυστικός και καίρια αναλυτικός. Αποφεύγοντας τις ηθικές κρίσεις για τους χαρακτήρες του, αλλά και τις θεωρητικές αναλύσεις για την ίδια την κατασκευή του, καταφέρνει να συνδυάζει έναν φαινομενικά μόνο ηθογραφικό ρεαλισμό με κοινωνική κριτική και λογοτεχνικό αναστοχασμό.

* Η συλλογή του Κώστα Περούλη Αυτόματα παρουσιάζεται σήμερα στις 19:30, στο βιβλιοπωλείο «Ο μωβ σκίουρος», Πλατεία Καρύτση 4. Για τη συλλογή θα μιλήσουν: η κριτικός Ελισάβετ Κοτζιά, η φιλόλογος Αγγέλα Γιώτη και ο ιστορικός Κωστής Καρπόζηλος.

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)