to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Νέο δημοσιονομικό πλαίσιο: Μια σκληρή μάχη για το μέλλον της ΕΕ

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, σε μία περίοδο πολλαπλών κρίσεων και τεκτονικών αλλαγών σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο, η Ευρώπη καλείται μέσω της νέας οικονομικής της διακυβέρνησης (το πόσο «νέα» θα είναι θα φανεί από το 2023 και την εφαρμογή του από το 2024) να διαμορφώσει το όραμα και το χαρακτήρα της για τα επόμενα έτη – ίσως και δεκαετίες.


Κομβικό αναμένεται το ερχόμενο έτος για την «πυξίδα» της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού μέσα στο 2023 θα πρέπει να κλείσει το ζήτημα του νέου (;) –επί της ουσίας ή μόνο θεωρητικά– δημοσιονομικού πλαισίου της.

H πρόταση που κατέθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον δημόσιο διάλογο στις 9 Νοεμβρίου άνοιξε και επίσημα τη συζήτηση για τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), με την τελική διαμόρφωσή του να προμηνύει σκληρό «μπρα ντε φερ» στο εσωτερικό της ΕΕ και μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων και μπλοκ χωρών στην Ευρώπη.

Τι νέο φέρνει η πρόταση της Κομισιόν

Η πρόταση της Κομισιόν υπό τον τίτλο «Δημιουργία ενός πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης κατάλληλου για τις μελλοντικές προκλήσεις» περιλαμβάνει βασικά στοιχεία των κανόνων που διατηρούνται, αλλά και νέα, στα οποία θα επικεντρωθούν οι διαπραγματεύσεις των επόμενων μηνών. Συγκεκριμένα, διατηρεί τα όρια που προβλέπει το υφιστάμενο ΣΣΑ για το δημοσιονομικό έλλειμμα (3% του ΑΕΠ) και το δημόσιο χρέος (60% του ΑΕΠ) των κρατών-μελών, προϊόν της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992, παρά τη συζήτηση, τις εκτιμήσεις και τις πιέσεις χωρών (ιδιαίτερα του Ευρωπαϊκού Νότου) για αύξηση του ορίου του ποσοστού χρέους.

Ωστόσο, η πρόταση ουσιαστικά «χαλαρώνει» όχι το όριο ύψους του χρέους, αλλά της διαδικασίας απομείωσής του (εφόσον αυτό ξεπερνά το 60%), ακυρώνοντας τον… διαβόητο κανόνα του 1/20[1]. Η πρόταση αντικαθιστά την προσέγγιση που προβλέπει κοινούς όρους για όλα τα κράτη-μέλη, επιλέγοντας τρόπους απομείωσης του χρέους κατά περίπτωση (χώρας). Το «μονοπάτι» αυτό θα συμφωνείται μεταξύ του κάθε κράτους-μέλους και των Βρυξελλών και θα συνδέεται με κυρώσεις σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Για την προσαρμογή των κρατών-μελών προβλέπεται μια περίοδος δεσμευτικής πολιτικής 4 ετών (που μπορεί να φτάσει και τα 7 συνολικά με πρόσθετες δεσμεύσεις) η οποία θα συμφωνείται με τις ευρωπαϊκές αρχές.

Ανάμικτες αντιδράσεις

Η πρόταση της Επιτροπής πυροδότησε ανάμικτες αντιδράσεις. H Γερμανία, αν και είδε με ικανοποίηση τις προτάσεις της για χρέος και έλλειμμα να γίνονται δεκτές, δεν είδε με καλό μάτι την πρόβλεψη διαφοροποιημένων κανόνων για τα εκτός ορίου χρέη και την «ευελιξία» που προσφέρεται από την πρόταση της Κομισιόν. Ο Υπουργός Οικονομικών της χώρας Κρίστιαν Λίντνερ, που προέρχεται από το κόμμα των Φιλελευθέρων, σχολίασε ότι οι προτάσεις της Κομισιόν «αξίζει να στηριχθούν εν μέρει», για να συμπληρώσει όμως ότι «σε μια νομισματική ένωση θα πρέπει να ισχύουν ενιαίοι δημοσιονομικοί κανόνες», προμηνύοντας έτσι τη σκληρή θέση του Βερολίνου ενόψει των διαπραγματεύσεων των επόμενων μηνών. Η Πορτογαλία, αντίθετα, εκπροσωπώντας τρόπον τινά τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, επικρότησε διά του Υπουργού Οικονομικών της Φερνάντο Μεντίνα την ευελιξία που προσφέρει η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Το ζήτημα του χρέους είναι κρίσιμο στην υπόθεση των δημοσιονομικών κανόνων, αφού αυτή τη στιγμή, ιδιαίτερα μετά τις δημόσιες δαπάνες που απαιτήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών της πανδημικής κρίσης, για τις περισσότερες χώρες της ΕΕ ο στόχος του 60% φαντάζει ουτοπικός. Στο β΄ τρίμηνο του 2022, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το χρέος της Ελλάδας ξεπέρασε το 180%, της Ιταλίας ανήλθε στο 150%, της Πορτογαλίας ξεπέρασε το 123%, της Ισπανίας το 115%, της Γαλλίας το 113% και του Βελγίου το 108% του ΑΕΠ.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Κομισιόν δεν συμπεριέλαβε στις προτάσεις της ένα αίτημα αρκετών χωρών, έναν «χρυσό κανόνα» αποκλεισμού των δαπανών για επενδύσεις από τα όρια των δημοσιονομικών κανόνων, εν μέσω μάλιστα αυξημένων αναγκών προσαρμογής των χωρών στη δίδυμη μετάβαση (πράσινη και ψηφιακή). Για το ζήτημα της πράσινης μετάβασης, η Greenpeace προειδοποίησε ότι η επιστροφή της ΕΕ σε αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες απειλεί την ενεργειακή ασφάλεια και την πράσινη μετάβαση. Σε ανακοίνωσή της υπογραμμίζει ότι «η πρόταση της Κομισιόν θα παρεμπόδιζε μέτρα απελευθέρωσης των ανθρώπων από την ενεργειακή φτώχεια, όπως και την επίτευξη ενεργειακής ασφάλειας με τη μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές». Σημείωσε ακόμη ότι, παρότι η πρόταση κάνει αναφορά στην πράσινη μετάβαση και στην ανάγκη αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης στην Ευρώπη, «η Κομισιόν αποτυγχάνει να εξηγήσει πώς η δημοσιονομική μεταρρύθμιση θα ενθαρρύνει τις κυβερνήσεις να προωθήσουν τις “πράσινες επενδύσεις” ενώ, την ίδια ώρα καλεί σε δημοσιονομική σύσφιξη, ζητώντας επί της ουσίας να περισκοπούν δημόσιες δαπάνες».

Η νέα οικονομική διακυβέρνηση κρίνει το ευρωπαϊκό όραμα

Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία, σε μία περίοδο πολλαπλών κρίσεων και τεκτονικών αλλαγών σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο, η Ευρώπη καλείται μέσω της νέας οικονομικής της διακυβέρνησης (το πόσο «νέα» θα είναι θα φανεί από το 2023 και την εφαρμογή του από το 2024) να διαμορφώσει το όραμα και το χαρακτήρα της για τα επόμενα έτη – ίσως και δεκαετίες.

Η «μάχη» για την οικονομική διακυβέρνηση, φυσικά, δεν αφορά μόνο τους κανόνες του ΣΣΑ αλλά και το παιχνίδι ισχύος στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, που διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην κρίση της Ευρωζώνης. Ο «εκλεκτός» της Γερμανίας, πρώην Υπουργός Οικονομικών του Λουξεμβούργου Πιέρ Γκραμενιά, διορίστηκε (με την ψήφο και της Γαλλίας και τελικά και της Ιταλίας) νέος επικεφαλής του ESM, επικρατώντας του Πορτογάλου πρώην ΥΠΟΙΚ Ζοάο Λεάο, με στόχο να προχωρήσει στη μεταρρύθμιση του Μηχανισμού και να του προσδώσει νέα δυναμική, αφού, μετά την εμπλοκή του στην κρίση της Νομισματικής Ένωσης και παρά τις ασφυκτικές οικονομικά συνθήκες τις πανδημίας, είδε τη ζήτηση για τη στήριξή του να εκμηδενίζεται.

Ωστόσο, η διαμόρφωση των νέων δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ αποτελεί κρίσιμο και πιεστικό διακύβευμα για την Ευρώπη. Στην εισήγησή του ο Ιταλός Επίτροπος Οικονομικών Πάολο Τζεντιλόνι περιέγραψε το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο ως «μια πιεστική προτεραιότητα στην τρέχουσα κρίσιμη συγκυρία, στο οικονομικό περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε, ενόψει των δημοσιονομικών διαδικασιών των κρατών-μελών για το 2024 και ενόψει της απενεργοποίησης της γενικής ρήτρας διαφυγής». Παρόλ’ αυτά, οι αποφάσεις για την οικονομική διακυβέρνηση της ΕΕ δεν θα πρέπει να αποτελέσουν προϊόν ενός πιεστικού συμβιβασμού αμφίβολης αποτελεσματικότητας, αφού καλούνται να αναθεωρήσουν τους ισχύοντες κανόνες, που συμφωνήθηκαν σε πολύ διαφορετικές πολιτικοοικονομικές συνθήκες, όταν ακόμα οι διαδοχικές κρίσεις δεν είχαν διαφανεί στον ορίζοντα, ούτε και -δυστυχώς για το ευρωπαϊκό σχέδιο- είχε προβλεφθεί η αντιμετώπισή τους.

Το θετικό σημείο στην πρόταση της Κομισιόν για τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες είναι ότι η Επιτροπή δείχνει, όπως ανέφερε και ο εκτελεστικός της Αντιπρόεδρος Βάλντις Ντομπρόβσκις, να «κατανοεί» το γεγονός ότι σχεδόν όλα τα κράτη-μέλη έχουν παραβιάσει τους κανόνες κάποια στιγμή. Ωστόσο, η σχετική ευελιξία προσφέρεται μέσω δεσμευτικών πολιτικών, οι οποίες όμως δεν θα πρέπει να λάβουν τα χαρακτηριστικά ενός άκαμπτου προγράμματος με μνημονιακού τύπου χαρακτηριστικά.

Σε κάθε περίπτωση η πολιτική διαπραγμάτευση με την ΕΕ που προβλέπει η πρόταση της Επιτροπής για τις υπερχρεωμένες χώρες αποτελεί αναμφίβολα θετικό στοιχείο. Εξάλλου, οι άκαμπτοι, αμιγώς τεχνοκρατικού χαρακτήρα, κανόνες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την όξυνση της κρίσης της Ευρωζώνης στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Και η Ευρώπη, όπως έδειξε η αντίδραση κατά την -διαφορετικού χαρακτήρα- πανδημική κρίση, φαίνεται πως παρείχε κάποια διδάγματα στις Βρυξέλλες. Ο δρόμος όμως προς τη διαμόρφωση των νέων δημοσιονομικών κανόνων είναι μακρύς και περνά μέσα από σκληρή διαπραγμάτευση και από μία ακόμη διελκυστίνδα μεταξύ του Βορρά και του Νότου της Ευρώπης.

[1] Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, όποιο κράτος έχει ξεπεράσει το όριο του χρέους (60% του ΑΕΠ) θα πρέπει να απομειώνει κάθε έτος το 1/20 της διαφοράς του συνολικού χρέους από το επιτρεπόμενο. Για παράδειγμα, μία χώρα με 120% χρέος απαιτείται να το μειώνει κάθε χρόνο κατά 3% του ΑΕΠ.

* O Βαγγέλης Βιτζηλαίος είναι συντονιστής του Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων ΕΝΑ, υποψήφιος διδάκτορας Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

** Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 10ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του ΕΝΑ 

2023 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)