to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Το ΝΑΤΟ και η Κατασκευή του Εχθρού

H Μάργκα Φερέ, Συμπρόεδρος του transform europe!, σχολιάζει τη στρατιωτικοποίηση της Δύσης από το ΝΑΤΟ και αναλύει την ιδεολογική της βάση. Σε αυτό το πλαίσιο, ερευνά την κατασκευή του «άλλου» ως εχθρού και την αντίληψη της φυλετικής υπεροχής, που πρέπει να καταπολεμηθούν και τα δύο.


Τώρα που το ΝΑΤΟ επιθυμεί να επαναπροσδιοριστεί κάτω από τον ευφημισμό του Παγκόσμιου ΝΑΤΟ, δεν κρύβει σχεδόν καθόλου την πρόθεσή του να ενισχύσει για άλλη μια φορά τα όρια (τείχη) του πολιτικού του μπλοκ, μέσω ενός σεναρίου που βλέπει τον «άλλο» ως αντίπαλο, ως «εχθρό», προκειμένου να δικαιολογήσει την ύπαρξή του και, πάνω απ' όλα, τις τεράστιες αμυντικές του δαπάνες που έχουν αποβεί ακριβότερες από την ίδια του την ύπαρξη.

Διαβάζοντας τις τελευταίες Στρατηγικές Οδηγίες για την Εθνική Ασφάλεια του προέδρου Τζο Μπάιντεν  (2021), μπορούμε εύκολα να εξαγάγουμε το συμπέρασμα ότι προσπαθούν απεγνωσμένα να επιστρέψουν σε αυτό που θυμούνται ως τις ΗΠΑ του «πριν», του στρατηλάτη ενός «Pax Imperator» που καθόριζε τις τύχες του δυτικού ημισφαιρίου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και έφτασε στο πικ του στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Το πρόσφατα ανανεωμένο ΝΑΤΟ αναπολεί με μελαγχολία αυτό το παρελθόν.

Μετά την πτώση του Τείχους, το ΝΑΤΟ δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης, επομένως, ήταν και συνεχίζει να είναι σαφές ότι η ύπαρξή του ως στρατιωτικού οργανισμού οφείλει να έχει ερείσματα. Έτσι, παρουσιάζεται ως φορέας μιας ισχυρής άμυνας εναντίον... ενός εχθρού, μιας απειλής. Ο πραγματικός και ιδεολογικός αντίπαλος κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν ο κομμουνισμός. Μετά το τέλος αυτού του κεφαλαίου, ποιος θα είναι ο εχθρός; Ποιος είναι ο απέναντι ώστε να χρειάζεται να εξοπλιζόμαστε από τα νύχια ως την κορφή; Ποιος θα μπορούσε να είναι ο αντίπαλος που θα ένωνε τη Δύση υπό την αιγίδα του Πενταγώνου; Η δημιουργία ενός εχθρού, η αποανθρωποποίησή του, η υπερβολή και η δίωξή του είναι τα κοινά χαρακτηριστικά μιας πολεμοχαρούς σκέψης που, ας μην το ξεχνάμε ποτέ, στοχεύει σε μια πολιτική κυριαρχίας που είναι εγγενώς αντιδραστική.

Δεν είναι μόνο οι ΗΠΑ σε παρακμή ως η κυρίαρχη αυτοκρατορία, αλλά και η ίδια η ιδέα των ΗΠΑ ως του πιο ισχυρού έθνους στον κόσμο. Σε αυτό το άρθρο, δεν θα αναλύσω τις υλικές αιτίες που οδηγούν στη στρατιωτικοποίηση της Δύσης και τη νέα στρατηγική της Ατλαντικής Συμμαχίας, αλλά κυρίως τις δυο υπερ-δομικές ιδέες που χρησιμοποιούνται για να την αιτιολογήσουν πολιτισμικά και ιδεολογικά: την κατασκευή του «Άλλου» που πρέπει να ηττηθεί, και τη ρατσιστική υπεροχή για να το επιτύχει.

Μια σύντομη ιστορία του «Άλλου»

Είναι γνωστό ότι ο εχθρός κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου ήταν ο κομμουνισμός, με τη Δύση να αναπτύσσει έναν αντικομμουνιστικό ιδεολογικό μηχανισμό που περιλάμβανε, από τις πολιτικές διώξεις του μακαρθισμού μέχρι τις μυριάδες κινηματογραφικές ταινίες που κατασκεύασαν ένα συλλογικό φαντασιωσικό κακό το οποίο συνδέθηκε με την ΕΣΣΔ, προκειμένου να αιτιολογηθεί η κούρσα των εξοπλισμών.

Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, καθιερώθηκαν δύο στρατιωτικά δόγματα τα οποία πρέπει να ξαναθυμίσουμε γιατί, κατά κάποιον τρόπο, παραμένουν αρκετά επίκαιρα και σήμερα:

Το δόγμα της αμοιβαίας καταστροφής (MAD) καθιέρωνε την αντίληψη ότι, με δεδομένα τα πυρηνικά τους οπλοστάσια, οποιοδήποτε από τα αντιμαχόμενα μέρη διαθέτει πυρηνικά όπλα, μπορεί να οδηγήσει σε έναν αμοιβαίο αφανισμό. Αν και μπορεί να μας φαίνεται αρκετά παράλογο, αυτό είναι το ακρογωνιαίο δόγμα χάρη στο οποίο ασκείται η αποτρεπτική πολιτική των εξοπλισμών.

Ο Πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ προχώρησε ένα βήμα παραπέρα το 1954, όταν πρότεινε το δόγμα των μαζικών αντιποίνων, σύμφωνα με το οποίο οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια από τον εχθρό θα απαντηθεί πολύ πιο δυναμικά ή, με άλλα λόγια, δυσανάλογα. Θεωρήθηκε ότι στόχος ήταν η αποτροπή, με βάση το επιχείρημα ότι ο εχθρός θα παρέλυε από φόβο αν δεχόταν σκληρότερα χτυπήματα.

Και ενώ τα δύο αυτά στρατιωτικά δόγματα μπορεί να φαίνονται αρκετά μεσαιωνικά, συνεχίζουν να συνιστούν το βασικό επιχείρημα του ΝΑΤΟ, όχι πλέον για την αιτιολόγηση της ύπαρξής του, αλλά κυρίως για την αύξηση των παράλογων δαπανών του σε εξοπλισμούς και την άρνησή του να αποπυρηνικοποιήσει το οπλοστάσιό του.

Μετά την πτώση του Τείχους, η Κυβέρνηση Κλίντον καθιέρωσε έναν οδικό χάρτη με κριτήριο τα Κόκκινα Κράτη, κολλώντας την ετικέτα του εχθρού σε έναν κατάλογο χωρών που οι ΗΠΑ θεωρούσαν απειλή, ο οποίος συμπεριέλαβε πρώτα τη Βόρεια Κορέα, το Ιράκ, το Ιράν και τη Λιβύη. Με την πάροδο του χρόνου, προστέθηκαν και άλλες χώρες, παρότι ποτέ δεν καθορίστηκαν διαφανή κριτήρια και δεν ήταν ποτέ σαφές γιατί ορισμένα κράτη συνιστούσαν εχθρό, ενώ άλλα όχι. Υπήρχε πάντα η καχυποψία ότι η κατηγορία του Κόκκινου Κράτους αποτελούσε την τέλεια δικαιολογία για την εκτόξευση αντιβαλλιστικών πυραύλων κατά μη πυρηνικών απειλών και τη διατήρηση του γεωστρατηγικού ελέγχου της ενέργειας, κάτι που προφανώς δεν ειπώθηκε ποτέ ρητά.

Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου άνοιξαν την πόρτα σε έναν νέο ορισμό του «Άλλου» ο οποίος επικεντρωνόταν στον Άξονα του Κακού που καθιέρωσε ο Πρόεδρος Τζορτζ Μπους το 2002. Ο όρος αυτός ενέχει μια αναφορά στο παρελθόν, στις χώρες του Άξονα του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου και στην «αυτοκρατορία του κακού» της εποχής του Ρίγκαν, όρο που χρησιμοποίησε ο προκάτοχός του για την ΕΣΣΔ. Ο νέος άξονας του κακού (οι άλλοι, αυτοί που πρέπει να καταστραφούν) περιλάμβανε το Ιράν, το Ιράκ και τη Βόρεια Κορέα. Ο εχθρός ήταν «τα κράτη που ευνοούν την τρομοκρατία» και ο τρομοκράτης έγινε ο νέος αντίπαλος που έπρεπε να ηττηθεί, γεγονός που άνοιξε την πόρτα σε διάφορες εισβολές και σε μια άνευ προηγουμένου κατάργηση δικαιωμάτων και ελευθεριών σε καιρό ειρήνης.

Το δόγμα διατηρήθηκε σχεδόν μέχρι τις μέρες μας, όταν ο Τζο Μπάιντεν ανακοίνωσε ένα νέο δόγμα, με έναν άλλο εχθρό που πρέπει να καταπολεμηθεί: τα αυταρχικά κράτη εναντίον των δημοκρατικών κρατών. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα της στρατηγικής του ατζέντας που δεν προσπαθεί καν να κρύψει ότι η πρόταση στοχεύει σε έναν πόλεμο εναντίον της Κίνας. Προκειμένου να το επιτύχει, η πρόταση επιχειρεί να παρουσιάσει τις εχθροπραξίες ως έναν πόλεμο της φιλελεύθερης δημοκρατίας εναντίον των υπολοίπων. Η Σύνοδος Κορυφής για τη Δημοκρατία που διοργάνωσε ο Μπάιντεν ήταν ένα φιάσκο, αλλά αποτελούσε μια προσπάθεια των ΗΠΑ να προσδιορίσουν δυο αντίπαλα μπλοκ σε έναν κόσμο όπου η Κίνα είναι ο εχθρός που πρέπει να ηττηθεί, με το πρόσχημα ότι είναι -αυτό που στο κείμενό του αποκαλεί πολλές φορές- «αυταρχικό κράτος», μια ετικέτα που η Κίνα μοιράζεται μόνο με τη Ρωσία.

Ακόμη πιο διφορούμενο, αλλά εξίσου αποτελεσματικό, είναι το δόγμα «Δύση εναντίον Ανατολής» που κατασκευάζει ένα φανταστικό εχθρό ο οποίος πρέπει να ηττηθεί, με μπόλικες αποικιοκρατικές και ρατσιστικές προεκτάσεις που είναι αρκετά δύσκολο να αγνοηθούν.


Ο Άλλος, ο Εχθρός

Ένας από τους διανοούμενους που μελέτησαν καλύτερα την κατασκευή του «Άλλου» ως εχθρική απειλή που πρέπει να ηττηθεί, ή ακόμα και να εξοντωθεί, είναι η φιλόσοφος Χάνα Άρεντ που είχε προειδοποιήσει ότι, ακόμη και όταν αναλύουμε τον ναζισμό, «τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα από την ιδέα του ‘ή όλα ή τίποτα’ που στην ουσία απλοποιεί και στρεβλώνει, αντί να εξηγεί».1

Το ίδιο ισχύει και για την απλοϊκή κατασκευή από το Πεντάγωνο, της προκατάληψης απέναντι σε έναν αφηρημένο εχθρό (κομμουνιστές, Πούτιν, Κίνα, Βενεζουέλα, τρομοκρατία και, κατ' επέκταση, όποιου δεν τους καταδικάζει): «αυτοί» εναντίον «ημών» (των καλών παιδιών, όπως προσδιορίζονται, σε επίσημα κείμενα και στην πολεμική προπαγάνδα, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους) που βρίσκονται σε διαρκή απειλή. Σύμφωνα με την Άρεντ, απλοποιούν και στρεβλώνουν την πραγματικότητα προκειμένου να την προσαρμόσουν στα συμφέροντα του καπιταλισμού που τους στηρίζει, ενώ οι ίδιοι παρουσιάζονται ως θύματα. Επιτρέψτε μου να παραμείνω σε αυτό το σημείο, γιατί αποτελεί το θεμέλιο για την μαζική υποστήριξη που χρειάζονται, προκειμένου να κατευθύνουν το μίσος εναντίον του «άλλου».

Ένα ουσιαστικό κείμενο για την κατανόηση αυτής της ιδέας είναι το: TheReactionaryMind (Ο αντιδραστικός νους) του Κόρεϊ Ρόμπιν2, που αναλύει τη σκέψη του Ρεπουμπλικανικού κόμματος στις ΗΠΑ και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που η άρχουσα τάξη βασίζει την ατζέντα της στη θυματοποίηση.

Αυτή είναι η ακροδεξιά, ένας όρος που αφορά όσους αισθάνονται ότι είναι χαμένοι και, μη αντιλαμβανόμενοι την ταξική πάλη, αναζητούν την ταυτότητά τους, ή απλά ταυτίζονται με τη χαμένη θέση τους στον κόσμο. Ο Ρόμπιν μας υπενθυμίζει ότι η συντηρητική σκέψη βασίζεται στην εμπειρία του να έχεις (ή είχες) εξουσία, η οποία νιώθεις ότι απειλείται και θέλεις να την πάρεις πίσω. Αφορά τη διατήρηση της εξουσίας και της τάξης των πραγμάτων (με τη λέξη τάξη να νοείται εδώ ως ιεραρχία), όπου η δική τους εκδοχή του «εμείς» βρίσκεται πάντα υπό εξωτερική απειλή (πραγματική ή φανταστική: κομμουνιστές, οι Κινέζοι, μετανάστες, Άραβες τρομοκράτες, φεμινίστριες κ.λπ.) και ως εκ τούτου θυματοποιούνται. Είτε είναι πραγματικότητα είτε όχι, υπάρχει πάντα ο φόβος ότι κάποιος θα τους αφαιρέσει τα προνόμια, γεγονός που προκαλεί τη θυματοποίηση και την αντίδραση στην απειλή.

Τα παραπάνω συγκροτούν την ηθική τους και την ηθική δικαίωση της αρπακτικής τους δράσης. Δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα, αλλά σε ό,τι εκείνοι αναπαριστούν, επαναλαμβάνουν, εκτοξεύουν και επιβάλλουν ως πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα ιδεολογικό κατασκεύασμα, ένα καθαρό εποικοδόμημα, που συσκοτίζει, καλύπτει και κρύβει τη δράση του κεφαλαίου. Το ότι δεν είναι αλήθεια δεν σημαίνει ότι δεν λειτουργεί στη συλλογική φαντασία του κοινού στο οποίο στοχεύει, εκείνους που έχασαν κάτι ή αισθάνονται ότι έχασαν κάτι, είτε αυτό είναι υλικό, ή, πιο αφηρημένα, η θέση τους στον κόσμο. Αυτή η θυματοποίηση των ισχυρών στοχεύει στην ομογενοποίηση της δυσαρέσκειας απέναντι στους αδύναμους, μέσω μιας διαδικασίας αντίστροφης ταύτισης, διασφαλίζοντας ότι ολόκληρο το πολιτιστικό, πολιτικό και μιντιακό φάσμα μετακινείται σε πιο αντιδραστικές, ακόμη και βίαιες θέσεις.

Η κατασκευή του εχθρού είναι μια προβολή, και ο καλύτερος τρόπος για να την κατανοήσουμε είναι μέσω της ανάλυσης του ρατσισμού και της δουλείας, όπου η επιθυμία για ανωτερότητα λειτουργεί χάρη στην αντίστροφη ταύτιση: αν έχω έναν σκλάβο αυτό σημαίνει ότι είμαι ο κύριός του... Ακόμα κι αν δεν έχω τίποτα, θα είμαι πάντα καλύτερος από έναν μαύρο άνδρα ή γυναίκα. Η εκμετάλλευση και η δικαίωση της βίας λειτουργούν από κοινού: για να ενωθεί αυτό το «εμείς» πιστά γύρω από τους ισχυρούς, κατασκευάζεται η ιδέα ότι οι «άλλοι» είναι ικανοί να καταστρέψουν: ή εμάς τους ίδιους, ή τη θέση μας στον κόσμο.

Η Τζούντιθ Μπάτλερ, στο δοκίμιό της WithoutFear (Χωρίς Φόβο), ανακαλεί τον Σίγκμουντ Φρόιντ όταν αναλύει αυτή την προβολή:

«Η θεώρηση του άλλου ως φορέα καταστροφής είναι ένας μόνο από τους πολλούς τρόπους καταστροφής, κατηγοριοποίησης του άλλου ως ανάξιου να μας προκαλέσει λύπηση, ακριβώς επειδή δεν θεωρείται ζωντανός. Για τον εθνικό τρόπο ζωής, που είναι διαποτισμένος από φυλετική και εθνοτική φαντασμαγορία, οι προβολές και η αυτοάμυνα τείνουν να συμβαδίζουν, επιτελώντας το καταστροφικό τους έργο μαζί».3

Μια άλλη, Αμερικανίδα συγγραφέας, βραβευμένη με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και συγγραφέας του: TheOriginofOthers (Η προέλευση των άλλων), η Τόνι Μόρισον, θέτει το ερώτημα:

«Ποια είναι η φύση του βολέματος του να κατασκευάζεις τον ‘Άλλο’, ποια η γοητεία του, η ισχύς του (κοινωνική, ψυχολογική ή οικονομική); Μήπως είναι η συγκίνηση του ανήκειν -που σημαίνει ότι είσαι μέρος ενός συνόλου που είναι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου, και ως εκ τούτου ισχυρότερο;- [...] η κοινωνική/ψυχολογική ανάγκη της κατασκευής του «ξένου», του Άλλου, προκειμένου να ορίσουμε τον αποξενωμένο μας εαυτό».4

Ωστόσο, δεν είναι μόνο εκείνοι που ταυτίζονται με αυτό από φόβο μήπως χάσουν τα προνόμιά τους (πραγματικά ή υποθετικά) ή από την επιθυμία τους να ανήκουν στην κυρίαρχη ομάδα, διότι η διαστροφή υπερβαίνει τον πολεμοχαρή λόγο που διαχέεται από το ΝΑΤΟ: υπάρχουν και αυτοί που αν λυπηθούν τον ξένο, τον μισητό Άλλο, τον διωγμένο Άλλο, φοβούνται ότι θα γίνουν ένα με αυτόν. Αυτό είναι το έργο που τα μέσα ενημέρωσης επιτελούν με τόσο ζήλο, στην υπηρεσία του ρατσιστικού λόγου, για τον οποίο η ετερότητα είναι συνώνυμο της απειλής.


Το ΝΑΤΟ ως η πολεμική έκφραση της υπεροχής

Εκείνο που το κατασκεύασμα αυτό δεν κρύβει είναι η αίσθηση ανωτερότητας εκείνων στο ΝΑΤΟ που υποδεικνύουν και κατονομάζουν τους εχθρούς της Δύσης. Η παρακάτω διατύπωση είναι απόσπασμα από την εξαιρετική ανάλυση ενός άλλου φιλοσόφου, του Αλαίν Μπαντιού, για τις αραβικές εξεγέρσεις και την αντίδραση της Δύσης:

«Τελικά, οι κυβερνήσεις και τα μέσα ενημέρωσης μας έχουν παρουσιάσει μια απλή ερμηνεία των εξεγέρσεων στον αραβικό κόσμο. Αυτό που εκφράζουν είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ‘δυτική επιθυμία’, η επιθυμία μας να ενσωματωθούν επιτέλους στον πολιτισμένο κόσμο που οι Δυτικοί, οι αδιόρθωτοι απόγονοι των ρατσιστών αποικιοκρατών, είναι τόσο σίγουροι ότι εκπροσωπούν».5

Χρησιμοποιώντας τα επιχειρήματα και τα λόγια του Μπαντιού, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι, πίσω από την κατηγοριοποίηση του «Άλλου» κρύβεται ο φόβος των ισχυρών ελίτ ότι η εξουσία τους υπονομεύεται ή ότι έχει προκύψει μια άλλη μορφή υπέρμετρου θαυμασμού για τους αυτοκρατορικούς πολιτισμούς. Οι μη Δυτικοί, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, πρέπει να είναι σαν εμάς, μια αντανάκλαση του εαυτού μας στον καθρέφτη, ή τουλάχιστον, να έχουν την ευπρέπεια να ζηλεύουν και να θέλουν να γίνουν σαν «εμάς». Αν αυτό δεν συμβαίνει, αποτελεί πρόκληση που ερμηνεύεται ως απειλή: αν δεν είστε σαν εμάς, δεν μπορείτε να είστε ίσοι, ανθρώπινοι ή άξιοι λύπησης, όπως θα έλεγε η Μπάτλερ.

Μετά βίας κρύβουν την πληγωμένη περηφάνια τους που δεν είναι πλέον οι μόνοι κυρίαρχοι στον κόσμο. Ξέρουν ότι δεν είμαστε σε περίοδο ειρήνης, ότι ο φεμινισμός, ο αντιρατσισμός, τα ταξικά και άλλα κινήματα της εποχής μας τους πολεμούν και τους λοιδωρούν.

Χρησιμοποιώντας τον μηχανισμό ελέγχου του, το ΝΑΤΟ θα αναλάβει πιο απεγνωσμένες και βίαιες στρατιωτικές πρωτοβουλίες, με μια γλώσσα που δεν είναι πλέον τόσο πειστική όσο ήταν κάποτε: οι λευκοί δυτικοί άνδρες της αστικής τάξης ως μέτρο σύγκρισης για τον κόσμο, δεν ταιριάζουν στον 21ο αιώνα. Αν δεν είχαν τα οπλικά τους συστήματα, δεν θα ήταν πλέον, γι 'αυτό και τα χρησιμοποιούν. Αυτό είναι το ΝΑΤΟ: η λευκή υπεροχή σε παρακμή.

Βιβλιογραφικές αναφορές:

1) Arendt, H. (1963). Eichmann in Jerusalem, Νέα Υόρκη, εκδ. The Viking Press.

2) Robin, C. (2011). The Reactionary Mind, Οξφόρδη, εκδ. Oxford University Press.

3) Butler, J. (2020). The Force of Nonviolence, Λονδίνο/Νέα Υόρκη, εκδ. Verso.

4) Morrison, T. (2016). The Origin of Others, Χάρβαρντ, εκδ. Harvard University Press.

5) Badiou, A. (2012). The Rebirth of History, Λονδίνο/Νέα Υόρκη, εκδ. Verso.

tags: άρθρα

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)