to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

21:14 | 13.10.2013

Αθλητισμός

Ναι ρε Καπιτάνο!

(Από τον Γιόσεπ Σουνιόλ, στον Φραντσέσκο Τότι. Σκόρπιες θύμησες με φόντο το ποδόσφαιρο…)


Του Πάνου Ραμαντάνη

Την στιγμή που η «πολιτισμένη» δύση (σε επίπεδο ηγεσιών και, δυστυχώς, όχι μόνο) έχυνε κροκοδείλια δάκρυα για τον θάνατο εκατοντάδων μεταναστών στην Λαμπεντούζα, θάνατο που η ίδια υπέγραψε -και συνεχίζει να υπογράφει- με τις (γεμάτες αίμα)πολιτικές της, μια «παρέα» από 22 ανθρώπους (11 τύποι με το σήμα της Ρόμα και άλλοι 11 με το σήμα της Ίντερ Μιλάνου) κατέβαιναν στον αγωνιστικό χώρο του «Τζουσέπε Μεάτσα» φορώντας κάτι άσπρα φανελάκια που έγραφαν: La vita E´un Diritto Di Tutti #Lampedusa! Η ζωή είναι δικαίωμα όλων #Λαμπεντούζα, μεταφρασμένο στα ελληνικά. 

Για κάποιο λόγο, που ακόμα δεν έχω καταλάβει αλλά και που στην τελική δεν με ενδιαφέρει να καταλάβω, το μάτι μου ξεχώρισε τον Φραντσέσκο Τότι. Τον Καπιτάνο της ποδοσφαιρικής ομάδας της Ρόμα. Σίγουρα, δεν είναι η πρώτη φορά που αθλητής (και ειδικά για τον μεγαλωμένο με την φωτογραφία και την… «φωνή» του Μπερλινγκουέρ, Φραντσέσκο Τότι, που έχει να επιδείξει μπόλικες κοινωνικές και πολιτικές παρεμβάσεις στη Ρώμη και όχι μόνο) , ποδοσφαιριστής στη προκειμένη, προβληματίζει (τον κόσμο) και προβληματίζεται (ο ίδιος) με κοινωνικοπολιτικά θέματα. Όπως, επίσης, σίγουρα, δεν είναι και ιδιαίτερα συχνοί (πικρή αλήθεια δυστυχώς) τέτοιοι προβληματισμοί στον χώρο του αθλητισμού και πολύ περισσότερο του ποδοσφαίρου! Υπάρχουν, όμως... και αξίζει να θυμηθούμε κάποιες τέτοιες μορφές (ποδοσφαιριστές αλλά και παράγοντες) που με τους πολιτικούς και κοινωνικούς τους προβληματισμούς έγιναν και κάτι περισσότερο από ποδοσφαιρικά είδωλα.

Το ταξίδι στο χρόνο ξεκινά και το μυαλό γυρίζει στην δεκαετία του 30 και πιο συγκεκριμένα στον Γιόσεπ Σουνιόλ, πρόεδρο της Μπαρτσελόνα και βουλευτή της αριστεράς.  Μια σπουδαία προσωπικότητα, ένα τραγικό τέλος (εκτελέστηκε τον Αύγουστο του 36 από τα στρατεύματα του Φράνκο) και μια ιστορία άρρηκτα συνδεδεμένη με την Μπαρτσελόνα και την πολιτική της φύση. «Το να μιλάς για αθλητισμό σημαίνει να μιλάς για το έθνος, τον ενθουσιασμό για την αισιόδοξη πάλη των νιάτων. Το να μιλάς για εθνικότητα σημαίνει να μιλάς για τον καταλανικό πολιτισμό, τον φιλελευθερισμό, τη δημοκρατία και την πνευματική προσπάθεια» έλεγε ο Σουνιόλ. Το φασιστικό καθεστώς του Φράνκο προσπάθησε να διασύρει το όνομα του Σουνιόλ και να σβήσει την ιστορική μνήμη των Καταλανών, χαρακτηρίζοντάς τον «αντί-Ισπανό». Δεν μπόρεσε, όμως, να τον σβήσει από το μυαλό των Καταλανών, που έμεινε για πάντα στην σκέψη τους ως ο «πρόεδρος – μάρτυρας της Μπαρτσελόνα».

Λίγα χρόνια μετά την δολοφονία του Γιόσεπ Σουνιόλ, δύο για την ακρίβεια, ένας άλλος ποδοσφαιριστής πλήρωσε το τίμημα της πολιτικής του δράσης. Πιο συγκεκριμένα, στις 3 Απριλίου το 1938, (λίγο πριν είχε γίνει η κατάληψη της Αυστρίας από τους Ναζί), Αυστρία και Γερμανία βρέθηκαν αντιμέτωπες σε ποδοσφαιρικό αγώνα. Η Αυστρία θα κερδίσει με 2-0 και μετά την επίτευξη του γκολ, το αστέρι της, Ματίας Σίντελαρ, θα πανηγυρίσει έξαλλα μπροστά στους αξιωματικούς του ναζιστικού στρατού. Ο εβραϊκής καταγωγής Σίντελαρ, ήταν από τους πρωτοστάτες της αντίστασης της αντισημιτικής Γερμανίας του Χίτλερ. Όλα αυτά καθώς κι η άρνησή του να αγωνιστεί με τη γερμανική εθνική το 1939, θα εξοργίσουν τους ανθρώπους της Γκεστάπο, που θα μεθοδεύσουν τον θάνατό του. Έτσι, θα βρει τραγικό τέλος στο σπίτι του μαζί με τη σύντροφό του, από δηλητηριώδη αέρια. Μέχρι και σήμερα, ο Ματίας Σίντελαρ ,θεωρείται ο καλύτερος Αυστριακός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών.

Τις περισσότερες περιπτώσεις πολιτικοποιημένων ποδοσφαιριστών είχε να δείξει η δεκαετία του 70, γεγονός, βέβαια, που δεν εκπλήσσει ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς το τι είχε συμβεί την προηγούμενη δεκαετία. Μάης του 68, Άνοιξη της Πράγας, Κομμούνα της Σαγκάης, κορύφωση του Αντιπολεμικού Κινήματος έδιναν την απαραίτητη ώθηση στην πολιτικοποίηση κάθε λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου. Εμβληματική φιγούρα των 70’s  ήταν ο Πολ Μπράιτνερ.  Λάτρης του Μάο Τσε Τούνγκ, μόνιμα ερωτευμένος με τον Μάη του 68, πολιτικός φίλος του Ρούντι και δηλωμένος άθεος. Δεν δίστασε, μάλιστα, να διαδηλώσει για τις απαράδεκτες συνθήκες κράτησης στα λευκά κελιά της ομάδας Μπάαντερ – Μάινχοφ! Όλα αυτά και άλλα τόσα ήταν ο… Βαυαρός Πολ Μπράιτνερ (δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Μπράιτνερ καταγόταν από την άκρως συντηρητική Βαυαρία), ο οποίος σε κάθε του συνέντευξη δεν έχανε την ευκαιρία να δείχνει τα αντικαπιταλιστικά του αισθήματα, και τις ανατρεπτικές τους θέσεις σχετικά με την θρησκεία. Στην ιστορία, πάντως, έμεινε και για την άρνηση του να συμμετάσχει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, θέλοντας να μποϊκοτάρει τον θεσμό που διεξαγόταν στην Αργεντινή του δικτάτορα Βιντέλα.

Δυο άλλες ξεχωριστές περιπτώσεις ποδοσφαιριστών με έντονη πολιτική και κοινωνική δράση κατά την δεκαετία του 70 ήταν ο Ιταλός μέσος Πάολο Σολιέ, ο Γερμανός τερματοφύλακας Φόλκερ Ίπιγκ (θα μπορούσε να πει κανείς πως ο Ίπιγκ ήταν πιο πολύ παιδί των 80’s καθώς τότε έγινε ιδιαίτερα γνωστός…). Για τον Σολιέ κομβική χρονιά θα αποτελεί το 1968, χρονιά που αποφάσισε να ασχοληθεί πιο επαγγελματικά με το ποδόσφαιρο. Μια  χρονιά, όμως, που τον στιγμάτισε και πολιτικά, λόγω του ξεσπάσματος του Γαλλικού Μάη. Ο Σολιέ, στην ουσία, «μπλέχτηκε» με το ποδόσφαιρο γιατί όπως ο ίδιος δήλωνε, ήθελε να αντιστρέψει την ιδιότητα του αθλήματος ως «το όπιο του λαού», που αποπροσανατολίζει τον κόσμο από τα υπόλοιπα προβλήματα. Σε κάθε του εμφάνιση στα γήπεδα, προσπαθούσε να περνάει τα δικά του μηνύματα πάντα με σηκωμένη την αριστερή γροθιά στον αέρα.

Η δεύτερη περίπτωση, αυτή του Γερμανού Φόλκερ Ίπιγκ, είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή. Αναρχικός και ελεύθερο πνεύμα ο τερματοφύλακας της ΦΚ Ζανκτ Πάουλι, ο οποίος αξίζει να σημειωθεί ότι έμενε σε οίκημα που τελούσε υπό κατάληψη, ήταν άνθρωπος των έργων και δεν έμενε μόνο στις θεωρίες. Συχνά πυκνά παρατούσε την ομάδα (κάποτε έλλειψε για, σχεδόν, ένα χρόνο!) για να συμμετέχει σε ανθρωπιστικές εκστρατείες σε χώρες της Λατινικής και Κεντρικής Αμερικής, όπως τη Νικαράγουα και το Μεξικό. Λόγω ενός τραυματισμού, ο Ίπιγκ, αναγκάσθηκε να αποσυρθεί σε αρκετά μικρή ηλικία (ήταν μόλις 29 ετών) από το ποδόσφαιρο. Ποτέ, όμως, δεν αποσύρθηκε από τις κοινωνικές του δράσεις…

Η δεκαετία του 80 είχε και αυτή τα δικά της πολιτικοποιημένα ποδοσφαιρικά είδωλα. Ένας, όμως, ξεχώρισε: Ο βραζιλιάνος μάγος της μπάλας Σόκρατες. Ο αρχηγός της Βραζιλίας στο Μουντιάλ του 1982 ήταν ένας πραγματικός ηγέτης τόσο εντός όσο κι εκτός γηπέδου. Ο Σόκρατες ήταν ένας ιδιαίτερα καλλιεργημένος άνθρωπος. Αριστερός με πολιτικές και κοινωνικές δράσεις ο Σόκρατες δεν θα διστάσει να τα βάλει με το καθεστώς της χώρας του. Με μια πρωτοποριακή κίνηση (δεν υπάρχει αντίστοιχη μέχρι σήμερα), θα ιδρύσει στην ομάδα του την Κορίνθιανς, την περίφημη «Δημοκρατία της Κορίνθιανς». Η ομάδα θα μετατραπεί σε κολεκτίβα, οι παίκτες θα έχουν τις μετοχές της, το συμβούλιο θα απαρτίζεται από όλα τα μέλη που εργάζονται σε αυτή! Σε κάθε αγώνα τα αντιδικτατορικά πανό θα δέσποζαν στο γήπεδό της, ενώ οι παίκτες της θα αγωνίζονταν με φανέλες που έγραφαν την λέξη «Δημοκρατία»…

Φτάνοντας στις μέρες μας, πέρα απ’ τον Καπιτάνο της Ρόμα Φραντσέσκο Τόττι, δύο άλλες μορφή που ξεπετάχθηκαν από την… «πολιτική λογική του ποδοσφαίρου» ήταν ο Χαβιέ Ζανέτι και ο Κριστιάνο Λουκαρέλι.  

Ο Χαβιέ Ζανέτι γεννήθηκε στην Αργεντινή λίγα χρόνια μετά την δολοφονία του Τσέ. Η φιγούρα του Αργεντινού επαναστάτη ήταν αυτή που «μεγάλωσε» τον Χαβιέ, όπως μεγάλωσε (και συνεχίζει να μεγαλώνει) γενιές παιδιών στην Λατινική Αμερική και όχι μόνο. Ακόμα και όταν ο Ζανέτι μεταγράφηκε στην Ίντερ Μιλάνου, ουδέποτε ξέχασε την πολύπαθη Λατινική Αμερική. Φιλανθρωπικές οργανώσεις, λεφτά σε ιδρύματα και πολιτικές κινήσεις, ήταν μόνο λίγες από τις πολιτικές τους κινήσεις. Αυτό, όμως, που τον έκανε ευρέως γνωστό και γνωστοποίησε, ουσιαστικά, τις πολιτικές στου σκέψεις, ήταν η σχέση που ανέπτυξε με το κινήμα των Ζαπατίστας, στο Μεξικό. Ο Ζανέτι όχι μόνο δεν αρνήθηκε ποτέ τη σχέση του μαζί τους, αλλά αντιθέτως, επιδίωξε τη διεξαγωγή φιλικού της Ίντερ επί μεξικανικού εδάφους, με σκοπό την ενίσχυση του αγώνα των Ζαπατίστας για διάφορα κοινωνικά θέματα. Μια ενέργεια, όμως, που τελικά δεν καρποφόρησε.

Ο Λουκαρέλι, με την σειρά του, μεγάλωσε με δυο αγαπημένες ιδέες στο μυαλό του. Το ποδόσφαιρο και τον Κομμουνισμό. Παιδικό του ίνδαλμα ο Τσε, τον οποίο ο Λουκαρέλι δεν «αποχωριζόταν», σχεδόν, ποτέ, καθώς φορούσε πάντα μια μπλούζα με το πρόσωπό του, κάτω από τις αθλητικές εμφανίσεις τους. Μάλιστα, μια τέτοια μπλούζα, θα του στερήσει για 8 χρόνια τη δυνατότητα να αγωνιστεί με την εθνική, αφού σε αγώνα με την Ιταλία U21, το 1997, και μετά από γκολ του, θα σηκώσει τη φανέλα του για να δείξει το πρόσωπο του Τσε. Η ομοσπονδία θα τον τιμωρήσει για αυτή του την κίνηση, και μόνο το 2005, όταν πλέον αποτελούσε ένα από τα καλύτερα φορ της Ιταλικής λίγκας θα επιστρέψει στην εθνική με προπονητή τον Μαρσέλο Λίπι. Κατά την διάρκεια της καριέρας του δεν δίστασε ποτέ να… «φωνάξει» τις σκέψεις του! 

Αυτά ήταν κάποιες (και δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλές…) από τις «πολιτικές φιγούρες» των ποδοσφαιρικών γηπέδων που μου ήρθαν στο μυαλό!  Άνθρωποι που δεν τους ενδιέφερε, αποκλειστικά και μόνο, η εύρεση χορηγών, που δεν κυνηγούσαν απλά μια μπάλα χορτάρι, που δεν ξυπνούσαν και ανέπνεαν μόνο για τα πλούτη, που δεν ζούσαν για την αθλιότητα του life style, που προσπαθούσαν να ονειρεύονται πέρα από τις κερκίδες και το… «βουητό», που ζούσαν στο πλανήτη γη και όχι σ’ έναν «προκατασκευασμένο» δικό τους κόσμο.

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)