to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Μια εξαιρετικά απλή δουλειά;

Ένα ενδιαφέρον έργο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη σε μια αμήχανη παράσταση στο Studio Μαυρομιχάλη, σε σκηνοθεσία Ορέστη Τάτση.


Χτυπάει το τηλέφωνο. Ο ηθοποιός σηκώνει το ακουστικό και μιλάει. Ανεξάρτητα από το αν στη άλλη άκρη της γραμμής υπάρχει κάποιος, η αληθοφάνεια της σκηνής δεν κινδυνεύει καθώς οι θεατές στην απόσταση που βρίσκονται, έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσαν να τον ακούσουν.

Στη συνέχεια, όμως, ο ηθοποιός αρχίζει να μιλάει μόνος του επί σκηνής. Είναι φανερό ότι δεν απευθύνεται στους θεατές. Σε ποιον, λοιπόν, μιλάει; Σε ποιον τα λέει; Και γιατί λέει όσα λέει;

Η σκηνική δράση δεν μας δίνει κάποια απάντηση. Επί πάγκου κείται σώμα, άγνωστο τι, αλλά μοιάζει με ανθρώπου, καλυμμένο με σεντόνι.  Αντίθετα από το «σκοτάδι» που καλύπτει την τηλεφωνική συνομιλία αυτό που είναι κάτω από το σεντόνι είναι μετά βεβαιότητας άψυχο.

Αν λοιπόν κανείς μιλάει με εντελώς ρεαλιστικό τρόπο στο τηλέφωνο, πώς εξακολουθεί να μιλάει με τον ίδιο τρόπο και σε ένα άψυχο σώμα, –ας υποθέσουμε– πτώμα; Κάποιο δραματικό συμβάν θα πρέπει να του έχει συμβεί. Αντίθετα, όμως, από ό,τι συνέβαινε στο έργο του Ευθύμη Φιλίππου, «Διάφορες επιλογές Πέτρος», όπως ανέβηκε στο θέατρο Τέχνης, από την Αργυρώ Χιώτη, στο οποίο ο ηθοποιός απευθυνόταν εντελώς ψύχραιμα στους θεατές έχοντας διαπράξει ένα ειδεχθές έγκλημα, το οποίο μοιράζεται εξαρχής με το κοινό, ο ηθοποιός στο έργο του Κωσταντίνου Τζαμιώτη, «Μια εξαιρετικά απλή δουλειά», που παίζεται στο Studio Μαυρομιχάλη, σε σκηνοθεσία Ορέστη Τάτση, δεν μοιράζεται με το κοινό το δράμα του, παρά προς το τέλος της παράστασης.

Πιθανώς αυτός να είναι και δραματουργικά ο λόγος που είναι δύσκολο να ενδιαφερθεί κανείς για τον μονόλογό του. Διάφορες παραστατικές επιλογές του σκηνοθέτη ή του θιάσου δυσχεραίνουν περαιτέρω την επικοινωνία με το έργο. Στο θεατρικό κείμενο δεν είναι σαφές το πού απευθύνεται ο ήρωας, οπότε εύλογα ο αναγνώστης του μπορεί να θεωρήσει ότι απευθύνεται στον ίδιο (στο κοινό). Ωστόσο, στην παράσταση αυτό δεν συμβαίνει. Το κλειστό κύκλωμα που δημιουργείται επί σκηνής –απουσία κάποιου δεδηλωμένου δράματος είτε της πειστικής υπόκρισης ενός εσωτερικού διλήμματος– αφήνει εντέλει τον θεατή αδιάφορο.

Αν προεκτείναμε τη σκηνή του τηλεφώνου –το μηχανισμό αληθοφάνειάς της– στα όσα συμβαίνουν στη συνέχεια, αναζητώντας εκείνα τα στοιχεία που θα έκαναν τουλάχιστον πιστευτή τη σκηνή, θα μπορούσαμε να φανταστούμε όλα να λέγονται στο σκοτάδι είτε κάτω από το σεντόνι να υπάρχει κάτι που αναπνέει.

Μπορεί κανείς να διαφωνήσει λέγοντας, και πώς θα έπρεπε να είναι κάποιος που του έχει συμβεί ένα δραματικό συμβάν; Θα έπρεπε να είναι κόκκινος σαν παντζάρι ή να βγάζει καπνούς από τη μύτη του; Η απάντηση έχει να κάνει με τη φόρμα, τη μορφή που επιλέγει ο δημιουργός της παράστασης να δώσει στο έργο.

Το μόνο που μοιράζεται ο θεατής στην παράσταση στο Studio Μαυρομιχάλη είναι την αγωνία του ηθοποιού, Δημήτρη Μηλιώτη, που πασχίζει να  πει τα λόγια του πέρα από οτιδήποτε άλλο ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται.

Η mise-en-scène είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν τον βοηθάει στο να δημιουργήσει επί σκηνής μια αυθεντική δραματική κατάσταση.

Όπως επίσης δεν τον βοηθάει και η απουσία δράσης. Από τα λόγια του ήρωα θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει πως πάσχει από σύνδρομο κατωτερότητας ή το ίδιο από την ανάποδη, πως βρίσκεται σε παράκρουση μεγαλείου, «και ας ξέρω πως δεν υπάρχει θλιβερότερο συναίσθημα απ’ τη μοναξιά του ικανού που προσδοκά την αναγνώριση του ανάξιου…». Σ’ αυτό μάλιστα το σημείο όντως θυμίζει τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι στο «Υπόγειο», ένα απόσπασμα από το οποίο ακούγεται από το ραδιόφωνο στην αρχή του έργου. Δυστυχώς, όμως, αυτό το κλείσιμο του ματιού στους γνώστες του έργου του Ντοστογιέφσκι (που έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στο θέατρο) δεν επαρκεί για να συνδεθεί ο θεατής με τα τεκταινόμενα στην παράσταση. Από τις ελάχιστες δράσεις του ήρωα, δε, βάζει και βγάζει και ξαναβάζει μια μπλε ποδιά, ίσως πρόθεση είναι να φάνει μια ψυχαναγκαστική διάσταση του χαρακτήρα του, αλλά αυτό δεν είναι σαφές.

Τα σκηνικά του Κώστα Γράβου, εξάλλου, είναι μάλλον διακοσμητικής φύσης. Το κατακόρυφο σχοινένιο πλέγμα που διαχωρίζει τους θεατές από τη σκηνή, και μοιάζει με εκείνα τα πλέγματα στα γήπεδα τένις για να μην χάνεται το μπαλάκι, πέρα από μια, ας πούμε, φλύαρη οριοθέτηση του χώρου σε ένα από εδώ και ένα από εκεί δεν αποδεικνύεται να έχει κάποιο άλλο νόημα (συν ότι δυσκολεύει τη θέαση). Κάποιες λευκές ορθογώνιες πινακίδες με ένα ένθετο μαύρο ορθογώνιο, οι οποίες κείνται στο δάπεδο και μια όμοια όπισθεν του πάγκου μένουν ερμητικές (ως προς το νόημά τους) ως το τέλος της παράστασης. Ενώ η ραφιέρα τύπου IKEA, που υπάρχει στο άλλο άκρο της σκηνής, με τα διάφορα πλαστικά μπουκάλια δεν προσφέρει κάτι παραπάνω στο σύνολο.

«Για τρελούς μας περνάς; Με ρώτησαν όταν με είδαν να αμφιβάλλω… σκέψου τις επιπτώσεις, ψέλλιζε ο ένας… φαντάσου το μέγεθος της αναστάτωσης έτσι και διαρρεύσει το παραμικρό μουρμούριζε ο άλλος….»

Η αδυναμία της δραματουργίας, της σκηνοθεσίας ή του ηθοποιού να κερδίσει το ενδιαφέρον του θεατή αναδεικνύει και ορισμένα χαρακτηριστικά του κειμένου που δύσκολα κανείς θα μπορούσε να πει θεατρικά, όπως «ψέλλιζε ο ένας», «μουρμούριζε ο άλλος», που περισσότερο μοιάζουν με σκηνοθετικές οδηγίες ή εν πάση περιπτώσει θα απαιτούσαν μια διαφοροποίηση στο παίξιμο για να έχουν θεατρικότητα.

Ενδιαφέρον έχει το τέλος του έργου: «Το λέω σε όλους: Δεν μπορώ να σας προσφέρω περισσότερα από μία ψευδαίσθηση… μη σας ξεγελά η ιδιότητά μου, δεν γνωρίζω τίποτα για τη ζωή… ίσως γι’ αυτό μάχομαι τόσο επίμονα την απουσία της… θα ’πρεπε να το ξέρετε ήδη, εμφανίζομαι εκεί όπου η ζωή έχει πια χαθεί… είναι απλό, η δουλειά μου είναι εξαιρετικά απλή… αξιοποιώ όσα γνωρίζουν ή πιστεύουν πως γνωρίζουν οι άλλοι για τη ζωή… μπορεί να μην ακούγεται σπουδαίο, αλλά είμαι ο καλύτερος σ’ αυτό», όπου αντί του ήρωα, πολύ εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τον συγγραφέα στη θέση του να μιλά και να εξομολογείται τα σχετικά με το βάσανο και τη βάσανο της γραφής.

Όχι, μόνον αυτό, όμως. Το θεατρικό έργο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη έχει πολλές αρετές, που δυστυχώς δεν αναδεικνύονται με το ανέβασμα στο Studio Μαυρομιχάλη. Η υπόθεση του έργου, το σκήνωμα ενός μοναχού, το όποιο θεωρείται πως ως εκ θαύματος δεν σαπίζει, αλλά τουναντίον αρχίζει να ζέχνει λόγω της αποσύνθεσής του και οι της εκκλησίας αρμόδιοι που το έχουν εκθέσει στους πιστούς (το θαύμα), αποφασίζουν να το μεταφέρουν κρυφά σε έναν ταριχευτή να το ταριχεύσει ώστε να το διασώσει εις την αιωνιότητα και ώστε να μην τρωθεί η του θαύματος αφήγηση, διαθέτει κάτι ελκυστικό.

«Κάθε φράση που γράφεται, οφείλει μυστικά να εκκινεί από μια επιθυμία αλλαγής του Κόσμου», λέει σε μια πρόσφατη συνέντευξή του ο συγγραφέας και αν μ’ αυτό ως κλειδί δούμε το συγκεκριμένο έργο του, εύλογα θα αναρωτηθούμε τι ακριβώς θέλει να αλλάξει μ’ αυτό;

Αν μ’ αυτό θέλει να στηλιτεύσει την υποκρισία της Εκκλησίας, μάλλον δεν προσφέρει πολλά επί του θέματος, αλλά ας δεχτούμε ότι βάζει ένα λιθαράκι στην απομυθοποίησή της. Ωστόσο από τα λόγια του ήρωά του συμπεραίνουμε πως ο «Άγιος» όντως ήταν κάποιος που πρόσφερε πολλά στην κοινότητα κατά τη διάρκεια της ζωής του. Εξ ου νέα ενδιαφέροντα διλήμματα γεννιόνται ως προς τη σκοπιμότητα της απομυθοποίησης.

Εν κατακλείδι, το έργο «Μια εξαιρετικά απλή δουλειά» είναι ένα ενδιαφέρον κείμενο που δεν ευτύχησε στη σκηνική του μεταφορά.

Φωτογραφία: Χριστίνα Χρυσανθοπούλου

2022 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)