to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Το μέγεθος μετράει: Με αφορμή την παράσταση Elenit του Ευριπίδη Λασκαρίδη

Υπάρχει μια κρίσιμη τιμή, την οποία εάν υπερβεί ένα ποσοτικό χαρακτηριστικό αποκτά ποιοτικό έως και ειδοποιό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβάλει την ίδια την ταυτότητα αυτού που περιγράφει.


René Magritte, Les valeurs personnelles (1952)


«Σκοτάδι πίνω για πιοτό, πω πω πω, πω πω πω!»
Ποιητής Φανφάρας

Υπάρχει μια κρίσιμη τιμή, την οποία εάν υπερβεί ένα ποσοτικό χαρακτηριστικό αποκτά ποιοτικό έως και ειδοποιό χαρακτήρα, δηλαδή μεταβάλει την ίδια την ταυτότητα αυτού που περιγράφει.
Αν κοιτάξουμε μια φωτογραφία του πίνακα «Η μάχη του Αούστερλιτς» του Gérard , σε μια εγκυκλοπαίδεια, ο αντίκτυπος είναι πολύ διαφορετικός  από ό,τι αν σταθούμε μπροστά στο έργο, στις Βερσαλλίες, και το δούμε στις πραγματικές του διαστάσεις: 5,10 × 9,58  μ. Παρότι η φωτογραφία επιγράφεται με τον ίδιο τίτλο, είναι άλλο έργο.
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου σε μια δημόσια διάλεξή του ισχυριζόταν πως η κακοδαιμονία των ελλήνων ηθοποιών είναι πως το μεγαλύτερο μέρος της θεατρικής τους ζωής παίζουν σε απόσταση αναπνοής από τους θεατές (σχεδόν τους φτύνουν μιλώντας) και μια φορά –ίσως– βρίσκονται σ’ ένα «γήπεδο» σαν την Επίδαυρο, που απαιτεί έναν διαφορετικό κώδικα παιξίματος, τον οποίο αγνοούν.
Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης δεν είναι ακριβώς ηθοποιός ούτε έλληνας (με την περιοριστική σημασία αυτών των λέξεων), είναι ένας διεθνής καλλιτέχνης. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του έργου του είναι οι ανδρόγυνες μορφές που ενσαρκώνει και σκηνοθετεί. Μορφές που υπερβαίνουν εντέλει τις διαιρέσεις του φύλου και αναδεικνύουν μια υπέρ-φυλη ανθρώπινη μορφή.
Στο πρώτο του σκηνικό έργο «Relic» (απολίθωμα), ένα ενδιαφέρον σημειολογικά στοιχείο ήταν μία, θα λέγαμε, ελληνική σύμπτωση, κατά την οποία ο ήρωας ξαπλωμένος αγκαλιά με μια προτομή (πιθανώς του Ερμή), έτρωγε (μάλλον) πίτσα και έβλεπαν μαζί μια μελοδραματική ταινία σ’ ένα λάπτοπ. Η άφυλη περσόνα του Λασκαρίδη με τη λευκή προτομή, σε μια οικεία κατά τα άλλα περίσταση για τους σημερινούς νέους και νέες, συνιστούσε μια συνομιλία με την ελληνική πολιτιστική κληρονομιά έξω από την κατεστημένη σοβαροφάνεια (των ΜΜΕ, του εκπαιδευτικού συστήματος, των πολιτικών κ.ά.). 
Ένα άλλο χαρακτηριστικό εκείνης της παράστασης ήταν πως ο ήχος και το φως αποτελούσαν συμπαίκτες του ήρωα, τους οποίους ενίοτε τιθάσευε με χειρονομίες, «καταργώντας» τη διαμεσολάβηση των τεχνικών.  Αυτή η χρήση του ελέγχου και της απώλειάς του έκαναν τον ήρωα επιπρόσθετα οικείο την περίοδο που ο έλεγχος της ζωής των περισσοτέρων κλονιζόταν από την κατάργηση των κοινωνικών συμβολαίων που επέφερε η οικονομική κρίση.
Η επιλογή, τέλος, του Bios, μιας παλιάς βιοτεχνίας που έχει μετατραπεί σε χώρο τέχνης για την τρίτη παράσταση του έργου στην Ελλάδα, αυτός ο «βρόμικος» χώρος, με το πλήθος άσχετων ερεθισμάτων, ενέτεινε αυτήν την αίσθηση οικειότητας καθώς τα πρωτόκολλα του κανονικού θεατρικού χώρου εδώ σε μεγάλο βαθμό εκλείπουν και λόγω του μικρού μεγέθους της σκηνής (όπως είχε διαμορφωθεί), όντως ένιωθε κανείς την ανάσα του ερμηνευτή.
Η δεύτερη σκηνική παράσταση του Λασκαρίδη, οι Τιτάνες, δεν παίχτηκε σε μικρή σκηνή (στην Ελλάδα τουλάχιστον). Εδώ τα πρόσωπα έγιναν δύο, κατ’ όνομα. Στο σκοτεινό σύμπαν της παράστασης, το δεύτερο πρόσωπο υπήρξε σχεδόν αθέατο, και με τη δράση του, έφερε τον τεχνικό που είχε «εξοριστεί» στο προηγούμενο έργο, τώρα επί σκηνής. Ο διαρκής δε ημιφωτισμός της είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εστιών ενδιαφέροντος, αναιρώντας το μεγάλο της μέγεθος.
Αν κάτι θα μπορούσε να συμπυκνώσει την εικόνα εκείνης της σύνθεσης, είναι πιθανόν ο ανδρόγυνος ήρωας που κάνει τραμπάλα, τρώγοντας απολαυστικά ένα πορτοκάλι και φτύνει τα κουκούτσια: η αθώα γελοιότητα (που υπονοεί την αθώα κακότητα) σε ένα ασπρόμαυρο σύμπαν έντονων αντιθέσεων.  Σ’ εκείνη την παράσταση οι ελληνικές αναφορές εξέλειπαν. Η όλη σύνθεση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εικαστική, καθώς το δράμα, αν υπήρχε, δεν έφτανε στον θεατή με συμπεριληπτικό τρόπο.
Σήμερα, στο «Elenit» που παρουσιάζεται στη μεγάλη σκηνή της Στέγης Ωνάση, φωτισμένη, ο Λασκαρίδης εξακολουθεί να κρατά τον, θα λέγαμε, πρωταγωνιστικό ρόλο. Ήδη από τον τίτλο φαίνεται να επιστρέφει στην Ελλάδα καθώς, αν μη τι άλλο, υπάρχει μια συνήχηση των λέξεων. Με τον προσωπικό, υπονομευτικό της σοβαροφάνειας, τρόπο του δημιουργού, όπως μαρτυρούν και οι κίονες στο τελευταίο μέρος της παράστασης, που είναι κατασκευές φτιαγμένες από πολυεστερικό υλικό.
Στην παράσταση του Λασκαρίδη (χορός για τη Στέγη, χορευτική performance για άλλους) μετέχουν εννιά, συν τον δημιουργό, ερμηνευτές, που επαμφοτερίζουν μεταξύ αφηγηματικού και μη τρόπου. Είναι ασφαλώς χαριτωμένο και συχνά διασκεδαστικό θέαμα, με δεδομένη την αρτιότητα της παραγωγής, και της εξαιρετικής, ομολογουμένως, ακρίβειας των ερμηνευτών στις δράσεις τους. Ακόμα, όμως, και εκπληκτικές εικόνες στο κάδρο της «καθαρής» σκηνής της Στέγης χάνουν τη χειροποίητη μαγεία τους και την επιδραστικότητά τους.
Λένε ότι ένας νέος συγγραφέας συνάντησε τον Ντοστογιέφσκι σε μια κοινωνική εκδήλωση, και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να διαβάσει το μυθιστόρημά του και να του πει τη γνώμη του. Ο μεγάλος δημιουργός συμφώνησε. Όταν πέρασε καιρός, και ο νέος δεν έλαβε καμία απάντηση, πήγε στο σπίτι του συγγραφέα. «Νέε μου, αν μπορείτε να γράψετε ένα μυθιστόρημα –όπως κάνατε – με δεκαοχτώ πρόσωπα, τι να σας πω εγώ; Με ξεπερνάτε».
Είναι δεδομένο πως το πλήθος των προσώπων επιζητεί μια αντίστοιχα αναπτυγμένη δραματουργία (δραματουργία: Αλέξανδρος Μιστριώτης). Όταν υπάρχει ένα πρόσωπο σε μια μικρή σκηνή, ακόμα και ασύνδετες (και φαρσικές) εικόνες, που χαρακτηρίζουν τα έργα του Λασκαρίδη, συνδέονται υπογείως από το ένα και μόνο πάσχον πρόσωπο, που συνιστά τον δραματουργικό ιστό της παράστασης. Όταν, όμως, τα πρόσωπα πολλαπλασιάζονται και η σκηνή μεγαλώνει, για να διατηρηθεί η απαραίτητη –έστω και υπόγεια– συνοχή απαιτούνται πλήθος δραματουργικά νήματα που να συνδέουν αυτά τα πρόσωπα.
Στο Elenit ενδιαφέρουσες εικόνες μένουν σε μεγάλο βαθμό ασύνδετες, και αν δημιουργούν κάποιες εξελισσόμενες ιστορίες, απουσιάζει αυτό που τις συνδέει, με αποτέλεσμα να φαίνονται άσχετες μεταξύ τους και να δημιουργούν σύγχυση. Όπως για έναν δημιουργό, υπάρχει μια στάθμη χάους που είναι παραγωγική, το ίδιο και για έναν θεατή, υπάρχει μια στάθμη χάους με την οποία μπορεί να συνομιλήσει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ακατανοησίας που προκύπτει είναι το αντίγραφο σε μικρό μέγεθος της «Νίκης της Σαμοθράκης», που εμφανίζεται κάποια στιγμή έκθετο στο προσκήνιο της σκηνής. Και το χάος επιτείνεται από την περιβάλλουσα κανονικότητα.
Η ρέιβ παρέλαση με την κόκκινη σημαία (σημείο – σύμβολο των αριστερών κινημάτων) και ο συνακόλουθος κανιβαλισμός της  προκαθήμενης  περσόνας, στο βαθμό που συνομιλεί με τα ελληνικά πράγματα, προσφέρει σε όσους αγάπησαν την ανατρεπτικότητα του Λασκαρίδη μια αίσθηση ανάλογη μ’ εκείνην που ένιωσαν για τον Αρκά του Show Business όταν έγινε «πολιτικός».
Εντέλει η μεγέθυνση στο έργο του Λασκαρίδη θέτει πιθανώς πολλά επίδικα για να φτάσει στο τέρμα των προθέσεών του δημιουργού. Παρ’ όλες, όμως, τις όποιες αστοχίες της, η παράσταση εξακολουθεί να μας συστήνει μια νέα και ενδιαφέρουσα γλώσσα, που αξίζει κανείς να ακούσει και να δει.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)