to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

12:21 | 21.05.2018

Κοινωνία

Με τον φακό του Left.gr: «Μέτωπο φεμινιστικής δράσης για το τέλος της ανοχής στην έμφυλη βία»

Το Τμήμα Φεμιστικής Πολιτικής/Φύλου του ΣΥΡΙΖΑ και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) συνδιοργάνωσαν το Σαββατοκύριακο 28 και 29 Απριλίου διημερίδα για τη φεμινιστική δράση κατά της έμφυλης βίας, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων


Ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι εργασίες της διημερίδας με θέμα: «Μέτωπο φεμινιστικής δράσης για το τέλος της ανοχής στην έμφυλη βία» που συνδιοργάνωσε το Τμήμα Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου ΣΥΡΙΖΑ και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) το προηγούμενο Σαββατοκύριακο (28-29/4).

Τα θέματα που απασχόλησαν τις εργασίες της διημερίδας ήταν η βία κατά των γυναικών: Προσεγγίσεις από φεμινιστική σκοπιά και πολιτικές πρόληψης και καταπολέμησης. Δόθηκε έμφαση και υπήρξε πλούσια ανταλλαγή απόψεων πάνω στο κρίσιμο ζήτημα της πορνείας και του trafficking σε συνέχεια του Πορίσματος της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων. Παράλληλα, συζητήθηκε το θέμα των εκφάνσεων του σεξισμού στην πολιτική ζωή και στα ΜΜΕ ενώ τη δεύτερη ημέρα παρουσιάστηκε η πρωτοβουλία για τη δημιουργία Δικτύου Πόλεων χωρίς Trafficking που ήδη υλοποιείται από δήμους της Ισπανίας και συζητήθηκαν οι τρόποι ώστε να αναληφθεί συγκεκριμένη πρωτοβουλία από ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού και στην Ελλάδα.

Στη διημερίδα τοποθετήθηκαν μεταξύ άλλων, η Γενική Γραμματέας Ισότητας των Φύλων  κ. Φωτεινή Κούβελα, η Γενική Γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ. Μαρία Γιαννακάκη, η Περιφερειάρχης Αττικής κ. Ρένα Δούρου, η Αντιπρόεδρος του ΚΕΑ κ. Maite Mola, η ευρωβουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ Κωνσταντίνα Κούνεβα, οι βουλεύτριες του ΣΥΡΙΖΑ κ.  Αφροδίτη Σταμπουλή και κ. Χαρά Καφαντάρη και η πρέσβης της Σουηδίας στην Ελλάδα κ. Charlotte Sammelin καθώς και ξένες προσκεκλημένες, μέλη γυναικείων οργανώσεων και φεμινιστικών κινημάτων και αιρετοί και αιρετές α΄ & β΄ βαθμού της τοπικής αυτοδιοίκησης, και η Ειρήνη Αγαθόπουλου, πρόεδρο του ΚΕΘΙ .

Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν, ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών κ. Γιώργος Κατρούγκαλος, η διοικήτρια του ΟΑΕΔ κ. Μαρία Καραμεσίνη,  οι βουλεύτριες του ΣΥΡΙΖΑ κ. Μαρία Θελερίτη και κ. Ελένη Σταματάκη και ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Νίκος Μανιός.

Φωτογραφία του χρήστη left.gr.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες εδώ

Στη διημερίδα μίλησαν:

Νατάσα Θεοδωρακοπούλου, μέλος της Πολιτικής Γραμματείας ΣΥΡΙΖΑ, μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ):

Αγγελική Παπάζογλου, συντονίστρια Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου ΣΥΡΙΖΑ:

Οι φεμινίστριες που δραστηριοποιούμαστε μέσα στα αριστερά κόμματα είμαστε φορείς μίας διπλής ταυτότητας ένταξης μέσα στο αριστερό αλλά ταυτόχρονα και στο φεμινιστικό κίνημα. Αυτός ο «αριστερός» φεμινισμός, που δέχεται την κοινωνική αντίθεση του φύλου, θεωρεί καίρια και την ταξική αντίθεση. Έχει μέτωπο διπλό, ενάντια στην πατριαρχία και τον καπιταλισμό, αναγνωρίζοντας ότι δημιουργεί κοινωνική ανισότητα, ταξική καταπίεση, στερεί ανθρώπινα δικαιώματα και στα δύο φύλα.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει διευρύνει την οικονομική ανισότητα σε παγκόσμια κλίμακα και έχει επεκτείνει τις πολιτικές λιτότητας σε βάρος των εργαζομένων μετατρέποντας τους/τες σε φθηνό εργατικό δυναμικό προς όφελος μίας αέναης κερδοσκοπίας. Σε ό,τι αφορά τις γυναίκες, η θέση τους επιδεινώνεται επιπλέον μέσα στην ίδια την κοινωνική τους τάξη. Το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας που καταγράφουν συνοδεύεται κι από μεγαλύτερα ποσοστά απόλυτης φτώχειας ενώ οι γυναίκες αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχόλησης, γεγονός που τις καθιστά περισσότερο ευάλωτες απέναντι στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Από την άλλη, το 73% του παγκόσμιου πληθυσμού με μερική ή μηδενική πρόσβαση στην κοινωνική ασφάλιση είναι γένους θηλυκού.

Πέρα όμως από τον καπιταλισμό υπάρχει και η πατριαρχία που αποτελεί ένα ιεραρχικό σύστημα που βασίζεται στην άνιση κατανομή ισχύος και στην άνιση σχέση ανδρών και γυναικών συγκροτώντας δύο πόλους της υποταγής (γυναίκες) και της κυριαρχίας (άνδρες). Είναι, νομίζω, περιττό να επισημάνουμε το στενό δεσμό που υπάρχει ανάμεσα στον καπιταλισμό και στην πατριαρχία, ανάμεσα στην αναπαραγωγή των έμφυλων ανισοτήτων και διακρίσεων και στην εργασιακή εκμετάλλευση, τη βία κατά των γυναικών και τον σεξισμό. Είναι, όμως, κρίσιμο να επισημάνουμε ότι η πατριαρχία ως σύστημα σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα φύλα δεν θα απαλειφθεί a priori ακόμη και με την υπέρβαση του καπιταλισμού, όπως άλλωστε ανεδείχθη και από την ιστορική εμπειρία των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Απαιτείται ένας διαρκής αγώνας και μία συμμαχία των αριστερών φεμινιστριών και των φεμινιστικών κινημάτων, των γυναικείων οργανώσεων, των φεμινιστικών και των αριστερών κομμάτων για παρέμβαση και αλλαγή στο επίπεδο της συνείδησης συνολικά της κοινωνίας.

Η αλληλεπίδραση της ευρωπαϊκής Αριστεράς, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, με επίκεντρο τον Μάη του ’68, με τα νέα κοινωνικά κινήματα που αποτελούσαν αυτόνομα διαταξικά κινήματα ήταν καθοριστική για τη συγκρότηση της νέας ταυτότητας της Αριστεράς, την οποία κατάφερε να μπολιάσει με τις αξίες και τις αρχές των φεμινιστικών διεκδικήσεων με κυρίαρχο το σύνθημα «το προσωπικό είναι πολιτικό». Από αυτή τη διαχρονική και συμβολική φράση-μανιφέστο του 2ου κύματος του φεμινισμού επανανοηματοδοτείται η ίδια η πολιτική πρακτική μέσα στα αριστερά κόμματα που αναμετράται πλέον με το καθημερινό βίωμα και με την έμφυλη διάστασή του, τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, τη συλλογική λειτουργία, το αντι-ιεραρχικό μοντέλο και πολλά άλλα που έθιγαν και θίγουν την τυπική οργανωτική λειτουργία των κομμάτων. Οι επιδράσεις αυτές, περιθωριακές αρκετές φορές μέσα στην οργανωμένη ζωή των κομμάτων, είναι ωστόσο υπαρκτές και πιο ριζοσπαστικές πλαισιώνοντας το αίτημα για ισότιμη συμμετοχή ανδρών και γυναικών στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων μέσα στα αριστερά κόμματα, δια των ποσοστώσεων για την εκλογή στα όργανα.

Το «προσωπικό είναι πολιτικό» σημαίνει παράλληλα ότι οι ανάγκες των γυναικών γίνονται ορατές σπάζοντας το φράγμα της σιωπής και της περιθωριοποίησης τους. Το ίδιο ισχύει και για το επίδικο της σημερινής μας διημερίδας: Η βία κατά των γυναικών δεν μπορεί να είναι ανεκτή. Φαινόμενα κακοποίησης, εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και κατάφωρης παραβίασης των δικαιωμάτων των γυναικών δεν μπορεί να μένουν στη σκιά, να συγκαλύπτονται ή να αγνοούνται.

Ως ευρωπαϊκή Αριστερά και ως φεμινιστικά κινήματα και οργανώσεις βρισκόμαστε αντιμέτωπες με σύγχρονα διακυβεύματα και προκλήσεις που έχουν στον πυρήνα τους την ακραία εκμετάλλευση γυναικών και παιδιών, κοριτσιών και αγοριών.

Μία οικουμενική πρόκληση αποτελεί η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης αποτέλεσμα καταστροφικών πολέμων που μαίνονται σε γειτονικές μας χώρες. Γυναίκες και κορίτσια μπορούν εύκολα να πέσουν θύματα εμπορίας και διακίνησης ανθρώπων ή ακόμη και να «εξαφανιστούν» από τα λογής κυκλώματα. Ο βιασμός άλλωστε, είναι γνωστό άλλωστε, χρησιμοποιείται στις μέρες μας ως όπλο για να επιτευχθούν στρατιωτικοί και πολιτικοί σκοποί αποτελώντας το χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολέμου που διεξάγεται.

Η δεύτερη πρόκληση που σχετίζεται με τα ανωτέρω είναι η βία κατά των γυναικών, η εμπορία ανθρώπων και οργάνων που τροφοδοτούν τα σύγχρονα εργασιακά σκλαβοπάζαρα αλλά και τη συνεχώς διογκούμενη βιομηχανία του σεξ και της πορνείας. Στον πυρήνα του trafficking βρίσκονται γυναίκες που υπόκεινται σε εκμετάλλευση και εξευτελισμό της προσωπικότητάς τους βρισκόμενες σε διαρκή φόβο και ανασφάλεια αλλά και σε μεγάλη ανάγκη είτε βιοποριστική είτε λόγω του νομικού καθεστώτος που διέπει τη μετακίνηση και τον αναγκαστικό εκτοπισμό τους.

Στη χώρα μας η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων εγκαινίασε έναν δημόσιο διάλογο για την πορνεία στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο ώστε να υπάρχει ευαισθητοποίηση και ενημέρωση και να ληφθούν σχετικές πρόνοιες. Ως Τμήμα Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου του ΣΥΡΙΖΑ έχουμε από χρόνια υποστηρίξει ότι η πορνεία δεν προέρχεται από προσωπική επιλογή ούτε συνιστά επαγγελματική προοπτική, δεν αποτελεί στοιχείο αυτοπροσδιορισμού ή γυναικείας χειραφέτησης αφού αναπαράγει επί τα χείρω τις σχέσεις υποταγής και υποτέλειας των γυναικών θίγοντας βάναυσα την αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη δικαιώματά τους.

Η τρίτη πρόκληση που έχουμε να διαχειριστούμε είναι η άνοδος της ακροδεξιάς, των ρατσιστικών και εθνικιστικών κομμάτων που μαζί με την επικράτηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών δυνάμεων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα που αφενός αναπαράγει τις διακρίσεις, τη ξενοφοβία και το ρατσισμό και αφετέρου δίνει μάχη για την επικράτηση της λογικής μίας Ευρώπης-φρούριο. Έχει όμως αποδειχτεί και ιστορικά ότι μέσα σε τέτοιες συνθήκες τα δικαιώματα των γυναικών συρρικνώνονται και οι προτεραιότητες που τίθενται από τη φεμινιστική σκοπιά παύουν να είναι ορατές και περιθωριοποιούνται.

Είναι πεποίθηση μας ότι τα σχέδια που απεργάζεται το καπιταλιστικό σύστημα για να ανασυνταχθεί με νέους όρους βάζοντας στο περιθώριο την κοινωνία και τις ανάγκες της, δεν θα πετύχουν αν αναπτυχθούν πολύμορφα, δυναμικά κινήματα που θα έχουν στη βάση τους τις αρχές της ισότητας, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της αλληλεγγύης. Στα κινήματα αυτά οι γυναίκες μπορούν να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη αποδεικνύοντας ότι οι γυναίκες είναι ενεργά δρώντα υποκείμενα που δίνουν δυναμικό παρόν στο όραμα για μία σύγχρονη, δημοκρατική, κοινωνική Ευρώπη των δικαιωμάτων, της αξιοπρέπειας και της ουσιαστικής ισότητας ανάμεσα στα φύλα.

Τα φεμινιστικά κινήματα που αναπτύσσονται τα τελευταία χρόνια όπως είναι το κίνημα #ni_una_menos (ούτε μία λιγότερη) που ξέσπασε πριν δύο χρόνια στην Αργεντινή ενάντια στις γυναικοκτονίες και τους βιασμούς, στις φεμινιστικές διαδηλώσεις ενάντια στον Τραμπ στην Αμερική και την πιο πρόσφατη καμπάνια #metoo (κι εγώ) ενάντια στην έμφυλη βία, δείχνουν ότι οι φεμινιστικές διεκδικήσεις έχουν επανέλθει δυναμικά.

Στη χώρα μας, περισσότερο από τρία χρόνια, μία προοδευτική αριστερή κυβέρνηση σε συνθήκες επιτροπείας και λιτότητας αναμετριέται με ιδιαίτερες δυσκολίες και προκλήσεις με αιχμές την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής και προσφυγικής κρίσης και τη νέα φτωχοποίηση. Παρόλα αυτά, έχει παραχθεί σημαντικό και αξιόλογο νομοθετικό έργο με στόχο την ενδυνάμωση της θέσης των γυναικών που έχει, εν πολλοίς, επιτευχθεί με την συναίνεση και ενθάρρυνση γυναικείων οργανώσεων και φεμινιστικών κινημάτων καθώς και των νέων κινημάτων για την ταυτότητα φύλου.

Εν κατακλείδι, θα λέγαμε ότι η συνάντηση του σύγχρονου φεμινισμού με την Αριστερά μπορεί να αναθεμελιωθεί πάνω στο πεδίο των νέων αναγκών, διακυβευμάτων και αξιών που σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης έχουν έρθει στο προσκήνιο και έχουν πυροδοτήσει νέες μορφές φεμινιστικών διεκδικήσεων και αγώνων.

Charlotte Sammelin, πρέσβης της Σουηδίας στην Ελλάδα:

Μalin Βjork - Ευρωβουλεύτρια Σουηδίας:

Κ. Παπαθεοδώρου, αναπληρώτρια συντονίστρια του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου ΣΥΡΙΖΑ και ΟΔΕ της ΓΓΓΙΦ για την αντιμετώπιση της πορνείας:

Η πορνεία αποτελείμια ακόμη μορφή βίας κατά των γυναικών και κοριτσιών  και ως τέτοια συνιστά εμπόδιο στην ισότητα των φύλων.

Η θέση αυτή του τμήματος φεμινιστικής πολιτικής/φύλου  του ΣΥΡΙΖΑ είναι σύμφωνη και με την διαχρονική άποψη του φεμινιστικού κινήματος ότι η πορνεία δεν μπορεί να θεωρείται«επάγγελμα» όπως όλα τα άλλα, ή δραστηριότητα που ασκείται από μια γυναίκα ως αποτέλεσμα της «ελεύθερης βούλησης» της ή της συνειδητής επιλογής της.

Η έννοια της «ελεύθερης βούλησης» , όταν  δει κανείς τα στοιχεία από τις έρευνες για τις γυναίκες  που είναι στην πορνεία, αποτελεί έναν ακόμη μύθο που καταρρίπτεται: στη συντριπτική τους πλειοψηφία πρόκειται για γυναίκες που εξαναγκάζονται  στην πορνεία, όντας θύματα εμπορίας για σεξουαλική εκμετάλλευση, ή αναζητούν «διέξοδο» στην απόγνωση της εξαθλίωσης που βιώνουν λόγω υπερβολικής οικονομικής ανέχειας ή προέρχονται από προβληματικές καταστάσεις στο οικογενειακό περιβάλλον έχοντας υποστεί κακοποίηση, βιασμούς  και άλλου είδους τραυματικές εμπειρίες, ή είναι από ευάλωτες ομάδες πχ εξαρτημένες από ναρκωτικές ουσίες.

Η πορνεία επίσης αποτελεί  πολλές φορές την τελευταία «καταφυγή»  για γυναίκες που βιώνουν ακραίες καταστροφές , όπως είναι ο πόλεμος και γενικά αποτελεί μια εξαναγκασμένη «διέξοδο» για τις γυναίκες εκείνες που είναι οικονομικά, φυλετικά και εθνικά περιθωριοποιημένες και καταπιεσμένες και έχουν αντικειμενικά τις λιγότερες επιλογές.

Η εκτίμηση αυτή για το χαρακτήρα της πορνείας, επιβεβαιώνεται και στο Ψήφισμα του Ε.Κ, για την «πορνεία και τη σεξουαλική εκμετάλλευση και τον αντίκτυπο τους στην Ισότητα των Φύλων» με την εισηγήτρια τουνα δηλώνει  χαρακτηριστικά:«Πιστεύω ότι είναι ελάχιστες οι γυναίκες, οι οποίες εμπλέκονται στην πορνεία από ειλικρινή επιλογή. Οι γυναίκες που είναι στην αγορά του sex τείνουν να εισέρχονται στην αγορά εργασίας σε πολύ μικρή ηλικία και προέρχονται από μη προνομιούχα περιβάλλοντα. Πολλές έχουν υποστεί κάποιου είδους κακοποίηση ή κάνουν χρήση ουσιών. Επιπλέον, καθίσταται ολοένα και πιο πιθανό το ενδεχόμενο να προέρχονται από οικονομικά πάσχουσες ευρωπαϊκές χώρες – οικονομικά ευάλωτες. Συνεπώς, δεν πρόκειται απλώς για ακόμα ένα επάγγελμα».

Η πορνεία συνδέεται  άμεσα με την εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση και το οργανωμένο έγκλημα. Τα περισσότερα θύματα εμπορίας ανθρώπων συνεχίζουν να διακινούνται με σκοπό τη σεξουαλική τους εκμετάλλευση, όπως αναφέρεται στην τελευταία έκθεση του UnoDC (2016) περί εμπορίας ανθρώπων.

Πυρήνας αυτής της αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών από τις γυναίκες που διακινούνται  για σεξουαλική εκμετάλλευση, είναι η ζήτηση που καθορίζει και  ενισχύει την προσφορά και βέβαια,  η ύπαρξη του πελάτη.

Έτσι, η πορνεία λειτουργώντας σε μια  αγορά με μεγάλη ζήτηση, ελέγχεται από το οργανωμένο έγκλημα σε τέτοιο βαθμό, που αποτελεί το δεύτερο βασικό του πυλώνα με τα έσοδα από την πορνεία να αγγίζουν τα 186 δισεκατ. Δολάρια ετησίως σε όλο τον κόσμο.

Β. Η κατάσταση στην Ελλάδα:

1. Στατιστικά στοιχεία:

Οι εκδιδόμενες γυναίκες στην Ελλάδα φτάνουν σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας τις 18.000.

Τα στοιχεία για την πορνεία των Ελληνίδων συγκλονίζουν.

Η οικονομική κρίση αναγκάζει όλο και περισσότερες και μεγαλύτερης ηλικίας Ελληνίδες να βγαίνουν στην πορνεία.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από τις επιχειρήσεις της ΕΛ.ΑΣ. για τον έλεγχο της πορνείας στην Αθήνα, έχουν αυξηθεί κατά πολύ οι Ελληνίδες εκδιδόμενες αλλά και τα όρια ηλικίας τους.

Επίσης,σύμφωνα με στοιχεία  που παρουσίασε ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου Γρηγόρης Λάζος, από τις 18.000 εκδιδόμενες γυναίκες, το 40% είναι Ελληνίδες, περίπου το 45% είναι από Βαλκανικές χώρες, ενώ υπάρχει και ένα 5-6% που κατάγονται από την Αφρική που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και για 5 ευρώ.

Σε σχέση με το τίμημα, αυτό κυμαίνεται ακόμα και στα 5 ευρώ στο δρόμο και 10-11 στους οίκους  ανοχής.

Ταυτόχρονα, ο ακριβής αριθμός των οίκων ανοχής στην Αθήνα δεν μπορεί να προσδιοριστεί λόγω των συχνών μεταβολών, καθώς, όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη,  άλλοι οίκοι σφραγίζονται, άλλοι μεταστεγάζονται ή κλείνουν και άλλοι τη μια μέρα κλείνουν και την άλλη ξανανοίγουν παράνομα.

Ωστόσο,σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο Προϊστάμενος του Τμήματος Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, υπολογίζεται ότι λειτουργούν συνολικά πάνω από 350 οίκοι ανοχής στην Αθήνα, με αριθμό συνεχώς μεταβαλλόμενο, εκ των οποίων μόνο 2 λειτουργούν με την απαραίτητη άδεια λειτουργίας και εγκατάστασης.

Ο αριθμός των εκδιδόμενων γυναικών και ανδρών αυξάνεται τα τελευταία χρόνια, ενώ ο αριθμός των αντρών πελατών,αυτή τη στιγμή, κυμαίνεται από 430000 έως 600.000 και οι τιμές των "μισθώσεων" πέφτουν όπως και η συχνότητα "προσφυγής" των Ελλήνων "πελατών" στην πορνεία.

Τα έσοδα από την πορνεία, από το 2012 έως σήμερα έχουν πέσει στο μισό  κινείται στα περίπου στο μισό δις (500-600 εκατ. Ευρώ).

2. Το νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα:

Κατά το ισχύον ελληνικό δίκαιο η πορνεία είναι νόμιμη  εφόσον ασκείται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της κείμενηςνομοθεσίας.

Σύμφωνα με τον ν.2734/1999,   τα εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα απαιτείται προηγουμένως να κατέχουν πιστοποιητικό άσκησης επαγγέλματος και άδεια της τοπικής αρμόδιας αρχής (αστυνομικής ή λιμενικής) για την εγκατάσταση τουςστα οικήματα που ασκούν την πορνεία, δηλ. τους  «οίκους ανοχής». Ταυτόχρονα, επιβάλλεται και η παρακολούθηση της υγείας των εκδιδόμενων από γιατρούς του δημοσίου.

Πράξεις που σχετίζονται με την πορνεία και θεωρούνται αδικήματα σύμφωνα με τον Π.Κ. καιτιμωρούνται είναι :

Διευκόλυνση ακολασίας άλλων    Π.Κ.348 Μαστροπεία Π.Κ.349 Εκμετάλλευση πόρνης, Π.Κ.350                   Σωματεμπορία, Π.Κ.351 Ασέλγεια με ανήλικο έναντι αμοιβής, Π.Κ.35ΙΑ

Γ. Προτάσεις

Είναι φανερό, από όλα τα παραπάνω ότι το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην  ανάγκη να αντιμετωπιστεί πλέον, το φαινόμενο της πορνείας ως μορφή βίας κατά των γυναικών που συνιστά εμπόδιο στην ισότητα των δύο φύλων.

Η αντιμετώπιση του θέματος της πορνείας πρέπει να γίνει με τη  θέσπιση νέου νομοθετικού πλαισίου και με τη χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής που θα στοχεύει στον επαναπροσδιορισμό της  έννοιας της πορνείας και στη διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας στην ελληνική κοινωνία και κυρίως στη νεολαία, ώστε να μην την αντιμετωπίζει ως «επιλογή» αλλά ως μια απεχθή μορφή βίας, προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και  παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, το πόρισμα που συντάχθηκε από την ΓΓΙΦ και παρουσιάστηκε πρόσφατα  είναι στη σωστή κατεύθυνση, γιατί ανοίγει το διάλογο για το θέμα αυτό πάνω σε αυτήν ακριβώς τη βάση, της θεώρησης δηλαδή της πορνείας ως «μιας ακόμη μορφής έμφυλης βίας» και γι’αυτό χαιρετίστηκε ως θετική εξέλιξη και από όλες τις γυναικείες οργανώσεις.Η εξέλιξη που θα έχει στη συνέχεια αυτό το πόρισμα , ως προς την παραγωγή νομοθετικού έργου και ως προς την τελική  κατεύθυνση που θα έχει αυτό το νομοθετικό έργο (δηλαδή την υιοθέτηση του σκανδιναβικού μοντέλου που προτείνεται στο πόρισμα) θα εξαρτηθεί από τις προτάσεις που θα κατατεθούν στο δημόσιο διάλογο που μόλις άνοιξε,αλλά και από την παρέμβαση του φεμινιστικού κινήματος .

Το τμήμα φεμινιστικής πολιτικής/φύλου του ΣΥΡΙΖΑ θα συμβάλει δυναμικά σε αυτό το διάλογο έχοντας ως πυξίδα την πάγια  θέση του -που είναι και θέση των φεμινιστικών οργανώσεων- ότι η πορνεία αποτελεί μια μορφή έμφυλης βίας, προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και καταστρατήγηση της ισότητας των φύλων.

Η θεμελιακή αρχή ότι το σώμα δεν είναι εμπόρευμα, άρα δεν μπορεί να είναι αντικείμενο πώλησης και συναλλαγής, αποτελεί τη βασική παράμετρο που καθορίζει τη θέση μας ότι η πορνεία δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρείται «επάγγελμα»  ή δραστηριότητα από «ελεύθερη επιλογή».

Η συμβολή μας στην δημιουργία φεμινιστικού μετώπου  για την αντιμετώπιση της πορνείας υπό αυτό το πρίσμα, είναι μια ακόμη πρόκληση στην οποία καλούμαστε να ανταποκριθούμε.

Χ. Καφαντάρη, βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ: Γυναίκες και ΜΜΕ

Τα ΜΜΕ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση αντιλήψεων για το φύλο, ειδικά στους νέους που ακριβώς λόγω της νεότητάς τους είναι πιο δεκτικοί και λιγότερο επιφυλακτικοί στα μηνύματα που λαμβάνουν. Ιδιαίτερα στην εποχή μας, που χαρακτηρίζεται από την ταχύτατη διάδοση της πληροφορίας, μέσω του Διαδικτύου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα μέσα βρίσκονται στην κορύφωση της κυριαρχίας τους στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Η παραγωγή και αναπαραγωγή στερεοτυπικών συμπεριφορών ή στάσεων δεν είναι κάτι καινούριο, όμως δεν είναι και κάτι που πρέπει να αφήσουμε να διαιωνίζεται. Είναι άτοπο να το θεωρούμε ζήτημα αμελητέας σημασίας, τη στιγμή που τα Μέσα όχι μόνο αναδεικνύουν συγκεκριμένα κοινωνικά στερεότυπα, αλλά και ενισχύουν την προβολή αυτών σταθερά και σταδιακά με την πάροδο των χρόνων, αντί να την περιορίζουν.

Η τηλεόραση, το διαδίκτυο, το ραδιόφωνο είναι τα κύρια μέσα ενημέρωσης που υπάρχουν σε κάθε σπίτι. Όπως υποστηρίζει ο Γιώργος Δαρεμάς, διδάκτορας Πολιτική και Κοινωνικής Θεωρίας του Παν/μιου του Sussex «η πρόσβαση σε τηλεοπτική συσκευή υπερβαίνει το 90% του πληθυσμού σε όλες της ηπείρους, εκτός της Αφρικής. Στην Ελλάδα είναι 99%» και προσθέτει ότι «Το ημερήσιο ποσοστό παρακολούθησης (έστω και μισή ώρα) υπερβαίνει το 70% του πληθυσμού στις περισσότερες χώρες του πλανήτη και ξεπερνά το 95% σε εβδομαδιαία βάση. Στην Ελλάδα, τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται σε 65-70% σε καθημερινή βάση και σε εβδομαδιαία 99%». Καταλήγει δε, στο ότι η παρακολούθηση τηλεόρασης «συνιστά τη δεύτερη πιο σημαντική δραστηριότητα της ζωής κάθε ατόμου μετά τον ύπνο», ενώ η «παντοκρατορία» του τηλεοπτικού λόγου «δεν είναι ορατή» στον μέσο τηλεθεατή, γιατί «έχει γίνει δεύτερη φύση του» και «όρος κοινωνικής επιβίωσης».

Χρησιμοποιούνται όχι μόνο για την ψυχαγωγία και την ενημέρωση των μελών της οικογένειας, αλλά πλέον και για την κοινωνικοποίηση τους (social media). Πρόκειται για μέσα που προβάλλουν έμφυλες σχέσεις εξουσίας και τα αντίστοιχα ιδεολογήματα και ο ρόλος τους στο σχηματισμό συγκεκριμένων προτύπων και στερεότυπων είναι καθοριστικός. Έχουμε δει εδώ και χρόνια, και δυστυχώς συνεχίζουμε να βλέπουμε καθημερινά, σε διάφορες εκφάνσεις του τηλεοπτικού κόσμου (σήριαλ, εκπομπές τύπου reality και talk show) να αποκτά ολοένα και πιο σταθερές βάσεις στην «τηλεοπτική παράδοση» ένα πρότυπο γυναίκας αφελούς και άβουλης, με κυρίαρχο – ορισμένες φορές και μοναδικό – μέλημα της την εξωτερική της εμφάνιση. Ένα πρότυπο γυναίκας άμυαλης μεν χωρίς ιδιαίτερα πνευματικά ενδιαφέροντα, αντικείμενο σεξουαλικού πόθου δε. Αυτή η γυναίκα δεν έχει προσωπικότητα, δεν έχει άποψη πέραν των θεμάτων που αφορούν στη γυναικεία ομορφιά και στην ενασχόληση με τη ζωή διάσημων – αν και όχι και ιδιαίτερα αξιόλογων – προσώπων. Δίνει την εντύπωση ότι δεν έχει, αλλά και δεν την ενδιαφέρει να έχει, πολιτική άποψη, μεγάλους επαγγελματικούς στόχους και συνεπώς θέληση για μια ανεξάρτητη ζωή.

Ένα απλό παράδειγμα, απλό γιατί σίγουρα όλοι το έχουμε συναντήσει σε κάποιο σήριαλ, σε κάποια εκπομπή, είναι το πώς προβάλλεται η σχέση των δύο φύλων με το χρήμα και την εργασία. Στις περισσότερες περιπτώσεις θα δούμε έναν ανδρικό χαρακτήρα να επιδεικνύει εξαιρετικό δυναμισμό στην επαγγελματική του ζωή, να είναι ο μόνος που παράγει σε ένα σπίτι, να είναι ο λεγόμενος «κουβαλητής». Σε αντίθεση με αυτό το θετικό για το ανδρικό φύλο στερεότυπο, θα δούμε τον αντίστοιχο γυναικείο ρόλο με εντελώς αρνητικό πρόσημο. Η γυναίκα είναι αυτή που συνήθως δεν εργάζεται και μάλιστα από επιλογή τις περισσότερες φορές, έχοντας ως μοναδική καθημερινή ασχολία τα κοινωνικά δρώμενα και το πώς θα ξοδέψει τα χρήματα που έχει αποσπάσει από τον άνδρα. Σημειωτέον, ότι δεν είναι λίγες οι φορές που αυτή η πρακτική των γυναικών, της απόσπασης χρημάτων από τον άνδρα, γίνεται με δόλιο και πρόστυχο τρόπο. Το συμπέρασμα; Ο άνδρας εργάζεται και παράγει, η γυναίκα καταναλώνει, σαφώς πάντα εξαρτημένη από τον άνδρα. Πρόκειται για ένα συμπέρασμα που οδηγεί εύκολα στη σκέψη ότι αν έχει κανείς χρήματα μπορεί να αγοράσει ακόμη και έναν άνθρωπο/ένα σώμα και το αντίστροφο, ότι μπορεί κανείς να έχει κέρδη «προσφέροντας» ένα ωραίο σώμα.

Ακόμη και σε ενημερωτικές εκπομπές, όπου θα περιμέναμε μία πιο δυναμική εικόνα, βλέπουμε γυναίκες είτε ως συμπαρουσιάστριες – γλάστρες δίπλα σε άνδρες παρουσιαστές, είτε ως προσκεκλημένες σε πάνελ, όπου τους δίνεται λιγότερος χρόνος ομιλίας ή διακόπτονται περισσότερο, συγκριτικά με τους άνδρες προσκεκλημένους (για να μην αναφερθούμε σε περιστατικά ωμής βίας κατά γυναικών, όπως χαστούκια και μπουγελώματα σε ενημερωτικές εκπομπές και μάλιστα μεγάλης ακροαματικότητας).  Εδώ θα σημειώσω ότι η συμμετοχή των γυναικών στα διάφορα πάνελς των καναλιών είναι γύρω στο 10%, 2% στη δημόσια τηλεόραση ενώ στα ιδιωτικά 8%.

Η πρακτική επιβολής συγκεκριμένων κοινωνικών στερεότυπων από τα ΜΜΕ, μπορεί να επιβεβαιωθεί και από τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τη γυναίκα στην πολιτική. Έχουν προβληθεί στην τηλεόραση αμέτρητα «ρεπορτάζ» σχετικά με τις ενδυματολογικές επιλογές των γυναικών πολιτικών, που παραπέμπει και πάλι στο θέμα της εξωτερικής εμφάνισης ως κύριο μέλημα μιας γυναίκας, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε παρακολουθήσει συνεντεύξεις βουλευτριών, όπου οι περισσότερες ερωτήσεις που τους τίθενται έχουν να κάνουν με την προσωπική τους ζωή κι όχι με την πολιτική τους δράση.    

Θα ήθελα να κάνω μία μικρή αναφορά στη διαφήμιση. Παντού υπάρχουν διαφημίσεις και δυστυχώς οι περισσότερες χρησιμοποιούν το γυναικείο σώμα ως κύριο μέσο προώθησης των προϊόντων. Το γυναικείο σώμα γίνεται αντικείμενο και στη συνείδηση του θεατή – δέκτη η γυναικεία οντότητα ταυτίζεται απόλυτα και αποκλειστικά με τα πιο «επίμαχα» μέρη του σώματός της. Η δεύτερη προσφιλής στους διαφημιστές εικόνα της γυναίκας είναι αυτή της νοικοκυράς. Η γυναίκα λοιπόν, χρησιμοποιείται ανάλογα με το προϊόν που πρέπει να προωθηθεί. Στο χώρο της διαφήμισης ο υποβιβασμός του γυναικείου φύλου, η καταστροφή της γυναικείας εκτίμησης και αυτοεκτίμησης, η ολοκληρωτική εν τέλει απαξίωσής της, ίσως να φτάνει σε όρια ανεξέλεγκτα. Δεν γίνεται όλα αυτά να εξακολουθούμε να τα αντιμετωπίζουμε με απάθεια.

Η απάθεια και η αδιαφορία είναι η συνήθης αντίδραση της πλειονότητας των ανθρώπων, ως προς αυτό το θέμα. Πόσες φορές έχουμε ακούσει το επιχείρημα του «κόσμου που καίγεται», όταν αναφερόμαστε στο θέμα της προσβολής του γυναικείου φύλου από τα ΜΜΕ; Ακόμη και μεγάλη μερίδα του γυναικείου πληθυσμού παραμένει αδιάφορη στο ζήτημα, παρόλο που μπορεί να την αφορά άμεσα. Ο υποβιβασμός της γυναίκας μέσω των διαμορφούμενων – αναχρονιστικών – προτύπων και της στρέβλωσης της γυναικείας φύσης και σεξουαλικότητας που προβάλλονται μέσα από τα ΜΜΕ, έχουν σαν αποτέλεσμα τη υποβάθμιση της γυναίκας στη νοοτροπία, τον τρόπο σκέψης και τις στάσεις της κοινωνίας. Σύμφωνα με πολλές έρευνες, ένα άτομο που εκτίθεται περισσότερο σε βίαιες σκηνές στην τηλεόραση, είναι πιο πιθανό να επιδεικνύει στο μέλλον μεγαλύτερη απάθεια σε περιστατικά βίαιης συμπεριφοράς. Είναι, λοιπόν, εύλογο να υποθέσουμε ότι αν ο απόλυτος υποβιβασμός του γυναικείου φύλου εδραιώνεται – έστω υποσυνείδητα – στην αντίληψη των ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, τόσο πιο εύκολο θα είναι για αυτούς να προχωρήσουν σε βίαιες πράξεις και αποδοχή αυτών χωρίς καμία αντίδραση αντίστοιχα.  

Τα ΜΜΕ εδραιώνουν μία παλινδρόμηση σε αρχές που αφορούν τα δύο φύλα και τη σχέση τους απαρχαιωμένες, αναπαράγουν διάφορες προκαταλήψεις τις οποίες η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε να έχει ξεπεράσει εδώ και δεκαετίες.

Η ΓΓΙΦ και το ΚΕΘΙ έχουν προβάλει ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες προτάσεις για την καταπολέμηση των στερεότυπων λόγω φύλου, που αν εφαρμοστούν σίγουρα θα επιφέρουν θετικά αποτελέσματα. Πιο συγκεκριμένα, έχει προταθεί η ανάγκη το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης να μεριμνά για την εφαρμογή της έμφυλης ισότητας στα ΜΜΕ, η επανεξέταση του Ελληνικού Κώδικα Διαφήμισης και Επικοινωνίας και ένταξη νέου παραρτήματος που θα εξειδικεύει την παρουσίαση των διαφημίσεων με την οπτική του φύλου, ισόρροπη συμμετοχή ανδρών και γυναικών στα όργανα των ΜΜΕ, παρέμβαση στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο που αφορά τα ΜΜΕ για την κατοχύρωση της ισότητας και την υπέρβαση του σεξισμού. Αυτές είναι κάποιες από τις προτάσεις της ΓΓΙΦ, της οποίας οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στο σημείο αυτό τις αξιόλογες προσπάθειες, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που έχει απευθύνει ανοιχτή πρόσκληση συνεργασίας στα ΜΜΕ.  

Την 29η Μαρτίου, κυρώθηκε στη Βουλή η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας. Στο άρθρο 17 που αφορά στη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, αναφέρεται επακριβώς:   

1.Τα Μέρη (της Σύμβασης) ενθαρρύνουν τον ιδιωτικό τομέα, τον τομέα της τεχνολογίας, πληροφόρησης και επικοινωνίας καθώς και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με τον δέοντα σεβασμό προς την ελευθερία της έκφρασης και της ανεξαρτησίας τους, να συμμετέχουν στην ανάπτυξη και την υλοποίηση πολιτικών και να θέτουν κατευθυντήριες γραμμές και πρότυπα αυτορρύθμισης για την πρόληψη της βίας κατά των γυναικών, καθώς και να ενισχύουν τον σεβασμό προς την αξιοπρέπειά τους.

2.Τα Μέρη αναπτύσσουν και προωθούν, σε συνεργασία με τους φορείς του ιδιωτικού τομέα, δεξιότητες μεταξύ των παιδιών, των γονέων και των εκπαιδευτικών αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του πληροφοριακού και επικοινωνιακού περιβάλλοντος που παρέχει πρόσβαση σε ταπεινωτικό και μειωτικό περιεχόμενο σεξουαλικής ή βίαιης φύσης το οποίο θα μπορούσε να καταστεί επιβλαβές.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θέσει ως βασική προτεραιότητά του την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση  της ελληνικής κοινωνίας σε θέματα ισότητας. Επιδιώκει τη συνεργασία με όλους τους κοινωνικούς φορείς που προωθούν την έμφυλη ισότητα και με τους φορείς, τους σχετικούς με τα ΜΜΕ. Για την καταπολέμηση των στερεότυπων λόγω φύλου, αλλά και τη γενικευμένη νοοτροπία των μέσων που οδηγεί σε αναχρονιστικές αντιλήψεις και σεξισμό εις βάρος του γυναικείου φύλου, έχει δεσμευτεί να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα. Ένα πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί ο Νόμος που προαναφέρθηκε.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι βασική προϋπόθεση όλων των καλών αλλαγών στην κοινωνία είναι πάντοτε η Παιδεία. Η προβολή στερεότυπων από τα ΜΜΕ και η αποδοχή τους από το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών είναι ένας ατέρμονος κύκλος δράσης και αντίδρασης. Γιατί, δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε δει ή ακούσει στα ΜΜΕ συναφείς απόψεις όχι από επαγγελματίες των μίντια, αλλά από απλούς ανθρώπους που έτυχε να βρεθούν στο δρόμο κάποιου ρεπόρτερ ή που παίρνουν μέρος σε κάποιο reality για νέους. Άλλωστε, όλα τα μέσα ενημέρωσης απαρτίζονται από ανθρώπους, άνθρωποι προωθούν τα μηνύματα και άνθρωποι τα αποδέχονται. Με την ανάλογη παιδεία, μία παιδεία δομημένη στις αρχές της ισότητας και της δημοκρατίας, που θα περιλαμβάνει εκπαιδευτικά προγράμματα που θα προάγουν τον περιορισμό των έμφυλων διακρίσεων και των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα φύλα, την καταπολέμηση του σεξισμού όλων των ειδών και των στερεότυπων αντιλήψεων που διέπουν τους ρόλους και την εικόνα των δύο φύλων, μπορεί να επιτευχθεί μία, «πρωτόγνωρη» για τα ελληνικά δεδομένα, μεταποίηση της κυρίαρχης νοοτροπίας και στάσης της κοινωνίας.  

A. Σταμπουλή, βουλεύτρια του ΣΥΡΙΖΑ:  Εκφάνσεις σεξισμού στη πολιτική ζωή

Ο αποκλεισμός των γυναικών από το δημόσιο βίο υπήρξε καθεστώς για αιώνες και δεδομένη η αντιμετώπιση όποιας γυναίκας τολμούσε να αμφισβητήσει τον κανόνα. Ως συμμετοχή στην πολιτική ζωή θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν δραστηριότητες γυναικών από τις απαρχές ακόμα της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, κυρίως με τη διατήρηση πολιτικών «σαλονιών» όπου μπορούσαν να ζυμώνονται απόψεις και να δρομολογούνται εξελίξεις. Πάντα βέβαια επρόκειτο για μέλη οικογενειών σημαντικών ανδρών πολιτικών και άρα ανήκαν στα ψηλότερα στρώματα της κοινωνίας  με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, κόρη φιλικού και σύζυγο γερουσιαστή, που καταγράφηκε στην ιστορία ως η γυναίκα που έριξε τον Όθωνα. Καμία από αυτές τις γυναίκες δεν τόλμησε να ξεφύγει από τον παραδεδεγμένο ρόλο, προφανώς συναισθανόμενες ότι η προειδοποίηση «Όταν η όρνιθα αρχίσει να λαλεί ως πετεινός, σφάξε την» αφορούσε και τις ίδιες. Αργότερα με την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος υπήρξε ένταξη γυναικών της εργατικής τάξης και συμμετοχή στους διεκδικητικούς αγώνες, όμως και στην περίπτωση αυτή το φαινόμενο δεν έπαψε να είναι μειοψηφικό, εν όσω, στερούμενες του δικαιώματος του εκλέγειν και εκλέγεσθαι οι γυναίκες ήταν στην ουσία αποκλεισμένες από την κεντρική πολιτική σκηνή.                                           Στη δεκαετία του ’20 άρχισε η διεκδίκηση του δικαιώματος στην ψήφο. Για το πώς αντιμετωπίσθηκε από τον αστικό τύπο αλλά και – παραδόξως - από τον κομμουνιστικό τύπο μιας συγκεκριμένης περιόδου μας μιλούν κείμενα της εποχής, που σήμερα προκαλούν ανάμεικτα αισθήματα θλίψης και θυμηδίας. Ωστόσο, επειδή τίποτε δεν πάει χαμένο, η καχεκτική ελληνική δημοκρατία του μεσοπολέμου, ταλαιπωρημένη από δικτατορίες και κινήματα, επέτρεψε να ψηφίσουν οι γυναίκες στις δημοτικές εκλογές του 1934. Όμως οι όροι που απαιτούνταν - ηλικία πάνω από 30 και εγγράμματες – είχαν ως αποτέλεσμα να επωφεληθούν από το «προνόμιο» μόνο μερικές εκατοντάδες γυναικών. Η κοσμογονία που επέφερε στην ελληνική κοινωνία η αντίσταση στη ναζιστική κατοχή, κατά συντριπτική πλειοψηφία μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, εκφράστηκε και στο πεδίο των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών: Στις εκλογές του 1944 για την ανάδειξη προσωρινής κυβέρνησης οι γυναίκες συμμετείχαν πλήρως έστω και αν εκλέχθηκαν μόνο 6 αντιπρόσωποι  στους 202. Το 1952 δόθηκε οριστικά το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι με αφορμή την πλήρωση μίας έδρας στη Θες/νίκη και ασκήθηκε σε ολόκληρη τη χώρα στις εκλογές του 1956. Εξήντα δύο χρόνια αργότερα, και γνωρίζοντας ότι η συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων είναι ένας σημαντικός δείκτης ισότητας, πρέπει να επισημάνουμε ότι στη σημερινή ελληνική Βουλή το ποσοστό των γυναικών βρίσκεται στο 18,1% (56 βουλεύτριες), μετά το ελπιδοφόρο 23,3% (70 βουλεύτριες) του Ιανουαρίου του 2015. Ύστερα από μια σταθερά αυξητική τάση του αριθμού των εκλεγόμενων γυναικών από τις εκλογές του ‘90 και μετά, με σταυρό προτίμησης στην συντριπτική πλειοψηφία, και με μονίμως υψηλότερα από το μέσο όρο ποσοστά γυναικών στην αριστερά, τάση η οποία ενισχύθηκε αισθητά με την καθιέρωση της κατά φύλο ποσόστωσης 33% ανά την επικράτεια για κάθε συνδυασμό, παρατηρήθηκε για πρώτη φορά μείωση αυτού του αριθμού, όταν οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν με λίστα υποψηφίων των οποίων τη σειρά εκλογής διαμόρφωσε η ηγεσία των κομμάτων τους. Ειδικά στις λίστες του ΣΥΡΙΖΑ, όπου  συμπληρώθηκαν κενά λόγω αποχωρήσεων, οι γυναίκες δεν αντικαταστάθηκαν από γυναίκες, επηρεάζοντας καθοριστικά την πτώση του ποσοστού των γυναικών που εκλέχθηκαν. Επίσης, παρά τις παρεμβάσεις των γυναικείων οργανώσεων, η πρόβλεψη του επικείμενου εκλογικού νόμου είναι να φτάσει η κατά φύλο ποσόστωση των υποψηφίων πάντα, στο 40% αλλά όχι στο 50%. Οι αναλογίες επιδεινώνονται στην κορυφή της πυραμίδας και όπου η εκλογή δεν είναι άμεση: Στην Κυβέρνηση συμμετέχουν 4 γυναίκες στους 20 Υπουργούς, 1 Αναπληρώτρια Υπουργός στους 7 και 3 υφυπουργοί στους 14. Στους ΟΤΑ εκλέχθηκαν μόνο 2 μόνο περιφερειάρχισσες στις 13 περιφέρειες και μόνο 15 δημάρχισσες στους 325 δήμους. Στην Βουλή, που παραμένει «των Ελλήνων», στο χώρο όπου κατ’ εξοχήν γίνονται σεβαστές οι συνταγματικές αρχές όπως αυτή της ισότητας, οι γυναίκες παραμένουν αόρατες για τον ίδιο της τον κανονισμό: δεν υπάρχουν ούτε βουλεύτριες, ούτε ομιλήτριες, ούτε ειδικές αγορήτριες, ούτε ψηφολέκτριες, ούτε καν ακροάτριες στα θεωρεία. Μένει να διαπιστωθεί, αν μετά από όσα συνέβησαν το Δεκέμβριο του 2014, έχουν τουλάχιστον το δικαίωμα να ψηφίζουν «παρούσα» και όχι «παρών» χωρίς να επικρίνονται για τις γραμματικές τους γνώσεις!                                                                                                              Οι δύο μόνο γυναίκες πρόεδροι που υπήρξαν στην ιστορία του θεσμού, δέχτηκαν πολύ περισσότερες επιθέσεις για την εμφάνισή τους παρά για τις απόψεις τους, ενώ στη δεύτερη εξαντλήθηκε από κάθε πλευρά το απόθεμα κακοήθειας που μπορεί να αφορά την προσωπική και κοινωνική ζωή ενός ανθρώπου. Στις μέρες μας η μοναδική από τα 7 μέλη του προεδρείου, που είναι γυναίκα, η Γ’ αντιπρόεδρος, αφού στοχοποιήθηκε άγρια κατά το διάστημα που ήταν αναπληρώτρια Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, έπεσε θύμα ελεεινού σεξιστικού σχολίου που έθιγε συνολικά την προσωπικότητά της με αφορμή όχι πολιτική πράξη αλλά ευτυχές οικογενειακό γεγονός! Μία μόνο γυναίκα (η επόμενη ομιλήτρια) είναι πρόεδρος σε Διαρκή Επιτροπή από τις 6 και μόνο 4 σε Ειδικές Μόνιμες επιτροπές από τις 14. Οι προσωπικές προσβολές σεξιστικού περιεχομένου προς βουλεύτριες, με αναφορά από την εμφάνιση μέχρι και οποιαδήποτε άλλη πραγματική ή υποθετική ιδιότητά τους, είναι αισθητά περιορισμένες σε σχέση με την τριετία 2012-2014, όταν οι γυναίκες της αριστεράς, υποβοηθούσας της κρίσης των κυβερνητικών κομμάτων, αναδείχτηκαν στο βουλευτικό αξίωμα σε αριθμούς που ξεπερνούσαν την ανοχή των συναδέλφων τους, του πρώην δικομματισμού. Ωστόσο και στις μέρες μας δεν λείπουν σεξιστικές αναφορές από και προς γυναίκες και άνδρες, ατομικά ή συλλογικά. Από το «Έχουμε μια αντιπολίτευση η οποία είναι γεροντοκόρη κακιά και ψεύτρα»  μέχρι την έκκληση σε «σε αντρίκια στάση» εκτοξευόμενη ακόμα και από βουλεύτρια. Η ακόμα συχνότερα εκτοξευόμενη παρότρυνση να αποδείξει κάποιος βουλευτής ότι «φοράει παντελόνια» με σαφή υπαινιγμό στο περιεχόμενό τους, αποτελεί μια ιδιόμορφη παγίδα, διότι το να διαμαρτυρηθεί ο ενδιαφερόμενος τον εκθέτει επίσης: δηλώνει ότι το θεωρεί προσβλητικό να παρομοιάζεται με γυναίκα. Από την άλλη οι βουλεύτριες που είναι παρούσες δεν έχουν δικαίωμα να ζητήσουν το λόγο επί του προσωπικού, διότι κανείς δεν έθιξε προσωπικά κάποια από αυτές! Μέχρι στιγμής μόνο ο Ευκλείδης Τσακαλώτος με ένα συνδυασμό ευαισθησίας και ευστροφίας έδωσε μια απάντηση με την οποία όχι απλώς ξέφυγε ο ίδιος, αλλά ουσιαστικά αποδόμησε την παγίδα, υπενθυμίζοντας ότι: «η Αριστερά οραματίζεται μια κοινωνία που τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη ό,τι είναι αρσενικό δεν θα είναι απαραίτητα καλό και ό,τι είναι θηλυκό δεν θα είναι απαραίτητα κακό». Γενικότερα η αυξημένη ετοιμότητα και ο αυξανόμενος αριθμός μελών του κοινοβουλίου και του Προεδρείου που αντιδρούν στις σεξιστικές αναφορές δημιουργεί ελπίδες για τον περιορισμό του φαινομένου.                                                                                      Θα είχε ενδιαφέρον μια στατιστική τεκμηρίωση της αντιμετώπισης που έχουν οι βουλεύτριες σε θέματα για τα οποία ο κανονισμός αφήνει περιθώρια χειρισμού στον προεδρεύοντα, όπως είναι η παράταση του χρόνου ομιλίας και η λήψη του λόγου επί προσωπικού θέματος. Η εμπειρία πάντως λέει ότι η διάκριση σε βάρος των γυναικών είναι σαφέστατη και μετρήσιμη.                                                                                      Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αναφορές για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης ή και βίας στο χώρο του κοινοβουλίου, συμπεριλαμβάνοντας και τις εργαζόμενες, ενώ γνωρίζουμε από τις παρεμβάσεις την Κωνσταντίνας Κούνεβα την έκταση που έχει το φαινόμενο και τις συζητήσεις που έχει προκαλέσει στο Ευρωκοινοβούλιο, θα έπρεπε να μας προβληματίζει: δεν συμβαίνουν ή καμία δεν τολμάει να τα καταγγείλει; Δεδομένου ότι δεν υπάρχει καν γραφείο ισότητας στη Βουλή, κάθε τέτοιου είδους διεκδίκηση των γυναικών υπαλλήλων της αντιμετωπίζει την έλλειψη άμεσου αποδέκτη.                                                                                                             Όσον αφορά στο εκλογικό σώμα, αξιοσημείωτη είναι η μεταχείριση των γυναικών ως εκλογέων: το μοναδικό συνήθως φυλλάδιο της συντριπτικής πλειοψηφίας των σχηματισμών, που απευθύνεται στις γυναίκες, εντελώς στερεοτυπικά αναφέρεται στη μητρότητα, σε σχέση με τα εργασιακά μερικές φορές, και πιθανόν στην αναγκαιότητα για περισσότερους παιδικούς σταθμούς. Το 2015 το Ποτάμι, θέλοντας να πρωτοτυπήσει, άφησε εποχή με την κοπέλα που «θα ήταν η πρώτη της φορά» και την ώριμη κυρία που «είχε πολύ καιρό να το κάνει» στα προεκλογικά του σποτ. Εντυπωσιακή είναι η υποεκπροσώπηση των γυναικών στο συνδικαλιστικό κίνημα και κυρίως στα εκλεγμένα του όργανα. Τρεις μόνο γυναίκες στα 45 μέλη του συμβουλίου της ΓΣΕΕ, 1 στα 11 μέλη του ΚΣ της ΟΛΜΕ, 2 στα 11 μέλη του ΚΣ της ΔΟΕ, για να αναφερθούμε ενδεικτικά στον κατεξοχήν γυναικείο κλάδο των εκπαιδευτικών. Εδώ ίσως είναι χρήσιμη η συσχέτιση που κάνει το EIGE ανάμεσα στον ελεύθερο χρόνο που διαθέτουν οι γυναίκες (ο οποίος προϋποθέτει ισότιμη κατά φύλο κατανομή των μη αμειβόμενων οικιακών εργασιών και της φροντίδας, στην οποία η Ελλάδα κατέχει την τελευταία θέση στην ΕΕ)  και στη συμμετοχή τους στη συνδικαλιστική δράση. Αντίστοιχο είναι το έλλειμμα συμμετοχής γυναικών στα κόμματα και εκπροσώπησης στα ανώτερα όργανά τους, εφόσον μάλιστα δεν προβλέπεται κατά φύλο ποσόστωση, και, ακόμη χειρότερα, εφόσον έχουν γίνει αποδεκτοί άλλοι μηχανισμοί ανάδειξης. Το φαινόμενο, παρά τις διακηρυγμένες προθέσεις τους, δεν κατόρθωσαν να το εξαλείψουν ούτε τα κόμματα της αριστεράς , διότι προφανώς ούτε και ανάμεσα στα μέλη τους δεν έχει ξεπεραστεί το στερεότυπο της ανάληψης των μη αμειβόμενων οικιακών εργασιών και της φροντίδας από τις γυναίκες. Στο επιχείρημα της πιθανής έλλειψης γυναικείων υποψηφιοτήτων απαντά η απόφαση της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ να αφήνονται κενές οι αντίστοιχες θέσεις αφού ληφθεί υπόψη η αναλογία των φύλων στο σώμα. Ο σεξισμός και οι έμφυλες διακρίσεις ενδημούν στην πολιτική ζωή, παρά την εξ ορισμού αντιπαλότητα της αριστεράς, η οποία, παρά τις διακηρυγμένες προθέσεις της, δεν έχει πετύχει ακόμη την εξαφάνισή τους, έστω και από τις τάξεις της. Η ετοιμότητα των γυναικών να διεκδικήσουν ανυποχώρητα την ισότιμη συμμετοχή τους στο δημόσιο βίο, όπως και κάθε άλλο τους δικαίωμα, από όποια θέση, προνομιακή ή όχι και αν βρίσκονται και απέναντι σε κάθε αμφισβήτηση, από όπου κι αν προέρχεται, είναι η μόνη εγγύηση για ένα μέλλον χωρίς ανισότητες και διακρίσεις.

Δ. Κωνσταντινοπούλου, μέλος της Γραμματείας της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ

Σήμερα, εν έτει 2018,  μπορούμε πλέον να μιλάμε για τη βία κατά των γυναικών και την ανάγκη που προκύπτει για την αντιμετώπισή της, ιεραρχώντας την ως ένα μείζον ζήτημα, αν και, στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα φαινόμενο τόσο παλιό όσο και η συγκρότηση των ανθρώπινων κοινωνιών, το οποίο όμως θα ήταν μάλλον δύσκολο να ισχυριστούμε ότι έχει μειωθεί σε κάποιον σημαντικό βαθμό και το οποίο δεν τύγχανε της αντίστοιχης αναγνώρισης, μέχρι αρκετά πρόσφατα. Είναι γνωστό ότι στο πλαίσιο του ορθόδοξου μαρξισμού, μέχρι τα μέσα του 20ού αι., το ζήτημα της έμφυλης ανισότητας τοποθετούταν σε δεύτερη θέση, σε σχέση με τη βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, περιθωριοποιώντας τα αιτήματα του φεμινιστικού κινήματος. Σε αυτή τη συζήτηση, καθοριστικό ρόλο έπαιξε, στη συνέχεια, η συμβολή της θεωρίας του Althusser για την ιδεολογία και την άμεση σχέση της και αντανάκλασής της στην κοινωνική πραγματικότητα, καθώς και για τον ρόλο των ιδεολογικών μηχανισμών στην αναπαραγωγή των κυρίαρχων εξουσιαστικών σχέσεων, με βάση τις οποίες δομείται η κοινωνία. Η θεωρητική αυτή επιρροή νομιμοποίησε τη συζήτηση πάνω στο ερώτημα της συγκρότησης των έμφυλων υποκειμένων εντός της καπιταλιστικής δομής, η οποία στηρίζεται στην πατριαρχία, και, σε αυτό το πλαίσιο, η οικογένεια και ο τρόπος με τον οποίον είναι διαμορφωμένη η κατανομή των ρόλων εντός αυτής συνιστούν το πρώτο στάδιο παραγωγής και αναπαραγωγής εξουσιαστικών και ιεραρχημένων σχέσεων.

Ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ένα ζήτημα με  περισσότερο πολιτισμικές (όπως θα υποστήριζε η Nancy Fraser)  ή υλιστικές/οικονομικές (κατά Judith Butler) συνδηλώσεις, σε κάθε περίπτωση, η ανισότητα και η βία κατά των γυναικών συνιστά αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι μέχρι πρόσφατα ο άντρας αναγνωριζόταν ως πολιτικό ον με δικαίωμα ψήφου, ενώ η γυναίκα δεν είχε καν το αντίστοιχο θεσμικό δικαίωμα. Aρκεί να αναλογιστούμε, ακόμη, ότι η γυναίκα θεωρείται, μέχρι και σήμερα, ως ''αρμόδια'' για τις οικιακές εργασίες, ενώ ο άντρας ως αυτός που στηρίζει το σπίτι οικονομικά και, ακόμη περισσότερο, αρκεί να αναλογιστούμε ότι σπανίως βλέπουμε γυναίκες σε ηγετικές θέσεις στους εργασιακούς χώρους ή σε θέσεις ευθύνης στον πολιτικό βίο, καθώς τέτοιου είδους αρμοδιότητες θεωρούνται καθαρά ''ανδρική υπόθεση''. Έτσι, διαμορφώνεται ένας διαχωρισμός μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας, εκ των οποίων η πρώτη είναι γένους αρσενικού, ενώ η δεύτερη, η πιο αφανής, αποδίδεται κυρίως στη γυναίκα. Ο οίκος θεωρείται το μόνο επιτρεπτό πεδίο της γυναικείας αναφοράς και δράσης, με επιχειρήματα που εδράζονται στη λεγόμενη ''βιολογική διαφορά'' ανάμεσα στα φύλα, τα οποία διαμορφώνουν και αναπαράγουν μια λογική φυσικοποίησης.
Με βάση την παραπάνω λογική, είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η ενδοοικογενειακή βία, για παράδειγμα, πολλές φορές προσλαμβάνεται ως μια ιδιωτική-προσωπική υπόθεση, ωσάν να μη συναρθρώνεται με το ευρύτερο φαινόμενο της έμφυλης βίας, όπως αυτή εντοπίζεται σε όλα τα πεδία της καθημερινής ζωής. Ποια είναι, όμως, τα πεδία αυτά; Θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο πως όταν συζητάμε για τη βία κατά των γυναικών, η βία αυτή δεν είναι μόνο η σωματική, η ''άμεσα εντοπίσημη'', αλλά έχει πολλές ακόμα εκφάνσεις, οι οποίες συνδέονται με την έμφυλη ανισότητα. Με άλλα λόγια, το ζήτημα της βίας κατά των γυναικών δε μπορεί να ιδωθεί ξεχωριστά από το ζήτημα της  άνισης εις βάρους τους μεταχείρισης και, κατά συνέπεια, η βία μπορεί να εντοπιστεί σε κάθε περιστατικό που οι γυναίκες μπορεί να αντιμετωπίζονται ανισότιμα, υφιστάμενες λεκτική ή ψυχολογική βία στους εργασιακούς χώρους, στον δημόσιο λόγο, στις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις.
Ως προς το ζήτημα της σωματικής βίας, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης συνιστά σίγουρα ένα πολύ θετικό βήμα σε επίπεδο θεσμικής κατοχύρωσης, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για το θεωρητικά -τουλάχιστον- αυτονόητο, με βάση τα παραπάνω, και, φυσικά, πως όσες πρωτοβουλίες και αν παρθούν σε θεσμικό επίπεδο, καλώς ή κακώς, δεν αρκούν για να επιλύσουν το ζήτημα της έμφυλης ανισότητας, καθώς αυτό συνιστά πρωτίστως ζήτημα κοινωνικής συνείδησης. Σε κάθε περίπτωση, το νομικό πλαίσιο παράγει ιδεολογία, σε έναν σημαντικό βαθμό, και για αυτόν ακριβώς τον λόγο χρειαζόμαστε ενδεχομένως ακόμη περισσότερες ασφαλιστικές δικλείδες, προκειμένου να προλαμβάνονται και να αποτρέπονται, κατά το δυνατόν, φαινόμενα κάθε μορφής βίας κατά των γυναικών. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε πώς, για παράδειγμα, θα ήταν εφικτό να προλαμβάνουμε φαινόμενα άνισης μεταχείρισης  των γυναικών στους εργασιακούς χώρους ή φαινόμενα σεξουαλικής παρενόχλησης ή, ακόμα, με ποιες πρωτοβουλίες μπορούμε να προλαμβάνουμε τα φαινόμενα της βίας κατά των γυναικών μέσω της εκπαίδευσης;
Kι επειδή εξετάζουμε την παράμετρο της κοινωνικής συνείδησης, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί και αυτό που πολλοί ισχυρίζονται, ότι στην παρούσα συγκυρία βιώνουμε ένα τέταρτο φεμινιστικό κύμα, που εστιάζει στο ζήτημα της ''κουλτούρας του βιασμού'', όπως αυτό εκφράστηκε χαρακτηριστικά  και μέσα από το ''me too''. ''Η κουλτούρα του βιασμού'' αναφέρεται σε ένα φαινόμενο ή μια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η αντρική έκφραση βίας θεωρείται ως κάτι φυσιολογικό, βιολογικό και αναμενόμενο, ενώ η γυναικεία υποταγή θεωρείται ως ''χάρισμα'' συνυφασμένο με το κυρίαρχο πρότυπο της θηλυκότητας. Έτσι, όταν αναδεικνύονται στη δημόσια σφαίρα περιστατικά βιασμού, τα μίντια, αλλά και ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας τείνουν να ρίχνουν την έμφαση στη γυναίκα που ''προκάλεσε'' με το ντύσιμο ή την εμφάνισή της (σύμφωνα με τα πατριαρχικά και θρησκευτικά ήθη) ή στο τι οφείλουν να κάνουν οι γυναίκες, προκειμένου να αποφύγουν τον βιασμό, και όχι στο πώς θα αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά και θα δικάζονται οι δράστες. Κατά συνέπεια, η γυναίκα- θύμα βιασμού καλείται να αντιμετωπίσει, εκτός των άλλων, και τον φόβο του κοινωνικού στιγματισμού. Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικό στοιχείο σε αυτό το νέο ''κύμα'' είναι ότι μας προκαλεί να σκεφτούμε και πάλι το ζήτημα των εξουσιαστικά συγκροτημένων έμφυλων σχέσεων, στο πεδίο της κοινωνικής πρακτικής.
Σε επίπεδο αυτοκριτικής, και επειδή ακριβώς το ζήτημα της έμφυλης βίας τέθηκε ως ένα ζήτημα που πηγάζει από την αναπαραγωγή των κυρίαρχων έμφυλων στερεοτύπων, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι, ακόμη και στον χώρο της Αριστεράς, έχουμε και εμείς οι ίδιοι πολλά περισσότερα βήματα να κάνουμε, ώστε να κατοχυρώσουμε την ισοτιμία των γυναικών. Κάνοντας αυτήν την παραδοχή, στο πλαίσιο του 1ου Ιδρυτικού μας Συνεδρίου, εισαγάγαμε στο καταστατικό λειτουργίας μας μια πρωτοπόρα ρύθμιση, η οποία προέβλεπε ότι σε περίπτωση που δεν καλύπτονται από γυναίκες οι θέσεις που αντιστοιχούν στο απαιτούμενο 30% (σύμφωνα με την ποσόστωση φύλου), οι θέσεις αυτές θα μένουν κενές. Στο δικό μας μυαλό το μέτρο αυτό είχε περισσότερο  διαπαιδαγωγικό και συμβολικό, παρά τιμωρητικό χαρακτήρα και, έναν χρόνο μετά, είμαστε σε θέση να απολογίσουμε ότι δεν προέκυψε ούτε μία κενή θέση, ενώ, σε αρκετές περιπτώσεις, το ποσοστό συμμετοχής γυναικών στα όργανα ξεπέρασε το προβλεπόμενο 30%.
Είναι κατανοητό, λοιπόν, πως ένα τόσο σύνθετο φαινόμενο απαιτεί όσο το δυνατόν περισσότερες θεσμικές πρωτοβουλίες και ρυθμίσεις. Ανεξάρτητα, όμως, και από το εκάστοτε θεσμικό πλαίσιο, το αμέσως επόμενο  ζήτημα που προκύπτει είναι η διασφάλιση της εφαρμογής του, με τη μορφή ενός συγκροτημένου πολιτικού σχεδίου, και το άλλο, το μεγαλύτερο και σημαντικότερο ίσως στοίχημα, είναι η πάλη εντός της κοινωνίας για την αλλαγή συνείδησης και τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Και μια τέτοια πάλη, για την άρση των έμφυλων στερεοτύπων, δε μπορεί παρά να είναι μια διαδικασία, η οποία θα διαπερνά κι εμάς τους ίδιους, ώστε να καταστούμε οι φορείς της αλλαγής αυτής.

Εισήγηση της Γενικής Γραμματέως Ισότητας των Φύλων, Φωτεινής Κούβελα

Αν και η πρόοδος της εποχής μας, με τα σπουδαία επιτεύγματα της επιστήμης, της έρευνας και της τεχνολογίας είναι ένα γεγονός που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί, εξίσου δύσκολα όμως αμφισβητείται και το γεγονός ότι τα θέματα ισότητας δε γνωρίζουν την αντίστοιχη με τις εξελίξεις άνθιση. Κατ΄ επέκταση, τα δικαιώματα των γυναικών συνεχίζουν σε μεγάλο βαθμό να βάλλονται και να καταστρατηγούνται, ενώ η βία σε βάρος τους, δυστυχώς  παραμένει μια υπάρχουσα κατάσταση, για την εξάλειψη της οποίας μαχόμαστε καθημερινά.

Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, η άνοδος των ακροδεξιών και ρατσιστικών κομμάτων, η  συγκρότηση ακροδεξιών κυβερνήσεων στην Ευρώπη, έχουν επηρεάσει αρνητικά την πρόοδο των πολιτικών ισότητας. Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για θέματα ισότητας ( EIGE), διαπιστώνει ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει στασιμότητα στην πρόοδο της ισότητας των φύλων. Επίσης, βάλλονται δικαιώματα και πολύχρονες καταχτήσεις (δικαίωμα στην άμβλωση, απόφαση ευρωπαϊκού δικαστηρίου για ομαδικές απολύσεις εγκύων γυναικών, προσπάθεια αναθεώρησης της Σύμβασης της  Κωνσταντινούπολης), ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνται νέα κινήματα γυναικών που αντιδρούν και διεκδικούν παλιά και νέα αιτήματα.

Στην Ελλάδα επιπλέον, οι σκληρές μνημονιακές πολιτικές και δημοσιονομικές δεσμεύσεις  «εξαφάνισαν» τις πολιτικές υπέρ της έμφυλης ισότητας και δυσκόλεψαν τη γυναικεία χειραφέτηση.

Με την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από την αριστερά και με οδηγό τις προγραμματικές κυβερνητικές εξαγγελίες, αλλά και τις ήδη  επεξεργασίες του τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, για την προώθηση πολιτικών ισότητας των φύλων, αναλάβαμε αμέσως δράση μέσα από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων (ΓΓΙΦ), προκειμένου να κερδίσουμε το χαμένο χρόνο, θεωρώντας ότι η Ισότητα των Φύλων δεν είναι πολυτέλεια.

Με πρωταρχικό στόχο την αναβάθμιση της ΓΓΙΦ, σε συνεργασία με  αρμόδιους φορείς, εκπονήσαμε το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ισότητα των Φύλων (2016-2020)» αποτελούμενο από έξι στρατηγικούς στόχους, ένας εκ των οποίων αφορά την έμφυλη βία.

Ειδικότερα όμως, για τον τομέα της βίας, είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η βία κατά των γυναικών αποτελεί έγκλημα και συνάμα παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επίσης,  με όλες τις μορφές έκφρασής της (σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, οικονομική, λεκτική), δεν αποτελεί υπόθεση εθνική, διότι παρουσιάζει το σκληρό της πρόσωπο σε όλες τις κοινωνίες, χωρίς να γνωρίζει διακρίσεις κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών ή πολιτιστικών στρωμάτων.

Ως εκ τούτου, η ΓΓΙΦ στέκεται στο ύψος των περιστάσεων με σθένος, πολύμορφες και παράλληλες δράσεις και πρωτοβουλίες, που τέμνονται με τους υπόλοιπους  στόχους μας και που μας κάνουν διαρκώς υπερήφανες για τις κατακτήσεις μας.

Επιγραμματικά μόνο, το έργο μας για τον τομέα της έμφυλης βίας, συνοψίζεται ως εξής:

Υπό την εποπτεία της ΓΓΙΦ, λειτουργεί ένα ολοκληρωμένο και συνεκτικό πανελλαδικό δίκτυο δομών  για την αντιμετώπιση και στήριξη των γυναικών που έχουν υποστεί ή κινδυνεύουν να υποστούν βία (Τηλεφωνική Γραμμή SOS 15900, 40 Συμβουλευτικά  Κέντρα και 21 Ξενώνες Φιλοξενίας). Μέσα στην οικονομική κρίση καταφέραμε να πείσουμε τις αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης για τη αναγκαιότητα αυτών των δομών και να εξασφαλίσουμε έτσι τη συνέχιση της λειτουργίας όλων, ενώ φροντίζουμε για τη μονιμοποίησή τους μετά τη λήξη της χρηματοδότησής από ευρωπαϊκά προγράμματα, με συγκεκριμένο άρθρο στο νέο σχέδιο νόμου για την Ουσιαστική Ισότητα των Φύλων. Στηρίζουμε και αναβαθμίζουμε τις ΔΩΡΕΑΝ και με απόλυτη εχεμύθεια υπηρεσίες που προσφέρουν οι δομές μας, ενώ διευρύναμε και τις ευάλωτες ομάδες γυναικών.  

Ανοίξαμε τα Συμβουλευτικά Κέντρα (Σ.Κ.) και τους Ξενώνες Φιλοξενίας (Ξ.Φ.) της ΓΓΙΦ  στις γυναίκες πρόσφυγες και τα παιδιά τους σε όλη την Ελλάδα.

Με τις συνεχείς επισκέψεις στα Σ.Κ. και τους Ξ.Φ. των δομών μας, στηρίζουμε  το έργο τους και συμβάλουμε στη διάχυση δράσεων εξωστρέφειάς τους, προκειμένου να γίνουν όσο το δυνατό πιο γνωστές σε κάθε τοπική κοινωνία.

Τιμάμε κάθε χρόνο με ποικίλες δράσεις πανελλαδικής εμβέλειας την 25η Νοεμβρίου – Παγκόσμια Ημέρα για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών.

Εξετάζουμε μέσα από τη συγκρότηση Ομάδας Διοίκησης Έργου την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας και στο διαδίκτυο.

Αναμένουμε άμεσα την ψήφιση του Νομοσχεδίου  για την Ουσιαστική Ισότητα των Φύλων από το Ελληνικό  Κοινοβούλιο. Η συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση που ετοιμάσαμε στη ΓΓΙΦ, εισάγει για πρώτη φορά στην εθνική έννομη τάξη αυτοτελές θεσμικό πλαίσιο με αντικείμενο την προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων και την καταπολέμηση της έμφυλης βίας.

Επιπλέον, πρωτοστατήσαμε και ανοίξαμε κοινωνικό διάλογο γύρω από επίμαχες και ευαίσθητες θεματικές, που μέχρι πρότινος φορούσαν φίμωτρο. Έτσι, φέραμε στο προσκήνιο και στον κοινωνικό διάλογο το επίμαχο θέμα της σεξουαλικής παρενόχλησης. Με τα τέσσερα σποτάκια που δημιουργήσαμε, από τα οποία είναι αναγνωρίσιμη η σεξουαλική παρενόχληση στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης, της εργασίας, αναδείξαμε μια ακόμη κομβική θεματική για τις γυναίκες σήμερα. Η αντίδραση (ακόμα και με αγωγές εναντίον της ΓΓΙΦ) σε  αυτή μας την προσπάθεια, όχι μόνο δε μας έκαμψε, αλλά η επιτυχία των σποτ και η απήχησή τους μας δικαίωσε.

Εξετάσαμε μέσω της σύστασης Διεπιστημονικής Ομάδας Έργου, από τα τέλη του 2016, το ζήτημα της προστασίας των γυναικών από την πορνεία υπό το πρίσμα και τις καλές πρακτικές νομοθέτησης που θέτει το σκανδιναβικό, αλλά και το γαλλικό μοντέλο αντιμετώπισης της πορνείας. Με δεδομένη τη θέση μας ότι η πορνεία είναι μία ακόμη μορφή έμφυλης βίας, που συνιστά εμπόδιο για την ουσιαστική ισότητα και τη γυναικεία χειραφέτηση και δε μπορεί να αποτελεί προσωπική επιλογή και επαγγελματική προοπτική, ανοίξαμε το διάλογο.

Πολύ πρόσφατα, ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία η ημερίδα μας με θέμα την πορνεία ως μια ακόμη μορφή έμφυλης βίας, από την οποία αναδύθηκαν σημαντικές παράμετροι και αναζητήθηκαν οι κατάλληλες στρατηγικές και τα υποστηρικτικά μέτρα για την υλοποίηση δράσεων ευαισθητοποίησης και καταπολέμησης του φαινομένου.

Επίσης, πρόσφατα κυρώθηκε η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης) από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, που για χρόνια δεν αξιοποιήθηκε από τις προηγούμενες πολιτικές ηγεσίες, εναρμονίζει την εθνική μας νομοθεσία με το νομικό πλαίσιο της Σύμβασης, η οποία αποτελεί ένα σπουδαίο βήμα στην εξασφάλιση των δικαιωμάτων των γυναικών.

Ακόμη, συνεχίζονται από το ΕΚΔΑΑ οι επιμορφώσεις αστυνομικών και καθηγητών για την έμφυλη ισότητα και βία, ενώ παροτρύνουμε επιχειρήσεις και συνδικάτα να πάρουν μέτρα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν περιπτώσεις έμφυλης βίας στους εργασιακούς χώρους.

Τέλος, για το θέμα του trafficking, συμβάλαμε σημαντικά και στη συγκρότηση υποομάδας στη Βουλή για την εμπορία ανθρώπων.

Συνεκτιμώντας όλα τα παραπάνω, καταλήγουμε ότι απαιτείται διαρκής εγρήγορση εκ μέρους όλων μας, σύμπραξη και συνεργασία, μέσα από την οποία θα αναδύεται κάθε φορά η ανάγκη για τη δημιουργία και τον εμπλουτισμό μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής προσέγγισης για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών.

Ομιλία Κ. Κούνεβα, ευρωβουλεύτριας του ΣΥΡΙΖΑ, στη διημερίδα του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ


Στο τελείωμα αυτής της τόσο σημαντικής ημέρας έχουμε ήδη ακούσει τόσα πράγματα!
Δεν σας κρύβω ότι για εμένα ήταν μια έκπληξη και μια επιβεβαίωση ότι σημαντικά βήματα μπορούν να γίνουν. Και μπορούν να γίνουν γρήγορα.
Μετά από χρόνια στασιμότητας, όπου η φωνή των γυναικών ακουγόταν εδώ και εκεί, τώρα βλέπουμε να γίνονται πιο θαρραλέα βήματα τόσο για την ισότητα των φύλων όσο και την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας εις βάρος των γυναικών.
Αυτό που λέω με κάθε ευκαιρία, είτε στο ευρωκοινοβούλιο είτε σε συναντήσεις και εκδηλώσεις, είναι ότι όσα νομοθετούμε  ή προτείνουμε πρέπει απαραίτητα να συνοδεύονται με την προσπάθεια αλλαγής της κουλτούρας. Για να γίνει αυτό χρειάζεται εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα και με διαφορετικούς τρόπους.
Πολλές φορές θαυμάζουμε τα θετικά σημεία των βόρειων χωρών, όπως για παράδειγμα ο σεβασμός προς τον πολίτη- συνάνθρωπο. Αν εξετάσουμε όμως από πού έχει έρθει αυτό το αποτέλεσμα, θα διαπιστώσουμε ότι ένας τρόπος εκπαίδευσης της κοινωνίας  είναι η σωστή νομοθέτηση. Οι καλεσμένες μας από την Γερμανία, τη Γαλλία και τη Σουηδία ήδη μας είπαν το τι ισχύει στις χώρες τους και πώς πέτυχαν αυτό το αποτέλεσμα  στο πολύ ευαίσθητο θέμα της πορνείας.
Στην Ελλάδα, παίρνουμε αυτό το καλό αποτέλεσμα σαν παράδειγμα και δίνουμε τον δικό μας αγώνα.
Δεν νομίζω ότι έχει μείνει σε κανένα μας αμφιβολία  ότι πορνεία και trafficking είναι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ουσιαστικά, δεν υπάρχει πορνεία χωρίς εξαναγκασμό, χωρίς εγκληματική εκμετάλλευση γυναικών και κοριτσιών. Και αγοριών, σε όποιο βαθμό εμφανίζεται.
Αν όμως συμφωνούμε σ’ αυτό, γιατί η πλειοψηφία της κοινωνίας θεωρεί την πορνεία κάτι «φυσικό»; Γιατί δείχνουμε ανοχή σε κάτι που συνδέεται τόσο στενά με εγκληματικά  κυκλώματα;
Αναζητώ την εξήγηση και πάλι στην κουλτούρα και στην εκπαίδευση. Δυστυχώς, η κουλτούρα του πορνό έχει κυριαρχήσει στην καθημερινότητά μας. Διατρέχει όλα τα μέσα ενημέρωσης, δικτύωσης και ψυχαγωγίας. Επηρεάζει την αντίληψη για τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Επηρεάζει  το σώμα μας, την κοινωνική και σεξουαλική συμπεριφορά μας. Είναι τρομαχτικό το πόσο έχει αυξηθεί ο όγκος του σεξουαλικού περιεχομένου στο διαδίκτυο. Και όχι μόνο αυτό. ‘Έπαθα σοκ, όταν είδα τυχαία παιδικές κούκλες με διχτυωτό καλσόν και ψηλοτάκουνες γόβες, στηθόδεσμους με ενίσχυση για παιδιά προ-εφηβικής ηλικίας. Παιχνίδια που ξεχειλίζουν από σεξισμό.
Όλα αυτά συνοψίζονται σε μια φράση: «Καταναλώνουμε πορνό». Σε υπερβολικές δόσεις. Νομίζω ότι η υιοθέτηση του σουηδικού μοντέλου στην αντιμετώπιση της πορνείας είναι ένα αναγκαίο, πρώτο τολμηρό βήμα για να ξεκόψουμε από αυτή την αρρωστημένη κουλτούρα.
Το να είναι ξεκάθαρο ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης στη σχέση «σεξουαλικής σκλάβας» και «πελάτη», είναι μια αρχή για να αλλάζει και η συλλογική, πορνογραφική κουλτούρα  μας.
Επιτρέψτε μου εδώ να πω δυο λόγια  για τις βασικές ευρωπαϊκές πολιτικές στα θέματα που συζητάμε. Το πρώτο και βασικότερο είναι η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, που έχει επικυρωθεί σε 15 χώρες, πρόσφατα και  στην Ελλάδα. Είναι μια μεγάλη κατάκτηση  για το γυναικείο κίνημα. Αλλά υπάρχει κίνδυνος για πισωγύρισμα. Υπάρχουν τουλάχιστον επτά χώρες  που  αρνούνται να την κυρώσουν με πρόσχημα την αναφορά στη Σύμβαση στην «ταυτότητα φύλου». Έχουν βάλει μπροστά διάφορες συντηρητικές ΜΚΟ που ζητούν αναθεώρηση της Σύμβασης. Ευτυχώς, απέναντι στις περίπου 300 ΜΚΟ που ζητούσαν με επιστολή τους στο Συμβούλιο της Ευρώπης να αλλάξει η Σύμβαση, πάνω 1100 φεμινιστικές και άλλες οργανώσεις από όλη την Ευρώπη υπέγραψαν την επιστολή-απάντηση,  που ζητούσε να μην αλλάξει τίποτα στη Σύμβαση.
Όμως, προβλήματα με τη Σύμβαση  έχουμε και στην Ε.Ε. Πριν μερικές μέρες, είχαμε κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών Γυναικών και Ελευθεριών  του Ευρωκοινοβουλίου.  Εκεί, συντηρητικοί ευρωβουλευτές αμφισβήτησαν  μια πολύ σημαντική κατάκτηση: τη συμμετοχή της Ε.Ε. ως σύνολο στη Σύμβαση για την καταπολέμηση της βίας κατά  των γυναικών. Χρησιμοποίησαν διάφορα νομικά επιχειρήματα για το αν επιτρέπουν οι Συνθήκες να μπει η ΕΕ στη Σύμβαση. Κι αυτό  τη στιγμή που το Συμβούλιο έχει ήδη πάρει την απόφαση. Γιατί; Διότι δεν θέλουν  να τους  ελέγχει και η ίδια η Ε.Ε. αν κάθε χώρα είναι συνεπής στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Ουσιαστικά, θέλουν να την κάνουν προαιρετική.
Δεν πρέπει να επιτρέψουμε υπαναχώρηση. Και σε αυτό έχει μεγάλη σημασία και ο ΣΥΡΙΖΑ όσο μπορεί, και το Κόμμα της  Ευρωπαϊκής Αριστεράς και η GUE/NGL να βοηθήσουμε να δημιουργηθούν κινήματα υπέρ της επικύρωσης στις χώρες που δεν έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση.
Θα σας πω πολύ συνοπτικά και  για  ένα άλλο σχετικό θέμα που μας απασχολεί αυτή την περίοδο στο Ευρωκοινοβούλιο. Υπάρχει από το 2012 μία Οδηγία για τη «θέσπιση ελαχίστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα , την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας». Αφορά όλες τις μορφές εγκλημάτων, και φυσικά και τα εγκλήματα έμφυλης βίας. Στις Επιτροπές Γυναικών και Πολιτικών Ελευθεριών αξιολογούμε αυτές τις μέρες το πώς εφαρμόζεται αυτή η Οδηγία. Έχουμε το φαινόμενο μικρό ποσοστό των  εγκλημάτων που γίνονται σε όλη την Ε.Ε. να καταγγέλλονται  από τα θύματα. Γιατί; Γιατί τα θύματα δεν πιστεύουν ότι θα βρουν το δίκιο τους. Ξέρουμε πόσο περισσότερο ισχύει αυτό στις γυναίκες θύματα.
Υπάρχει λοιπόν κι αυτό το εργαλείο,  αυτή η Οδηγία  που υποχρεώνει κάθε χώρα να παρέχει μερικά βασικά δικαιώματα στα θύματα εγκλημάτων, άρα και στις γυναίκες θύματα βίας. Για παράδειγμα, όλα τα θύματα έχουν το δικαίωμα να κατανοούν και να γίνονται τα ίδια κατανοητά όταν έρχονται σε επαφή με την κρατική αρχή όπου καταγγέλλουν το έγκλημα. Χρειάζεται δηλαδή σαφής και απλή γλώσσα. Ή επίσης το δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης, τουλάχιστον στη διάρκεια της εξέτασης του θύματος. Καταλαβαίνετε τι σημασία έχει αυτό για τις γυναίκες πρόσφυγες ή τις μετανάστριες θύματα  trafficking.
Στο Ευρωκοινοβούλιο διαπιστώσαμε ότι αυτά τα δικαιώματα δεν παρέχονται πάντα και σε όλες τις χώρες. Για παράδειγμα, δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σε γλώσσα που κατανοεί το θύμα. Δεν υπάρχει οικονομική υποστήριξη στα θύματα. Λείπει ο συντονισμός ανάμεσα στις υπηρεσίες, ανάμεσα στον εισαγγελέα, την αστυνομία,  τις υπηρεσίες υποστήριξης των θυμάτων. Λείπει  η κατάρτιση σε όσους πρέπει να βοηθήσουν τα θύματα εγκλημάτων, οι υπάλληλοι της πρώτης γραμμής.
Και, τέλος, η ατομική αξιολόγηση του κάθε θύματος που καταγγέλλει ένα έγκλημα σε βάρος του, γίνεται μεν, αλλά συχνά με τεχνικό τρόπο, για παράδειγμα με  ένα έντυπο όπου συμπληρώνονται τετραγωνίδια.
Νομικά εργαλεία προστασίας των γυναικών που είναι  θύματα βίας υπάρχουν, αλλά το πρόβλημα είναι πώς εφαρμόζονται. Πάρτε ως παράδειγμα τον  ρόλο της αστυνομίας. Πριν λίγους μήνες είχα την ευκαιρία να μιλήσω στους εκπαιδευόμενους της Σχολής Αξιωματικών. Τους μίλησα για τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, αρκετά πριν κυρωθεί από την ελληνική βουλή. Μού έκανε ευχάριστη έκπληξη το ότι με διαβεβαίωσαν ότι υπάρχει μεγάλη ευαισθητοποίηση από πλευράς των αστυνομικών.
Αλλά δεν αρκεί η  ευαισθητοποίηση. Χρειάζεται επιστημονική  κατάρτιση και εκπαίδευση.
Η αστυνομικός ή ο αστυνομικός που θα  του καταγγελθεί μια πράξη βίας εις βάρος γυναίκας πρέπει να ξέρει πώς θα της  μιλήσει για τα δικαιώματά της, ποια δικαστική αρχή πρέπει να ενημερώσει, που θα κατευθύνει τη γυναίκα για  να φιλοξενηθεί, αν έχει τέτοια ανάγκη.
Υπάρχει ένα ολόκληρο πρωτόκολλο ενεργειών που πρέπει να εφαρμοστούν και για τις οποίες οι αστυνομικοί και όλοι οι άλλοι κρατικοί λειτουργοί πρέπει να εκπαιδευτούν.  
Δεν θέλω να σας κουράσω άλλο. Θέλω μόνο να είμαστε όλες και όλοι αισιόδοξοι για τις δυνατότητες  που έχουμε  να αλλάζουμε  τα πράγματα υπέρ  των γυναικών, υπέρ των δικαιωμάτων, υπέρ της ανθρωπιάς και της αξιοπρέπειας.

Maite Mola, Αντιπρόεδρος ΚΕΑ: Συμβολή της Αριστεράς για μία σύγχρονη φεμινιστική ατζέντα:

Silvia Conca, μέλος του PRC Ιταλίας (Partido della Rifondazione Comunista)

Dear comrades, thank you for giving us the chance to discuss inside the Party of the European Left about the broad range of topics covered by the definition of gender-based violence.

It’s both challenging and inspiring for me, as a member of Partito della Rifondazione Comunista, to give a speech about policies, as my party has limited access to legislative organs, especially in the national framework.

Communist and left-wing parties played a crucial role throughout the Italian history of policy-making for the self-determination of women. A few examples are the abortion law, of which we are about to celebrate the fortieth anniversary, the divorce law, the reform of the family law.

The combating of violence was the center of the abolition of honour killing as well as of the 20-year struggle to change the sexual violence law and define rape as a crime against the person and not a crime against public morality.

In the era of the Istanbul Convention and with the rise of the global women’s movement, our party doesn’t have a parliamentary representation and the opportunity to contribute to policy-making.

Over the last ten years, Italy approved two much-needed but controversial laws: the one on stalking and the one on femicide.

Stalking was one of the issues we tried to legislate during our governmental experience, but we didn’t succeed. Femicide was a theme we launched long ago into the Italian public debate through our newspaper Liberazione, giving the feminist intellectuals a means for confrontation and spread of ideas that now are mainstream.

These two laws share the same flaws: they treat violence against women as an emergency and focus mostly on prosecuting perpetrators, instead of putting at the heart of the agenda prevention, self-determination of women and their safety. They were approved before the Istanbul Convention was ratified and they’re far from its guidelines. Both institutions and mass media tell women that reporting to the police is the only way to save themselves, but most of the femicide victims reported stalking or domestic violence and nothing happened. There’s also a strong inclination to under-budget women-led antiviolence centers and shelters and to legislate in a way that preclude those centers to use their methodology, based on anonymity and optionality of the report to the police. It seems like in Italy there’s a project to substitute antiviolence centers with the so-called “pink code” in the hospitals’ emergency departments, which means to substitute safe spaces where women can find support at any stage of the violent behaviours they’re experiencing, with places where women usually go when the violence is already physical and visible.

The Istanbul Convention’s pillars and the rise of “Ni una menos” in Argentina inspired the Italian feminist movement to create a network called “Non una di meno”, “Not one woman less” with the goal of mobilizing against violence and drawing up a “Feminist plan against male violence towards women and gender-based violence”.

It took the network one year to write the Plan, with dozens of local and national meetings and nine thematic working tables. The movement made up for the lacks of institutions in policy-making.

The introduction states: “This Plan doesn’t ask for help, it is a tool to struggle and assertion, a document of proposal and action”.

The Plan’s approach is intersectional, because gender-based violence is systemic. Its systemic nature obliges us to understand and combat it in all its facets, which are linked one to another. Single, emergency-inspired laws and their enforcement are often useless because they don’t use this approach and they tend to revictimize survivors instead of empowering them.

The working tables identified several operational areas and linked them in the writing of the Plan, such as the processes of overcoming violence through self-determination, violence in the workplace and gender pay gap, the harmful effects on women of welfare state’s weakening by neoliberalism, the attack on reproductive and sexual health, the consequences of gender-stereotyped binary education, the specific condition of migrant women, misrepresentation of gender-based violence on mass media, sexism in political organizations, the environmental question from a feminist perspective and, of course, policy-making.

We need a cultural shift that can be achieved only with the horizon of ending both of the systems of power that rely on gender oppression: capitalism and patriarchy. Supporting violence survivors in their path is possible only with the attempt to give them full economical autonomy, that’s why “Non una di meno” sees basic income as a self-determination income to sustain both women who experience violence in the workplace and women who can’t run away from domestic violence because they don’t have a well paid job or have no job at all. This was the main claim for the Italian women’s strike on International Women’s Day.

The political climate in Italy is currently hostile to progressive policy change: the populist drift doesn’t leave space for complex solutions and the spread of reactionary ideas always leads to the strengthening of social and institutional hate against women, but “Non una di meno” in the last two years was the only movement capable of organizing mass demonstrations, so it can be an antidote, with its ideas of deep transformations of the power structure.

In the political debate we’re facing, there are two issues related to gender-based violence that could result in bad legislation: the regulation of prostitution and the law against homophobia and transphobia.

Prostitution is legal in Italy, while the exploitation of prostitution is sanctioned, as well as human trafficking. Rifondazione Comunista disagrees with the abolitionst approach, because it makes no distinction between prostituted women and sex workers by choice. The latter could face police violence, a rise of insecurity and, essentially, a criminalization. We believe in self-determination, not in over-determination and, just like for other forms of gender-based violence, we don’t think that prosecuting the clients can be the focus for a practice that’s rooted in the thousand-year old patriarchal heritage. The current risk in Italy is, instead, a legalization of exploitation, because the reactionary parties ask for the reopening of brothels using the decency rhetoric and the need to tax prostitution: they don’t care about women. We need to consolidate the efforts to contrast human trafficking, forced prostitution and exploitation, in a country that still lives under the yoke of Mafia and that represents a crossroad for migration flows. We need to be a country that cares about women, their will, their freedom.

Homofobia and transphobia are two forms of discrimination and violence based on gender roles that are currently unsanctioned in Italy. The outgoing center-left governments wasn’t able to adopt a law during the past five years and intends to bring up basically the same project during this new parliamentary term, adding homophobia and transphobia to race-related hate crimes. I am Rifondazione Comunista’s national spokeswoman for LGBTQI Policies and I deeply care about these issues, but I disagree with this project because you can’t beat a systemic form of violence through the enforcement of an opinion-related offence. Race-related hate crimes themselves are rampant in Italy in spite of the law, adding homophobia and transphobia would be ineffective.

We have a problem in Italian society: the only improving indicators of gender equality are the presence of women in the companies’ boards of directors and in the institutions. Both of these indicators are about top positions and don’t generate real changes for the lives of the majority of women. Elected women most of the times don’t come from the feminist movement and don’t have the necessary political means or the will to affect women’s lives. That’s why we’re proud as a political party to have a feminist like Eleonora Forenza in the European parliament and we’re proud of her work. Her report, written with Malin Bjork, on gender equality in EU trade agreements is an important step for the prevention of gender discrimination at all levels. That’s how politics should always work: no issue is gender-neutral in a world still led by the rules of patriarchy, no issue is class-neutral in a world still led by the rules of capitalism.

 

Παρουσίαση προτάσεων πρόληψης και καταπολέμησης βίας κατά των γυναικών. Παρουσίαση: Χαρά Κιουρή, μέλος της Γραμματείας του Τμήματος Φεμινιστικής Πολιτικής/Φύλου ΣΥΡΙΖΑ:

Cristina Simo, Ισπανία,  μέλος της Πολιτικής Γραμματείας του ΚΕΑ και μέλος του  PCE Ισπανίας (Partido Comunista de Espan): Η συμβολή της αυτοδιοίκησης στην πρόληψη και καταπολέμηση: της βίας κατά των γυναικών - Συμμαχία για πόλεις χωρίς trafficking:

Esta jornada resulta de la I Jornada de Ciudades libres de trata europea que impulsó el Partido Comunista de España y el Partido de la Izquierda Europea en Córdoba (España) en junio de 2017. El compromiso fue dar continuidad a la Red De Ciudades Libres de trata en Grecia para seguir extendiéndola por toda Europa. Tomando como referencia la Red de Municipios Libres de Trata que impulsó el Movimiento Democrático de Mujeres en Noviembre de 2013 en España. Red que cuenta hoy con casi un centenar de ciudades, además de cinco diputaciones y un parlamento autonómico.

La Red de Ciudades Libres de trata en España se fundamenta en diferentes  estudios e informes desarrollados en ámbitos español y europeo.

Las conclusiones del Informe de la Comisión Mixta de los Derechos de la Mujer y de la Igualdad de Oportunidades sobre el estudio de la prostitución en España, publicado en el Boletín Oficial de las Cortes Generales el 24 de mayo de 2007, concluyen en que se debe contemplar la prostitución en el marco del Convenio de Naciones Unidas para la Represión de la Trata de Personas y de la Explotación de la Prostitución Ajena, de 2 de Diciembre de 1948, que considera la existencia de explotación sexual aunque exista consentimiento de la víctima.

Que el fenómeno de la prostitución en los países ricos tiene una relación directa con la feminización de la pobreza.

Que el fenómeno de la prostitución y el tráfico y la trata de mujeres están absolutamente relacionados.

Que el tráfico y trata de mujeres y niñas es un fenómeno creciente en el ámbito europeo/países occidentales; el crecimiento de redes que practican estas actividades atentan contra los derechos humanos y la seguridad de las mujeres que explotan.

Que el tráfico de mujeres y niños para su explotación sexual y la prostitución es un gran negocio a nivel mundial (mueve entre cinco y siete billones de dólares y afecta a cuarenta millones de víctimas, según la ONU).

Que en los países en los que se ha regulado la prostitución se ha incrementado tanto la actividad de la prostitución como el tráfico y la trata de seres humanos.

Que es necesario, por todo lo anterior, eliminar el tráfico y la trata actuando contra los proxenetas y traficantes y destinar más recursos y un Sistema específico de Atención Social para la atención, protección y recuperación de mujeres en situación de prostitución.

Que existe un incremento de la demanda de prostitución por parte de los varones más jóvenes; en el marco de la sociedad de consumo se incrementa la percepción social del sexo como un producto más de consumo puesto que se encuentra en el mercado.

Por eso compartimos y defendemos claramente la ambiciosa postura del movimiento abolicionista que busca ir a la raíz de un problema que afecta a los derechos humanos. Derechos que en tanto que esenciales están fuera de discusión: los de toda persona a no ser abusada ni utilizada sexualmente, ni de forma gratuita ni a cambio de ninguna compensación económica. De ahí que el foco debamos dirigirlo a las personas que demandan, la clientela, los prostituidores. Porque sin demanda, la oferta desaparece. Tomando de referencia los modelos escandinavos como el de Suecia donde se penaliza a los hombres que compran a mujeres o niños con fines de comercio sexual, con penas de cárcel de hasta 6 meses o multa, porque tipifica este delito como «violencia remunerada». En ningún caso se dirige contra las mujeres prostituidas, ni pretende su penalización o sanción porque la prostitución es considerada como un aspecto de la violencia masculina contra mujeres, niñas y niños.

Porque si regulamos estaremos legitimando las relaciones patriarcales: aceptar un sistema de subordinación y dominación de las mujeres, anulando la labor de varios decenios para mejorar la lucha por la igualdad de las mujeres. Y consolidar las definiciones patriarcales de las mujeres, cuya función sería la de estar al servicio sexual de los hombres.

Si la integramos en la economía de mercado, estamos diciendo que esto es una alternativa aceptable para las mujeres y, por tanto, si es aceptable, no es necesario remover las causas, ni las condiciones sociales que posibilitan y determinan a las mujeres a ser prostituidas. Normalizar la prostitución como una «opción para las pobres».

Si convertimos esta violencia en una profesión como otra cualquiera para las mujeres. ¿Cómo podremos educar para la igualdad en una sociedad donde las niñas sabrán que su futuro puede ser prostitutas, viendo a otras exhibirse en escaparates al estilo del barrio rojo de Holanda, y los chicos sabrán que puede usarlas para su disfrute sexual si tienen el suficiente dinero para pagar por ello?

Cambiar el destino de las mujeres y hombres que están en la prostitución pasa por plantear un sistema económico justo y sostenible que incorpore en igualdad a ambos sexos. Cambiar su destino pasa por perseguir a las mafias y no favorecer su instalación en nuestros países con leyes permisivas. Cambiar su destino pasa por transformar la mentalidad de esos varones, no sólo con multas que les quiten las ganas sino con una educación que obligue a los medios a cambiar la imagen de la mujer como objeto sexual y a los hombres a corresponsabilizarse emocional y vitalmente. Cambiar su destino pasa porque los derechos de las mujeres dejen de ser derechos de segunda y pasen a formar parte de verdad de los derechos humanos.

Se dice que la prostitución siempre ha existido, dicen. También las guerras, la tortura, la esclavitud infantil, la muerte de miles de personas por hambre. Pero esto no es prueba de legitimidad ni validez. Tenemos el deber de imaginar un mundo sin prostitución, lo mismo que hemos aprendido a imaginar un mundo sin esclavitud, sin apartheid, sin violencia de género, sin infanticidio ni mutilación de órganos genitales femeninos.

Por ello las ciudades que se adhieren a la red asumen compromisos a partir de una moción que se debate en el pleno de las corporaciones municipales, que van dirigidos a erradicar la demanda, no solo con la persecución y penalización de “clientes” y proxenetas sino con campañas   para sensibilizar y convencer a la población de que la prostitución es igual a violencia de género.

Que, en colaboración con la Administración Central y Autonómica (regional), se provenga  de fondos para servicios sociales integrales que sean dirigidos a cualquier prostituta que desee dejar esa ocupación ayudando a las mujeres que abandonen la prostitución.

Que se impida que los medios de comunicación, tanto impresos como audiovisuales, se lucren con la explotación sexual de las mujeres ofertando servicios sexuales en anuncios o publicidad, que suponen una forma de colaborar con la prostitución que controlan proxenetas y mafias y una forma de colaborar con la violencia contra las mujeres.

Esta moción debe servir para que trascienda de los ayuntamientos a la ciudadanía, porque las leyes sin una transformación de la sociedad no son efectivas. En paralelo se deben propiciar los debates que permitan sensibilizar  sobre esta lacra y para ello hay que visibilizarla. No puede seguir siendo la esclavitud del SXXI invisible a los ojos de la gente. Sin duda, son los gobiernos más cercanos a la ciudadanía los que pueden ayudar en ese proceso de transformación hacia una Europa libre de trata, en la que las mujeres no sean susceptibles de ser víctimas de las redes de tráfico para la prostitución porque desaparezca la demanda y por lo tanto también el negocio de las mafias.

Ρένα Δούρου, Περιφερειάρχης Αττικής:

Ρήγας Αξελός, επικεφαλής της «Ανοιχτής Πόλης»

Θεωρούμε πολύ  σημαντική την πρωτοβουλία για δημιουργία Δικτύου Πόλεων που θα είναι ελεύθερες από το trafficking γυναικών με σκοπό την πορνεία και την σεξουαλική εκμετάλλευση. Η Ανοιχτή Πόλη είναι παρούσα για να υποστηρίξει την καμπάνια που ξεκίνησε από την Κόρντοβα το 2017 για το δίκτυο «Πόλεις Ελεύθερες από το trafficking».

Θεωρούμε πως το trafficking είναι από τα πιο βαριά εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου .  Αν και είναι έντονη η έμφυλη διάσταση στα εγκλήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, τα κορίτσια και οι γυναίκες είναι η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων. Υπάρχουν όμως και άλλες ομάδες που είναι εκτεθειμένες στο φάσμα της σεξουαλικής εγκληματικότητας, με αποτέλεσμα να μιλάμε για ζήτημα του ευρύτερου τομέα των Δικαιωμάτων και Αλληλεγγύης.

Σε επίπεδο Δήμων, οφείλει να λειτουργεί ένα σημαντικό δίκτυο δομών κοινωνικής αλληλεγγύης, βρεφοκομείο, παιδικοί σταθμοί, Λέσχες Φιλίας, ξενώνες κακοποιημένων γυναικών. Εμείς έχουμε παγίως υποστηρίξει ότι το δίκτυο αυτό πρέπει να αναβαθμιστεί, να οργανωθεί σε μόνιμη βάση και με μόνιμο προϋπολογισμό.

Παρατηρούμε ότι ακόμα και σε μεγάλους Δήμους, όπως της Αθήνας, δεν υπάρχει σταθερή χρηματοδότηση για την κοινωνική μέριμνα. Ειδικά η παράταξη Καμίνη, υποβαθμίζει την κοινωνική μέριμνα και την ασκεί τόσο όσο της επιτρέπουν περιστασιακές χορηγίες. Ως αποτέλεσμα, οι δομές δεν έχουν μονιμότητα και όταν τελειώνουν οι χορηγίες τα προγράμματα «λήγουν» και οι ωφελούμενοι «απορρίπτονται», όπως στο παράδειγμα της κοινωνικής πολυκατοικίας, Μπουμπουλίνας 36. Για την Ανοιχτή Πόλη, η κάθε Δημοτική Κοινότητα θα πρέπει να διαθέτει υποδομές Κοινωνικής μέριμνας, ώστε να αναπτύσσεται φροντίδα προσωποποιημένα για κάθε μικρή κοινωνική περιφέρεια. Στόχος μας είναι η ενθάρρυνση της γυναικείας ανεξαρτησίας και η ενίσχυση της γυναικείας χειραφέτησης.

Μέσα στην πόλη, οφείλουμε να κατανοήσουμε την καθημερινότητα, μέσα από τη διαπλοκή του φύλου με άλλους άξονες όπως η κοινωνική τάξη, η σεξουαλικότητα, η εθνότητα και με συγκεκριμένη χωρική αναφορά. Όταν οι άξονες αυτοί παράγουν καταπίεση και εκμετάλλευση, οφείλουμε να εξασφαλίσουμε στήριξη και φροντίδα για τα δικαιώματα τους . Πρέπει να δίνουμε άμεσα βοήθεια και να καλλιεργούμε την στήριξη σε όσους χρειάζεται, για  να ξεφύγουν από συνθήκες σκλαβιάς και εκμετάλλευσης. Ειδική μέριμνα, στο ίδιο πλαίσιο, για πρόσφυγες γυναίκες και παιδιά. Για το νομικό πλαίσιο, επισημαίνουμε ότι έχουν κατατεθεί πολλές ενστάσεις για την ποινικοποίηση της σεξουαλικής εργασίας και των χρηστών. Σε αντίθεση με τις ελπίδες ότι ένας νέος νόμος, για την ποινικοποίηση του χρήστη, θα μειώσει τη ζήτηση, θα μειώσει επίσης και τους εργαζομένους στο σεξ, σε αρκετές χώρες που εφαρμόστηκε  δεν υπήρξε μείωση του αριθμού των εργαζομένων του σεξ.

Επιπλέον, ο νόμος είχε αρνητικές συνέπειες για την ασφάλεια των εργαζομένων του σεξ, την υγεία τους και τις γενικές συνθήκες διαβίωσης. Η ποινικοποίηση έχει ωθήσει τους εργαζόμενους του σεξ να λειτουργούν κάτω από πιο ριψοκίνδυνες συνθήκες, με επικίνδυνες συνέπειες για την υγεία τους.  Επιπλέον, η ποινικοποίηση αυτή προάγει τον στιγματισμό, τις διακρίσεις και τη βία κατά των προσώπων αυτών και τα καθιστά ευκολότερα θύματα (Journal of Public Health). Σύμφωνα με τεκμηριωμένες μελέτες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας «η αποποινικοποίηση της εργασίας στο σεξ, θα οδηγούσε σε μείωση κατά 46% των κρουσμάτων hiv στα πρόσωπα που εργάζονται στο σεξ σε 10 χρόνια, καθώς και στον τερματισμό της σεξουαλικής βίας που υφίστανται . Θα οδηγούσε επίσης, σε 20% μείωση των νέων κρουσμάτων».

Αγγελική Δουβή, δημοτική σύμβουλος Ηλιούπολης και μέλος της Επιτροπής Ισότητας του Δήμου Ηλιούπολης

Η δική μου εισήγηση επικεντρώνεται στην εμπειρία που έχω αποκομίσει από τη θητεία μου στο Δημοτικό Συμβούλιο Ηλιούπολης. Είμαι μέλος της Κίνησης «ΗΛΙΟΥ-πόλις ανθρώπινη πόλη» που δραστηριοποιείται από τη θέση της μείζονος αντιπολίτευσης και εμπνέεται από τις αξίες της ριζοσπαστικής αριστεράς, στηρίζεται στη δύναμη των ανθρώπων και των κινημάτων. Ως η μοναδική γυναίκα της δημοτικής ομάδας προσπαθώ, όσο μου επιτρέπει το ισχύον δημαρχοκεντρικό μοντέλο διοίκησης, να αναδεικνύω εκτός των άλλων και θέματα που άπτονται της ισότητας των φύλων και της καταπολέμησης της βίας ενάντια στις γυναίκες.

Η εμπειρία μου από τον τρόπο που λειτουργεί η Επιτροπή Ισότητας με προβληματίζει ως προς τις δυνατότητες που μας δίνει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο του «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗ» για την ανάδειξη των ζητημάτων αυτών. Είμαι μέλος της Επιτροπής, η οποία αν και ορίστηκαν τα μέλη της με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, με ευθύνη της διοίκησης του Δήμου Ηλιούπολης ουδέποτε συγκλήθηκε σε σώμα ούτε συνεδρίασε εδώ και 4 χρόνια. Έχω επανειλημμένα ζητήσει να συγκληθεί αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει τρόπος για να υποχρεωθεί θεσμικά ο Δήμος ούτε από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση αλλά ούτε και από την ΚΕΔΕ. Πιστεύω ότι με την προτεινόμενη αλλαγή του θεσμικού πλαισίου των ΟΤΑ («Κλεισθένης Ι») είναι ευκαιρία για το φεμινιστικό κίνημα να διεκδικήσει την υποχρεωτικότητα της Δημοτικής Επιτροπής Ισότητας και τον καθορισμό συγκεκριμένων και ουσιαστικών αρμοδιοτήτων.

Η Δημοτική μας Κίνηση οργάνωσε με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας εκδήλωση με τίτλο «τα χίλια πρόσωπα της βίας κατά των γυναικών» με ομιλήτρια την Ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ/ΚΕΑ σ. Κωνσταντίνα Κούνεβα και την σ. Αγγελική Παπάζογλου, συντονίστρια του τμήματος φεμινιστικής πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ,  όπου ενημερώθηκαν οι πολίτες σχετικά με την κύρωση από Βουλή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και τονίστηκε η ανάγκη ενδυνάμωσης των γυναικών θυμάτων βίας. Προτάθηκε η δημιουργία δομής για την πρόληψη και αντιμετώπιση όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών σε κάποιο από τα ακίνητα που διεκδικεί ο Δήμος από καταπατητές .

Ειδικά για το πρόβλημα της έμφυλης βίας και του trafficking που γίνεται με σκοπό την σεξουαλική εκμετάλλευση, οι γυναίκες που συμμετέχουμε σε Δημοτικά Συμβούλια καλούμαστε να το θέσουμε άμεσα με στόχο να καταστήσουμε την πόλη μας μέλος ενός «Ευρωπαϊκού Δικτύου Πόλεων χωρίς Trafficking».

Τοποθέτηση Ελένης Μπελιά,  δημοτική σύμβουλος Αλίμου, επικεφαλής της παράταξης "ΆΝΩ-ΚΑΤΩ στο Καλαμάκι"

Τα ζητήματα που πραγματεύεται η διημερίδα είναι ιδιαίτερα οξυμένα στις τοπικές κοινωνίες.

Ο Άλιμος έχει μέτωπο στη θάλασσα, μέσω της παραλιακής λεωφόρου Ποσειδώνος, όπου λειτουργούν καταστήματα εστίασης, καθώς και τη Μαρίνα Αλίμου. Η δραστηριότητα αφορά πληθυσμό από όλες τις περιοχές του Νομού Αττικής και μεγάλο αριθμό τουριστών από όλα τα μέρη του κόσμου. Η υπάρχουσα κατάσταση, έχει δημιουργήσει -δυστυχώς- ένα πλαίσιο ανάπτυξης της πορνείας, και πιθανότατα εμπορίας και διεθνικής σωματεμπορίας γυναικών.

Εδώ και δεκαετίες, η πορνεία στο πεδίο γίνεται απροκάλυπτα και είναι ολοφάνερη στους δημότες όλων των ηλικιών.  Όλες τις ώρες της ημέρας νεαρές γυναίκες εκδίδονται. Γύρω από την παραλιακή λεωφόρο, δραστηριοποιούνται μικρά ή μεσαία ξενοδοχεία, που «εξειδικεύονται» στον τομέα αυτόν, με την ανοχή της τοπικής κοινωνίας.

Σε πρόσφατη συνάντηση των Δημάρχων των Νοτίων Προαστίων με τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη εθίγησαν και τα ζητήματα της πορνείας στο παράκτιο μέτωπο. Η αντιμετώπιση του ζητήματος από τη σκοπιά της καταστολής ή της καταπολέμησης της εγκληματικότητας ή της βελτίωσης της εικόνας της περιοχής δεν αρκεί. Η κοινωνία δεν είναι ενιαία και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού –ιδιαίτερα του ανδρικού- συνηγορεί και αναπαράγει την κατάσταση. Σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης ανοικτά  διατυπώνονται απόψεις «να μην θιγεί η πορνεία για να μην κλείσουν τα ξενοδοχεία της γειτονιάς...» Ενώ έντονη είναι η προκατάληψη ότι οι γυναίκες αυτές εκδίδονται από επιλογή τους. Στην κατεστημένη κοινωνική συνείδηση, έτσι κι αλλιώς, οι πελάτες είναι στο απυρόβλητο.

Στο δημοτικό συμβούλιο του Αλίμου έχει τεθεί από κατοίκους ζήτημα λήψης μέτρων απομάκρυνσης των γυναικών που εκδίδονται. Ο εκπρόσωπος του τοπικού Αστυνομικού Τμήματος πήρε θέση ως προς το σκέλος της καταστολής-απομάκρυνσης. Τοποθετήθηκαν κάγκελα κατά μήκος τμήματος του πεζοδρομίου της παραλιακής, μεταθέτοντας απλώς το “πρόβλημα” κάμποσα μέτρα πιο κάτω.

Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι εν όψει της «αξιοποίησης» του πρ. αεροδρομίου στο Ελληνικό και τις αναπτύξεις στην Μαρίνα, τα συμβάντα και τα φαινόμενα της πορνείας, του σεξισμού, της εμπορίας και της διεθνικής σωματεμπορίας γυναικών πιθανότατα να λάβουν μεγάλη διάσταση, εάν δεν ληφθούν εγκαίρως μέτρα  προληπτικά και μέτρα ίασης.

Επομένως, θα πρέπει να δραστηριοποιηθούν οι αρχές, τοπικά αλλά και κεντρικά, σε μία κοινή βάση συνεργασίας. Δήμος, Αστυνομία, φορείς της τοπικής κοινωνίας, εκπαιδευτικοί, δημοτικές παρατάξεις να δράσουν αποτρεπτικά και προληπτικά. Η Πρωτοβουλία Πόλεις χωρίς Trafficking είναι μια πολύ καλή ευκαιρία.

Δεν έχουμε σήμερα εικόνα δράσεων του Δήμου Αλίμου σχετικά με την «Ευρωπαϊκή Χάρτα για την Ισότητα των Φύλων στις Τοπικές Κοινωνίες», που υπέγραψε το 2011 ο δήμος Αλίμου.

Η Δημοτική μας Κίνηση μπορεί να χαρτογραφήσει ένα σχέδιο δράσης στη βάση της Πρωτοβουλίας Πόλεις χωρίς Trafficking και να την υιοθετήσει συμμετέχοντας ενεργά στην καμπάνια

Σ. Βαγενά, εκπρόσωπος Αληλλεγγύης Γυναικών της "Δημοκρατικής Ενωτικής Κίνησης Αστυνομικών", Πόλεις χωρίς βία

Σας ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση και την ευκαιρία που μας δώσατε να συμμετάσχουμε σε μια τόσο σημαντική διημερίδα, η οποία αφορά τη βία κατά των γυναικών και ιδιαίτερα το τέλος της ανοχής στην έμφυλη βία.

Ονομάζομαι Βαγενά Σοφία, και βρίσκομαι εδώ ως Εκπρόσωπος μιας ομάδας γυναικών αστυνομικών που ονομάζεται Αλληλεγγύη Γυναικών και ανήκει στη Δημοκρατική Ενωτική Κίνηση Αστυνομικών.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν, τη σοβαρότητα της κατάστασης και των προβλημάτων που ανακύπτουν από την παράνομη διακίνηση και εμπορία ανθρώπων, δε μας επιτρέπεται να μένουμε αμέτοχες στο εγκληματικό φαινόμενο του trafficking, αρχικά λόγω του ότι είμαστε γυναίκες ευαισθητοποιημένες κοινωνικά αλλά και λόγω της ιδιότητάς μας ως αστυνομικοί, καθώς η Αλληλεγγύη έρχεται σε επαφή με γυναίκες θύματα trafficking.

To trafficking προσβάλει βάναυσα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των θυμάτων και αποτελεί κατάφορη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, καθώς αναγάγει τον άνθρωπο σε αντικείμενο εκμετάλλευσης με σκοπό το κέρδος.

Από τη μελέτη των υποθέσεων που έχουν διερευνήσει οι Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας προκύπτει ότι κυρίαρχη μορφή εμπορίας ανθρώπων είναι η σεξουαλική εκμετάλλευση.

Από την περαιτέρω ανάλυση των υποθέσεων προκύπτει ότι η σεξουαλική εκμετάλλευση λαμβάνει χώρα:

  • με πραγματοποίηση ερωτικών ραντεβού

  • σε παράνομους οίκους ανοχής

  • στο δρόμο, ως πεζοδρομιακή πορνεία

  • σε κέντρα διασκέδασης με τη μορφή «stripshow»

  • σε χώρους με το πρόσχημα παροχής υπηρεσιών ευεξίας (μασάζ).

  • σε αγροτικές περιοχές όπου παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση αλλοδαπών εργατών.

Η Χώρα μας, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί τόσο, Χώρα ¨ενδιάμεσο¨ όσο και Χώρα ¨προορισμό¨ για τα θύματα εμπορίας ανθρώπων και σε ορισμένες περιπτώσεις Χώρα ¨πηγή¨ σχετικών θυμάτων.

Για την αποτελεσματική διερεύνηση υποθέσεων εμπορίας ανθρώπων, η Ελληνική Αστυνομία προχώρησε σε επιχειρησιακό επίπεδο δημιουργώντας δώδεκα (12) Ομάδες Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων και δύο (2) Τμήματα Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων στις Υποδιευθύνσεις Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και Εμπορίας Ανθρώπων των Διευθύνσεων Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα.    

Για το χρονικό διάστημα 2015 – 2017 από Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας διερευνήθηκαν συνολικά 64 υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση και «απελευθερώθηκαν» συνολικά 91 θύματα.

Στις μέρες μας που η μετανάστευση και η προσφυγιά παρουσιάζει εντατικούς ρυθμούς, έχουμε μια έξαρση του φαινομένου της μεταναστευτικής και της καταναγκαστικής πορνείας. Οι πόλεμοι, η φτωχοποίηση, η αύξηση των προσφυγικών ροών και ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός με μοναδική αξία του το κέρδος, εξωθεί και επαυξάνει την εμπορία ανθρώπων για σεξουαλική ή καταναγκαστική εργασία.

Θα ήθελα σε αυτό το σημείο, να παραθέσω την προσωπική μου εμπειρία, ούσα νέα αστυφύλακας σε κεντρικό τμήμα των Αθηνών.

Έχοντας ως τομέα ευθύνης μου τους περισσότερους οίκους ανοχής του κέντρου των Αθηνών, κλήθηκα να ελέγξω τις εργαζόμενες γυναίκες των οίκων ανοχής της περιοχής ευθύνης μου. Εκεί διαπίστωσα τι πραγματικά συμβαίνει όταν πέσει το φως της ημέρας. Σε γειτονιές κάποιοι άντρες αναζητούν πληρωμένο έρωτα σε studio, πιάτσες, πεζοδρόμια και σε οίκους ανοχής. Σε κάποιους οίκους ανοχής ορισμένες γυναίκες είναι αναγκασμένες να εργάζονται. Κάπου παρακάτω, σε κάποια παλιά διαμερίσματα της πόλης σε κλειστά σπίτια που μπορεί να είναι και δίπλα μας ορισμένες ζουν τον απόλυτο εφιάλτη. Είναι οι γυναίκες θύματα σωματεμπορίας που βρέθηκαν χωρίς τη θέλησή τους στη χώρα μας. Έχουν απαχθεί, κακοποιηθεί, εξαναγκαστεί στην πορνεία από κλειστά κυκλώματα προαγωγών. Έρχονται για ένα όνειρο το οποίο μόλις φτάνουν κατακρεουργείται και ξεκινάει ο εφιάλτης.

Όταν πρώτη φορά κλήθηκα να μπω σε ένα τέτοιο χώρο, πραγματικά πάγωσα. Με λύπη μου διαπίστωσα, ότι όσα λόγια κ να ειπωθούν εδώ μέσα σήμερα, μόνο αν μπεις έστω και για λίγα λεπτά μέσα σε αυτούς τους χώρους αναμονής, μόνο τότε μπορείς σα γυναίκα να αισθανθείς τη βιαιότητα κ τον εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Αντίκριζα πελάτες διαφόρων ηλικιών κ εθνικοτήτων, κ από την άλλη κορίτσια τρομοκρατημένα και παραδομένα ψυχικά κ σωματικά. Αξιοσημείωτο είναι δε, ότι πραγματικά δε ξέρω κατά πόσο η ηλικία που αναγραφόταν στις κάρτες τους αντιστοιχούσε με την πραγματική ηλικία αυτών των κοριτσιών.

Σίγουρα όταν ολοκλήρωσα την καταγραφή των οίκων ανοχής, αυτό που μου έμεινε καλά χαραγμένο μέσα μου μέχρι κ σήμερα, είναι ότι σίγουρα δεν είναι επιλογή τους αυτό που κάνουν!!!Ζουν την απόλυτη κόλαση κάθε μέρα. Όταν περάσουν τα χρόνια, οι γυναίκες αυτές θα έχουν φτάσει σωματικά σε επίπεδο που θα είναι εμφανή τα σημάδια και ψυχικά σε επίπεδο τραυματικό χωρίς να λειτουργεί το συναίσθημα της αυτονομίας και του ελέγχου.

Αυτές οι γυναίκες μακροχρόνια μέσω της ψυχικής διαδικασίας που έχουν υποστεί, δεν έχουν τη δύναμη ακόμη καν κάποτε καταφέρουν να έχουν δικαίωμα επιλογής να αποδράσουν, καθώς λειτουργεί πλέον σε αυτές το σύνδρομο της Στοκχόλμης και θεωρούν ότι δεν τους αξίζει κάτι καλύτερο στη ζωή. Τα περισσότερα θύματα υπόκεινται σε βιασμό, σωματική κακοποίηση και σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού οι διακινητές αρχίζουν με απατηλά μέσα, να άρουν τις αντιστάσεις τους ώστε να πάψουν να ελπίζουν, να διεκδικούν και να ζουν. Τις χτυπούν, τις βιάζουν κάθε μέρα, τις κλειδώνουν σε σπίτια ή ξενοδοχεία πάντα επιτηρούμενα ώστε να μην προβάλουν καμία αντίσταση και να είναι ψυχικά και σωματικά κουρέλια για να αρχίσουν μη ελπίζοντας τίποτα, να τις προωθούν σε άντρες για χρήματα.  

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ, ότι το trafficking και η πορνεία αποτελεί την κορυφή της πυραμίδας και θα αποτελεί ένα από πιο σημαντικά οργανωμένα εγκλήματα, όμως η πραγματικότητα βρίσκεται στη βάση αυτής. Εκεί όπου οι άντρες και αυτό αφορά το 1/3 του ενεργά σεξουαλικού πληθυσμού της χώρας, αναζητούν τη γυναίκα όχι του πορνοsite ή τα call girls αλλά τη γυναίκα των 5 ευρώ 10 ευρώ ακόμη κ αν είναι τοξικομανής ή ακόμη τη γυναίκα που είναι φορέας HIV ή αποτελεί θύμα εκμετάλλευσης και εν γνώσει τους αναζητούν μαζί τους τον πληρωμένο έρωτα .

Θέλω να σας επιστήσω την προσοχή ότι εμείς σαν Αλληλεγγύη Γυναικών θεωρούμε ότι η πορνεία είναι δουλεία, που πλήττει τα θύματα, αλλά και την κοινωνία στο σύνολό της, γιατί διαμορφώνει αντιλήψεις εμπορευματοποίησης των ανθρώπινων σχέσεων. Η γυναίκα, μέσα από το κοινωνικό φαινόμενο της πορνείας και του trafficking, αντιμετωπίζεται ως «πράγμα», το οποίο μπορεί να πουλιέται και να αγοράζεται. Εδώ λοιπόν, πρέπει να δοθεί έμφαση στην εκπαίδευση και συνεχή επιμόρφωση των παιδιών, ήδη από την προσχολική ηλικία να μάθουν ότι η σεξουαλική πράξη δεν είναι κάτι που πουλιέται και αγοράζεται, ώστε να μειώσουμε τους μελλοντικούς χρήστες-πελάτες των οίκων ανοχής.

Η πορνεία λοιπόν για την Αλληλεγγύη δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως επαγγελματική επιλογή, αλλά ως βία ανθρώπου προς άνθρωπο. Το πρόβλημα αυτό του  trafficking μπορεί να λυθεί μόνο όταν εκλείψουν οι λόγοι που το τροφοδοτούν ώστε να υπάρχει.

Η πρόταση μας ως Αλληλεγγύη στο παγκόσμιο πρόβλημα του trafficking, που είναι κυρίως κοινωνικοοικονομικό και αφορά τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, είναι ο αγώνας όλων μας για μια καλύτερη κοινωνία, χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου προς άνθρωπο.

Μέχρι όμως να φτάσουμε σε μια τέτοια ιδανική κοινωνία, δε μπορούμε να μένουμε με τα χέρια σταυρωμένα στα καθημερινάε γκλήματα που διαπράττονται. Χρειάζεται αφύπνιση όλων και η δημιουργία παγκόσμιου κινήματος κατά του trafficking, κατά της εκμετάλλευσης όποιας μορφής και φυσικά εφησυχασμό από κανέναν.

Μέρος των ευθυνών, αντιλαμβανόμαστε ανήκει σε όλους μας, ας αρχίσουμε όλοι μαζί να μην κάνουμε τα στραβά μάτια στην πορνεία, ένα τηλεφώνημα μπορεί να αλλάξει τη ζωή μιας γυναίκας, να την ελευθερώσει από μια κόλαση που ακόμη και η ίδια φοβάται ναπαραδεχθεί γιατίφ οβάται όχι πλέον για την ίδια της τη ζωή αφού και ο θάνατος γι’αυτήν θα ήταν μια λύτρωση στην κόλαση που βιώνει αλλά και για όσους έχει αφήσει πίσω της.

 Charlotte Samelin, πρέσβειρα της Σουηδίας

It´s an honor to be here today at this very important event. I would like to extend my thanks to the organisers for both arranging the event and also for inviting me.


It is surprising that many persons who discuss trafficking in humans rarely speak about

  • trafficking for sexual exploitation,

  • the gender dimension of trafficking, and

  • even fewer discuss or comment on the connection between prostitution and trafficking in persons.


Of course, we need to focus on all forms of trafficking  – not only for the purpose of sexual exploitation . But there are good reasons to keep a special focus on trafficking for sexual exploitation and to talk about prostitution and how prostitution correspond to trafficking.


The European Commission states in its study on Gender Dimension on trafficking in human beings that:


“The harms from trafficking for purposes of sexual exploitation are different from the harms from trafficking for purposes of labour and other forms of exploitation.


Their seriousness is related to the specific ways that the bodies of trafficked women are abused. There are severe, brutal and long-term, gender-specific physical, gynecological and mental health harms, risks to life and traumas from trafficking for purposes of sexual exploitation.”


There are many reports that support the argument that it is necessary to keep a strong focus on trafficking for sexual exploitation.


But I will only mention results from one of them: (854 persons currently or recently in prostitution in 9 countries) who were asked about their history of sexual and physical violence.


They found that prostitution was multi-traumatic:


  • 71% were physically assaulted in prostitution; 63% were raped;


  • 89% wanted to escape prostitution, but lacked other options for survival.


  • 75% had been homeless at some point in their lives; 68% met criteria for PTSD.


It is obvious that there is a strong gender inequality and human rights dimension.


I am representing the Swedish Government – which is a feminist gov’t  and  gender equality is in focus both in national and international work.


The view of the Swedish Government is that sex trafficking and prostitution is more than an issue of crime:


  • it´s an issue of human rights

  • it´s a manifestation of persistent gender inequality and subordinate status of women globally


Most of you here may be familiar with the Swedish legislation regarding trafficking and prostitution.


  • Human trafficking is of course criminalised –according to the Palermo protocol and other relevant int’l instruments.


  • 1 January 1999 SE 1st country in the world criminalise the purchase of sex.


  • So buying sex is criminalised - but selling sex is not. Pimping, procuring and operating brothels are illegal.


The main reason for not criminalising the selling of sex is that we view the seller as a victim, a victim of gender inequality, a victim of men’s belief that it is ok to buy the bodies of women and girls and use them as objects.


It is also the knowledge that most of those who are in prostitution are not doing it voluntarily.


We can of course always have a philosophic discussion of what is voluntary. But we all know that there is plenty of proof regarding how vulnerable the majority of those who are in prostitution are.


Many of you may be familiar with the evaluation of the Swedish law and the findings – that is:


  • that street prostitution was reduced to half


  • the proportion of men reporting that they have paid for sex decreased substantially after the law came into effect;   some studies suggest that this fell by almost half,


  • Sweden has a smaller market for sex than many other European countries.


People say things about the Swedish law and the consequences of the law that are plain wrong.


1st There is nothing to indicate that there has been a greater increase in prostitution via the Internet in Sweden than in comparable countries.  Prostitution where the first contact is made via the Internet is more prevalent in Sweden’s neighbouring countries. This indicates that the prohibition has not led to street prostitution in Sweden shifting arenas to the Internet.


2nd There is nothing to indicate that the prevalence of indoor prostitution, for example in massage parlours, sex clubs and hotels has increased in recent years.


3rd There is nothing to indicate that criminalisation has had a negative effect on people exploited through prostitution and that there is more violence against them who are in prostitution today than prior the law.


On the contrary!


  • the fact is that Sweden has not had one single murder of persons selling sex since the law came in to force.


The police team in Stockholm that works 100% with issues regarding prostitution says that the law really works.

There are fewer buyers and it is much easier to approach those who are selling sex, of which 99,9% are women since they are not afraid to talk to thepolice.


The police confirms that the law protects those who are selling and that it puts pressure on the buyer to behave.


The buyer knows that if he gets abusive the women can contact the police without risking punishment.


If the buyer is exposed he risks a lot more. He is of course getting a fine but he is also  – in a country where it’s not socially acceptable to buy sex – facing the risk of losing his job and losing his family. This risk makes most sex buyers want to be very discrete – they don´t want to make a scene.


To summarise: The Government, political parties and a strong majority of Swedish people are for the law.

 
 

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)