to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

14:40 | 09.10.2019

Πολιτισμός

Με αφορμή την παράσταση του Θείου Βάνια: Να ξαναδούμε τον βίο και την πολιτεία μας με νέο βλέμμα

Ο «θείος Βάνιας» του Άντον Τσέχωφ, στη σκηνοθεσία της Μαρίας Μαγκανάρη, αναδεικνύει την αγάπη του ρώσου δραματουργού για τον άνθρωπο, και μας προ(σ)καλεί να ξαναδούμε τον βίο και την πολιτεία μας, με νέο βλέμμα.


Ο Θείος Βάνιας, η ανιψιά του, Σόνια, η γιαγιά της, Μαρία, ο γαμπρός της, Σερεμπριακόφ, η γυναίκα του, Ελένα, ο γιατρός τους, Αστρόφ, ο μουζίκος Τελιέγκιν και η παραμάνα Μαρίνα.

του Θοδωρή Τσαπακίδη

Ο Τσέχωφ αγαπάει όλους τους χαρακτήρες του. Στον Τσέχωφ δεν υπάρχουν κομπάρσοι, ηθοποιοί-μέρος του ντεκόρ. Κι αυτό ανεξάρτητα από τις προσωπικές τους πεποιθήσεις, τις ιδεολογικές τους προτιμήσεις ή  την κοινωνική τους τάξη, ανεξάρτητα από το αν είναι αριστοκράτες, αστοί ή μουζικοί, αν είναι προοδευτικοί ή συντηρητικοί, ματαιωμένοι ή φερέλπιδες. Όλοι παίζουν ρόλο στο έργο. Ο Τσέχωφ ενσκήπτει στον καθένα τους και βλέπει την αλήθεια του. Ο Τσέχωφ μάς επιτρέπει να δούμε αυτόν που κοιτάμε, αλλά δεν τον βλέπουμε. Και να αντιληφθούμε ότι όλοι, και ο πιο νέος και ο πιο νάρκισσος και ο πιο θυμωμένος, όλοι μαζί κινούν (και κινούμε) τα νήματα της ιστορίας. Και, κατ’ επέκταση, μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την ευθύνη μας στη ζωή, την ευθύνη μας απέναντι στην Ιστορία, με γιώτα κεφαλαίο, τη δύναμή μας…


Η αντίληψη του Τσέχωφ, όπως εμφανίζεται στα έργα του, είναι, κατ’ αυτή την έννοια, ισχυρότερα μετασχηματιστική από ό,τι εκείνη άλλων «στρατευμένων» δημιουργών. Δυνάμει επαναστατική. Και η κωμικότητά του πολύ πιο βαθιά, καθώς εδράζεται στη δύναμη που αναγνωρίζει στους χαρακτήρες, και, συχνά, στην αποτυχία τους να την αναγνωρίσουν οι ίδιοι και να διεκδικήσουν έναν προσωπικό δρόμο χειραφέτησης και ευτυχίας. 
Η αξεπέραστη πρωτοτυπία του έργου του Τσέχωφ είναι πως η δύναμη της παρουσίας ενός χαρακτήρα στη σκηνή (δύναται να) είναι αντιστρόφως ανάλογη του χρόνου παραμονής του σε αυτήν.


Η παράσταση της Μ. Μαγκανάρη αξιοποιεί στο μέγιστο αυτή τη δυνατότητα. Στον «θείο Βάνια» που σκηνοθετεί, όλα τα πρόσωπα έχουν τη δική τους αξία. Ανεξάρτητα από την όποια αφετηρία της ίδιας της σκηνοθέτιδας, η παράστασή της μας επιτρέπει να δούμε τα πρόσωπα στην πολυεπίπεδη ύπαρξή τους και να δούμε τη συνύπαρξή τους υπό το πολύπαραγοντικό πρίσμα των ανθρώπινων συστημάτων.
Αν η παράσταση ήταν μια σωσίβια λέμβος, όλοι κινούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπατάρει. Και όπως σε μια λέμβο, το βάρος και του πιο «ασήμαντου» επιβάτη είναι αρκετό –υπό συγκεκριμένες συνθήκες– για να την αναποδογυρίσει, έτσι και εδώ.  
Η ίδια η σκηνοθέτης στον ρόλο της παραμάνας καταφέρνει –πράγμα τόσο δύσκολο για μία σκηνοθέτη που παίζει στην παράσταση που σκηνοθετεί– με πέντε έξι ατάκες να ζωντανέψει ένα πρόσωπο που λες και υπάρχει πάνω από όλους, έναν ελκυστή στον οποίον συγκλίνουν τα γεγονότα, μια σταθερά απαράλλαχτη ανεξαρτήτως των μεγάλων ή μικρών βλέψεων, οραμάτων, πεποιθήσεων και ενεργειών των άλλων προσώπων, ακόμα και των ιστορικών επίδικων που αυτά προεικονίζουν (οικολογικό ζήτημα, χειραφέτηση της γυναίκας, ρόλος της διανόησης, της εργασίας κ.α.).


Με την ίδια μαεστρία, εκείνη των γελωτοποιών παλιότερων εποχών, ο Δημήτρης Ντάσκας δημιουργεί μια αυθεντικά αγαθή περσόνα, έναν άγριο, που στέργει τη φυλή του, το κοπάδι στο οποίο ανήκει (του πατέρα του εξάλλου ήταν το κτήμα, αυτός είναι ο κληρονόμος εξ αίματος).
Σ’ αυτήν την παράσταση, συναντάμε –επιτέλους– έναν θείο Βάνια που δεν έχει ακόμα ηττηθεί από τη ζωή, που δεν περιφέρει αυτάρεσκα τη ματαίωσή του, με σερνάμενες κινήσεις, βουτηγμένος στο ποτό. Ο «θείος» του Κώστα Κουτσολέλου διεκδικεί ακόμα τη ζωή. Τα ξεσπάσματα του, όταν τρέχει, ξαπλώνει, κυλιέται, παίζει μουσική, προσφέρει λουλούδια, ερωτεύεται, πάνω στο σαθρό έδαφος του ατελέσφορου παρελθόντος του, κάνουν τα γεγονότα του έργου εξόχως δραματικά. Ο Βάνιας δεν το βάζει κάτω και το ανεπίτευκτο των διαβημάτων  του τον καθιστούν τη μεγαλειώδη φιγούρα που είναι.
Η δουλειά όλου του θιάσου είναι αξιέπαινη. Και όλοι (Ανθή Ευστρατιάδου, Βασίλης Καραμπούλας, Σύρμω Κεκέ, Ασπασία Κράλλη, Γιωργής Τσαμπουράκης) συμβάλλουν στην επιτυχία του εγχειρήματος. Όλοι μπορούν να φτάσουν στο τέλος μια μεγάλης πρότασης, στην μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, που μεταγγίζει στη γλώσσα μας την ουσία του έργου, με τις μουσικές ανάσες του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου, που μεταφέρουν τα συναισθηματικά φορτία των προσώπων, και συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα της παράστασης. Ο  Τσέχωφ αγαπάει όλους τους χαρακτήρες του. Αδικούνται, λοιπόν, οι υπόλοιποι που δεν υπάρχουν στον τίτλο του έργου. Ο «θείος Βάνιας» της Μαγκανάρη καταφέρνει να τους δώσει εκείνη την υπόσταση που η εκεί παρουσία τους θα ήταν δικαιολογημένη.

Να δούμε, λοιπόν, τον θείο Βάνια, για να ξαναδούμε αυτόν που κοιτάμε (τον πρωθυπουργό, την υπουργό, τον μεγαλοεπιχειρηματία, τη δικηγόρο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη, την καθαρίστρια, τον οδηγό του λεωφορείου, τη δασκάλα, τον ταξιτζή, τον τραπεζικό υπάλληλο, τη σύζυγο, τον μικροκακοποιό και άλλους), αλλά δεν τον βλέπουμε. Κάθε ένας έχει τη δική του ανεκτίμητη αξία. Κι αν την αναγνωρίσουμε, θα μπορέσουμε να διεκδικήσουμε τον δικό μας δρόμο χειραφέτησης (ατομικά ή συλλογικά), χωρίς να γίνουμε κωμικοί ή, ακόμα χειρότερα, γελοίοι. Και, επιτέλους, να ξεφύγουμε από τον προδιαγεγραμμένο μας δρόμο, της «υποφερτής δυστυχίας».

Ο «Θείος Βάνιας» παρουσιάζεται φέτος στο θέατρο Bios, εντεταγμένος στο ρεπερτόριο του θεάτρου του Νέου Κόσμου.

tags: Τσέχοφ

2019 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)