to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Με αφορμή (ακόμα ένα) «μεμονωμένο» περιστατικό

Δυστυχώς τα τελευταία δυο χρόνια μετρούμε μια σειρά από συστημικές ήττες στο πεδίο της προάσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών και της καλλιέργειας μιας δημόσιας κουλτούρας ανοχής και συμπερίληψης για ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας


Κάθε φορά που η καθημερινότητα μας προλαβαίνει (δυστυχώς) και το θάρρος μιας γυναίκας να δημοσιοποιήσει τα στοιχεία του επίδοξου βιαστή της γίνεται viral επαναλαμβάνονται (συλλογικά και ατομικά) τα ίδια μοτίβα δημοσιολογίας: ψηφιακός ακτιβισμός ο οποίος με τη δημοσιότητα (συχνά) βοηθά την εύρεση του δράστη, ψηφιακή έκθεση και κράξιμο του δράστη, μηνύματα αλληλεγγύης και διαφόρων ειδών επισημάνσεις για το πως φτάνουμε σε αυτά τα φαινόμενα, ολα θεμιτά και αναγκαία, και από την άλλη πλευρά whataboutists που αναρωτιούνται τι φορούσε η κοπέλα ή αν προκάλεσε, συγγενείς και φίλοι που ορκίζονται ότι ο δράστης «δεν είχε δώσει κανένα δικαίωμα», φυσιογνωμιστές που εκτιμούν τον εγκληματία από τη φάτσα και την ένδυση, κανιβαλισμός στα απανταχού σχόλια, παντός είδους κατάρες και στο τέλος (συνήθως) μια πολυετής δικαστική αντιμετώπιση η οποία επ' ουδενί δεν έχει την ίδια προβολή με το συμβάν το ίδιο.

Τι δεν έχουμε (σχεδόν) ποτέ; Συγκλίσεις για μια συστημική αντιμετώπιση της κουλτούρας του βιασμού, των ισχυρών πολιτισμικών μοτίβων της πατριαρχίας, της θεσμικής έμφυλης ανισότητας, των επίμονων κοινωνικών αντιλήψεων για την ομορφιά, το ερωτεύεσθαι και τη σεξουαλικότητα. Συστημική αντιμετώπιση που δε μπορεί δυστυχώς να επιτευχθεί με «ένα νόμο και ένα άρθρο», που θέλει μακροχρόνιο σχεδιασμό, πολιτικές συγκλίσεις, ρήξεις με κατεστημένους μηχανισμούς, προνοιακές υπηρεσίες, δημόσιο διάλογο και κοινωνική ενεργοποίηση. Κυρίως όμως χρειάζεται βούληση.

Βεβαίως για να υπάρξει μια τέτοια πρωτοβουλία οφείλουν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (κυβέρνηση, πολιτικά κόμματα, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, συλλογικότητες) να κάνουν μια πρωταρχική παραδοχή: ότι υφίσταται το πρόβλημα. Να τελειώνουμε με την ιστορία των μεμονωμένων περιστατικών, το ξάφνιασμα μπροστά την επόμενη σοκαριστική είδηση, τα κροκοδείλια δάκρυα και τις επιτροπές που κάθε τόσο συγκροτούνται και τίποτα δεν αλλάζει. Μαζί βέβαια με τη παραδοχή να τελειώνουμε και με τις συλλήβδην κρίσεις οι οποίες λειτουργούν συσκοτιστικά και εκτονωτικά. Δεν υπάρχει –για παράδειγμα- ένα κόμμα βιαστών, όπως ονόμαζαν ακραίες φωνές τη Νέα Δημοκρατία όταν ξέσπασε η υπόθεση Λιγνάδη. Διότι αν υπήρχε θα σήμαινε ότι θα ξεμπερδεύαμε πολύ εύκολα με τον σεξισμό και τη κουλτούρα του βιασμού καθώς αυτές οι κακοποιητικές συμπεριφορές θα ενδημούσαν σε έναν χώρο. Δεν είναι όμως καθόλου έτσι τα πράγματα.

Ωστόσο τα τελευταία δυο χρόνια μετρούμε μια σειρά από συστημικές ήττες στο πεδίο της προάσπισης των δικαιωμάτων των γυναικών και της καλλιέργειας μιας δημόσιας κουλτούρας ανοχής και συμπερίληψης για ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας:

  • Καταργήθηκε η Γενική Γραμματεία Ισότητας την Φύλων δίνοντας τη θέση της στη Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων υποβιβάζοντας τα ζητήματα των έμφυλων διαφορών σε ένα ιδεολογικό πλαίσιο που όχι απλώς δεν αντιτίθεται αλλά εμφορείται από τη πατριαρχία.
  • Σε μια σπάνια στιγμή για την έννομη τάξη η εισαγγελική αγόρευση στη δίκη των γυναικοκτόνων της Ελένης Τοπαλούδη χαρακτηρίστηκε από υψηλότατο κυβερνητικό παράγοντα ως «λαϊκή απογευματινή» και από τον πρόεδρο του ΔΣΑ ως παρέμβαση στο υπερασπιστικό έργο των δικηγόρων.
  • Προωθείται, στο όνομα της ισότητας, αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου για την επιμέλεια των τέκνων η οποία δυσχεραίνει την αντιμετώπιση περιστατικών ενδο-οικογενειακής βίας και στενεύει τα όρια δικαστικής κρίσης κατά περίπτωση.
  • Το ελληνικό κίνημα #metoo, που ξεκίνησε από τον χώρο του αθλητισμού, δεν επέφερε καμία νομοθετική παρέμβαση για ριζική αναδόμηση του διοικητικού χάρτη των ομοσπονδιών αλλά και ουσιαστικές παρεμβάσεις στο χώρο των προπονητών και του προσωπικού που απασχολείται.
  • Στην υπόθεση Λιγνάδη, ο διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου κορόιδεψε μια υπουργό που είναι γέννημα – θρέμμα του Υπουργείου Πολιτισμού «με τις υποκριτικές του ικανότητες» ενώ έπρεπε να περάσουν βδομάδες μέχρι οι διωκτικές αρχές να ερευνήσουν το σπίτι, το τηλέφωνο και τους υπολογιστές του φερόμενου ως δράστη. Ενώ ο πρόεδρος ενός εκπαιδευτικού οργανισμού με τεράστια φήμη δεν είχε ακούσει τίποτα για όσα κατήγγειλαν εκατοντάδες απόφοιτοι του.
  • Δεν κρίθηκε αναθεωρητέο το αντίστοιχο άρθρο του Συντάγματος ώστε να κατονομαστεί σε αυτό η προστασία του σεξουαλικού προσανατολισμού ως μορφή διάκρισης.
  • Ανακλήθηκε από τα σχολεία η θεματική εβδομάδα για τις έμφυλες ταυτότητες ένα πρώιμο και ανεπαρκές βέβαια εκπαιδευτικό πείραμα το οποίο ήταν το μόνο που πληροφορούσε τους μαθητές για τόσο σύνθετες έννοιες και φυσικά δεν αντικαταστάθηκε ποτέ. Ενώ παράλληλα σχολικά εγχειρίδια διαφόρων μαθημάτων αναπαράγουν αναχρονιστικές θέσεις σχετικά με την έμφυλη ισότητα.

Και σταματώ τη σταχυολόγηση εδώ.

Για ακόμη μια φορά, στον απόηχο ενός ακόμη θλιβερού περιστατικού –το οποίο ευτυχώς δεν είχε την απευκταία κατάληξη- η ελληνική πολιτεία, τα κοινοβουλευτικά κόμματα, η κοινωνία των πολιτών έχουν την ευκαιρία να δράσουν πέραν από τη δημοσιολογία του επίκαιρου. Να δράσουν με σύνθεση, χρονοδιάγραμμα, υπερκομματικά και συμμετοχικά, με μακροχρόνια στόχευση και χωρίς να σκέφτονται την εκλογική πελατεία. Προφανώς και δεν έχω καμία εμπιστοσύνη στη πολιτική βούληση ειδικά στο βάθος και την έκταση που περιγράφω αλλά η πολιτική δεν ασκείται εν κενώ. Στην ελληνική κοινωνία ενώνονται φωνές, δυνάμεις και συναισθήματα που καταλαβαίνουν πως οι γυναικοκτονίες, η ενδοοικογενειακή βία, η κακοποίηση, ο σχολικός εκφοβισμός, τα περιστατικά ομοφοβίας και τανσφοβίας συνιστούν συγκοινωνούντα δοχεία βαθύτερων ριζωμένων πολιτισμικών αντιλήψεων και πρακτικών.

Δε θέλω να γράψω συναισθηματικά, για το πώς μεγαλώνουν τα «αγοράκια» και τα «κοριτσάκια» τους αναμενόμενους ρόλους και τα στερεότυπα, τα πρότυπα που καταναλώνουν τα παιδιά από τη μέρα που γεννιούνται, για τις συμβουλές των μεγαλυτέρων στα οικογενειακά τραπέζια, για το «μια καλή νύφη με προίκα», για το «όσα λένε οι άντρες μεταξύ τους», για τις δεκάδες γλωσσικές εκφορές της βίας και της γυναικείας υποτέλειας, για τους προδιαγεγραμμένους ρόλους της σεξουαλικότητας, για τη «τσόντα» ως μοναδική πληροφόρηση για τη συνεύρεση. Δε θέλω και δε μπορώ. Αλλά είναι εκατομμύρια ρήξεις με τέτοιες κανονικοποιημένες πλευρές των καθημερινών συμπεριφορών που θα καλλιεργήσουν άλλες αντιλήψεις.

Και κάτι τελευταίο και αντιδημοφιλές: υπάρχει λόγος που τον φονιά ή τον βιαστή δεν τον διαπομπεύουμε ενώπιον του όχλου ούτε τον εκτελεί ο δήμιος ως δημόσιο θέαμα στη κεντρική πλατεία όπως περιγράφει ο Φουκώ για την εκτέλεση του Νταμιάν στο Επιτήρηση και Τιμωρία. Και δεν έχει να κάνει μόνο με τον μετασχηματισμό των τιμωρητικών συστημάτων από την εξουσία αλλά και με τη ταυτόχρονη ανάδυση στον δυτικό πολιτισμό ενός πλαισίου δικαιωμάτων και μιας διαδικασίας σωφρονισμού. Αυτή τη πεποίθηση ένα δημοκρατικό κίνημα για την ισότητα δε μπορεί να την απεμπολεί καθώς έτσι ναρκοθετεί το ίδιο της το αίτημα, το οποίο αποτελεί κατά βάση αίτημα κοινωνικού και πολιτισμικού μετασχηματισμού, όσες ανισομέρειες κι αν έχει ενσωματωμένες η ευρωπαϊκή έννομη τάξη –η οποία καθόλου ουδέτερη δεν είναι-.

* o Παντελής Προμπονάς είναι Υπ. Διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπισήμιο Θεσσαλίας

tags: άρθρα

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)