to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Μάγμα και Στιγμές Ελευθερίας: Δυο αξιόλογες ποιητικές συλλογές του Δημήτρη Φαρμάκη

Μία πολύ εμπεριστατωμένη βιβλιοκριτική του Χρήστου Κεφαλή για τις ποιητικές συλλογές «Μάγμα» και «Στιγμές Ελευθερίας» του Δημήτρη Φαρμάκη, καθώς και τα εξώφυλλα των βιβλίων.  


Δυο αξιόλογες ποιητικές συλλογές του Δημήτρη Φαρμάκη έπεσαν στα χέρια μας τελευταία, κυκλοφορημένες από τις εκδόσεις Κέδρος: Στιγμές Ελευθερίας (2021) και Μάγμα (2022). Περιλαμβάνουν ποιήματα κοινωνικής κριτικής καθώς και ερωτικά ποιήματα.

Ο Φαρμάκης σπούδασε φυσική και φιλοσοφία στο ΑΠΘ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην επιστημολογία και αργότερα στη διαπολιτισμική εκπαίδευση. Οι συλλογές του, ωστόσο, φανερώνουν μια ποιητική φύση προικισμένη με ευαισθησία και ακεραιότητα. Θέλει και αγωνίζεται να είναι ένας ενεργός συμμέτοχος στα ιστορικά δρώμενα της εποχής μας, με όλα τα δεινά, τις αγωνίες και τις κρυφές ελπίδες της. Επιδιώκει μέσα από την ποίηση να κάνει και τον αναγνώστη συμμέτοχο, με ένα τρόπο που να προάγει και να δίνει περιεχόμενο στις πιο γνήσιες τάσεις του, προσανατολίζοντάς τις στις πραγματικότητες της ζωής.

Η ποίηση του Φαρμάκη είναι στρατευμένη στην υπόθεση της κοινωνικής προόδου, της ανθρώπινης χειραφέτησης, της ανόδου των «από κάτω», των καταπιεσμένων, σε μια θέση στον ήλιο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι και προπαγανδιστική. Απεναντίας, η οπτική του κατατείνει στο όλο, επιχειρώντας να φωτίσει όχι μόνο τα εξωτερικά αλλά και τα εσωτερικά εμπόδια στο δρόμο. Η αλλοτρίωση, ο κομφορμισμός, η συμβιβαστικότητα, η φθορά του ιδανικού και η διάβρωση των απελευθερωτικών βλέψεων που βιώνουμε έντονα υπό τον χειραγωγητικό καπιταλισμό βρίσκονται στο στόχαστρό του. Τα βιώνει και τα αντιλαμβάνεται όχι μόνο ως εξωτερικές δυνάμεις αλλά και ως νόθες, νεκρές στάσεις που μπορεί να φορούν τα άμφια του απελευθερωτικού, ανιχνεύοντας και προειδοποιώντας ενάντια στον τελευταίο κίνδυνο.

Το «Τόσες διηγήσεις», ένα από τα καλύτερα ποιήματα στις δυο συλλογές, απηχεί πληρέστερα και περιεκτικότερα αυτό το πνεύμα:

 

Τόσες διηγήσεις,

φιλοφρονήσεις, περίσσιοι λόγοι.

ιστορία πια τα λόγια σας,

ερείπια η αρχαία Αθήνα

(φωνάζω για τη δική σας πόλη),

Το έγκλημα βαφτίσατε ανοχή

και μοιάζει πια ανθρώπινη

μα είναι κλεισμένη σε κλουβί

μονολογεί τα όνειρά σας.

Απέναντι,

απέναντι ακριβώς από τα αγάλματά σας,

απέναντι ακριβώς οι λεγεώνες μου,

αλλάζω προσωπεία.

Ετοιμάζω πολέμους

στήνω λάβαρα, εξέδρες,

απέναντι ακριβώς από τα αγάλματά σας,

να πάψουν να έχουν πια ζωή.

Με μπογιές στον νου

και το όπλο στου Durutti την οικία

ζωγραφίζω πρωινά,

πιο δίπλα αλληλέγγυα τη θύμηση, για να ξημερώσει,

και πάνω απ’ όλα

μιλώ για θρόνους

– χιλιάδες, εκατομμύρια –

τόσους όσοι οι άνθρωποι[1].

 

Η γυμνή βαρβαρότητα και ο ζόφος των πολέμων, της εθνικής καταπίεσης και της υποδούλωσης, ως μια από τις στιγμές τις πιο κεντρικές, χαραγμένες στο DNA του συστήματος, απεικονίζονται στη «Ραμάλα». Είναι μια βαρβαρότητα και ένας ζόφος που δεν έχει μόνο αυτουργούς αλλά και συνενόχους, βρίσκοντας τους τελευταίους στην αναισθησία των δήθεν πολιτισμένων κυβερνώντων της Δύσης:

 

Ακούστε τους ήχους στη σιωπή,

δείτε τις λάμψεις στο σκοτάδι,

μυρίστε τη γεύση από μολύβι.

Ακούστε το κλάμα των παιδιών,

δείτε τον φόβο των ματιών τους.

Άνθρωποι σαν μπάζα πεταμένοι,

κτίρια από ντροπή πεσμένα.

Ήχοι φτάνουνε κάτω από το χάμω.

Είναι οι γονείς που ουρλιάζουνε,

παρακαλούνε για μια υιοθεσία…

Εδώ στην έναρξη της μέρας,

οι χαρές είναι παράξενες, κλεισμένες σε φακέλους.

Ερμητικά κλειστούς φακέλους.

Καταφτάνουν από Ουάσινγκτον, Βρυξέλλες.

Κάποια νέα φύλλα το παλεύουν, γιορτάζουν.

Μα, μες την εικόνα της οδύνης,

μεγαλωμένα με αίμα, ξερνάνε το χρώμα τους,

είναι γκρίζα, αδύναμα και ζαρωμένα.

Σχεδόν μισός αιώνας,

όπως και τότε, την έβδομη ημέρα[2].

 

Είναι όμως μόνο στο ίδιο το κακό, στη δύναμη και την ισχύ του, που πρέπει να αναζητηθούν οι λόγοι της κυριαρχίας του; Ο Φαρμάκης εστιάζει, με ένα ευρύ, αφαιρετικό πνεύμα, σε αυτό το ερώτημα σε ένα άλλο ποίημα, το «Μια έννοια φράξιας». Εκεί μας θέτει αντιμέτωπους με τη φθορά του καλού, εντοπίζοντας τις πιο βαθιές ρίζες της στη μετατροπή του σε βιτρίνα, σε μια δήθεν καθαρή, αυτοαναφορική, αναίσθητη στάση, που προσκολλημένη στην παλιά φόρμα και τελικά στον αποθεωμένο εαυτό των δήθεν, μένει πίσω από τη ζωή:

 

Το δίκαιο μέσα από τη φθορά

φαίνεται ξεκάθαρα να έρχεται

ντυμένο με τη δυστυχία.

Παλιά, ίσως παλιομοδίτικη φορεσιά

φορά εδώ και χρόνια.

Τα ρούχα μοιάζουν ξένα πάνω του

και δεν πείθει τους ανθρώπους.

Κάθε θύμα-ζωή

από τη γέννηση

γνωρίζει την εμφάνισή του,

που δεν χωράει σε βιτρίνες,

που αναίσθητα μένουν καθαρές,

μ’ αρώματα, μες σε τούτη τη βρώμα,

και την αποφεύγει.

Τα μέλη μου, ολόκληρο το σώμα

μάχεται αυτούς που τα φώτα αναζητούν

και ξωπίσω τους συνέχεια τρέχουν

Μια ζωή για να παρατηρούν

και να μιλούν για τις ζωές των άλλων[3].

 

Ο αναγνώστης του τελευταίου ποιήματος θα αναγνωρίσει δίχως άλλο το σταλινισμό ως τον κύριο φορέα αυτών των παθητικών, επιδερμικών στάσεων. Η αφαιρετικότητα με την οποία όμως αποστάζει την ουσία τους ο Φαρμάκης καταδεικνύει μια αυθεντική διάσταση της ποίησης γενικά, στο βαθμό που η τελευταία αποσκοπεί στο άνοιγμα της ανθρώπινης κατανόησης και του αισθήματος.

Ο Φαρμάκης δεν κρύβει την απέχθειά του στον κομφορμισμό σε όλες του τις εκδοχές: τη λογική του βολέματος και της ευκολίας, το χαμαιλεοντισμό, τη δουλικότητα και την τυπολατρία. Στιγματίζει αυτές τις στάσεις σε ένα άλλο ποίημα, «Μια άλλη άποψη».

 

Με δέχτηκαν όλοι οι τρόποι

να γίνω οπαδός τους,

ένθερμος υποστηρικτής τους,

παιδί για όλες τις δουλειές.

Και σιγά σιγά, έχει ο Θεός,

θα αναβαθμίσω την εθελόδουλη πορεία μου.

Ίσως μια μέρα γίνω μέγας

τομεάρχης, πρόεδρος ή γραμματέας.

Όμορφα θα ντύνομαι

και με στόμφο θα μιλάω.

Θα έχω τρόπους.

Τουτέστιν θα χαμογελώ σε όλους,

πάντα θα δείχνω κατανόηση

και το κεφάλι θα κουνώ

συμβατικά, με όλο νόημα…

Τι γλυκό παιδί, θα λεν,

φαίνεται από τα μάτια του.

Δεν έχει κακία πάνω του,

Θεριό δεν γίνεται ποτέ.

Και, πάνω απ’ όλα,

ακούει, σέβεται, έχει υπομονή,

είναι από καλή οικογένεια.

Δεν είναι, πώς το λένε…, κανένα ανατρεπτικό στοιχείο[4].

 

Την ίδια αίσθηση αποπνέει και ένα άλλο ποίημα, η «Οδύσσεια», όπου καυτηριάζεται η εθνικο-πατριωτική εκδοχή του ως άνω «ιδεώδους», μέσα από την ιστορία του Νικόλαου, ενός νέου που «αποτυχαίνει» να ανταποκριθεί στα αποδεκτά πρότυπα, επειδή πολιτικοποιείται, παρασυρμένος από «κακές παρέες»:

 

Όμως ο διάβολος σπάει το ποδάρι του μεμιάς.

Γνώρισες τον Bayman από την Τουρκία.

Διαβάζει Λίμπκνεχτ στα γερμανικά.

Λίγο οι ιστορίες των ατάκτων.

Λίγο οι φωνές του Toma Sik.

Λίγο ο λιποτάκτης του Βιάν.

Πολύ δεν θέλει.

– Το ξεμυάλισαν το παιδί, φωνάζουν οι γειτόνοι…

Στο καφενείο της γειτονιάς, άφαντος ο πατέρας.

Το πάλαι ποτέ καμάρι του

άντρας περιωπής ποτέ του δεν θα γίνει…[5]

 

Ο Φαρμάκης φέρνει μια διάκριση ανάμεσα στον κομφορμισμό από πρόθεση και ιδιοτέλεια και στον κομφορμισμό από αδυναμία. Αν και το αποτέλεσμα είναι και στις δυο περιπτώσεις το ίδιο, στη δεύτερη περίπτωση ενυπάρχει μια τάση γνησιότητας και αμφισβήτησης, που όμως αποτυχαίνει για τον ένα ή τον άλλο λόγο να μετουσιωθεί σε πράξη. Η επαναστατικότητα, το θετικό ξεχώρισμα από την ομοιομορφία, απαιτεί ακεραιότητα και θάρρος, και στο «Της τέχνης των ομοίων» ο ποιητής, επιδιδόμενος σε έναν αυτοκριτικό μονόλογο, το «μονόλογο των ποιητάδων», μας μιλά για μια δική του αποτυχία να υψωθεί πάνω από το μέσο όρο:

 

Απόψε πρόδωσα εκφράσεις

και των άλλων τη ζωή αγόρασα,

τη μαγεία τη δική μου αγνόησα

και αφουγκράστηκα τη γοητεία του

αναγνωρισμένου προϊόντος.

Οι διδαχές τους νίκησαν

δεν είναι τα δικά μου πόδια

και η αναζήτησή μου τους ακολουθεί.

Αυτοί πήραν πάνω τους

σωρό από δάφνες

και εγώ τους αντιγράφω

προσμένοντας την ίδια τύχη…

στην κοινωνία της τέχνης των ομοίων[6].

 

Η γκρίζα αίσθηση που μεταδίδουν ποιήματα όπως τα παραπάνω δεν απορρέει από μια πεσιμιστική προδιάθεση, ένα αίσθημα αναπόφευκτης ματαίωσης και ήττας. Απεναντίας, ο Φαρμάκης ξεκινά από μια συμμετοχικά αισιόδοξη θεώρηση για τη ζωή και τον κόσμο. Την εκφράζει, για παράδειγμα, στην «Αδημονία»:

 

Θέλω χαρούμενα τοπία στους τοίχους μου

και τα χρώματα να με λατρεύουν

Θέλω παιχνίδια στη γωνιά μου

μόνο αν αποκτήσουν ζωή για μένα.

Θέλω κάθε κόρη

που με το άγγιγμα της πλάτης της

τρίβονται τα μαλλιά της

και δεν γελά, διότι έχει αλλού το νου της[7].

 

Ακόμη στη «Μισή αλφαβήτα»:

 

Ναι, ήμουν εκεί

όπου μονολογούσες για την άνοιξη,

τη γεύση της χαράς σου,

και ήμουνα εκεί

που ήσουν στόχος απ’ το κακό που εξαγριώθηκε[8].

 

Τέλος στην «Ευτυχία»:

 

Ανάμεσα από βρεγμένα φύλλα,

μέσα από φωνές,

ξύπνησε η ίδια μου η φλόγα να κάψει ό,τι μου ανήκει

Ναι, η φλόγα της ζωής – πολλοί τη λένε νιότη,

άλλοι γυναίκα μες τις μνήμες,

οι εν μελέτη εξέλιξη…

Εγώ… ευτυχία[9].

 

Αλλά ταυτόχρονα ο ποιητής αντικρίζοντας έντιμα τη ζωή δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την πραγματικότητα του τωρινού ιστορικού σταδίου, όταν οι παρακμιακές τάσεις κυριαρχούν σε κάθε κρίσιμη καμπή περιβλημένες τα άμφια του δικαίου και η κοινωνία δεν έχει ακόμη αναπτύξει τα δικά της αντισώματα. Εκφράζει αυτή την αναγνώριση στις «Λέξεις»:

 

Λοιπόν, εικόνες, σύμβολα σε οίκους ανοχής-εκπαίδευσης, για

να φωτίζουν στήσανε

σε κάθε σταυροδρόμι, λέξεις σαν κι αυτές

–παιδεία, δημοκρατία, αγάπη (σαν πόρνες γίνανε)[10].

Μα τι δηλώνουν αυτές οι λέξεις; Γιατί τσακίζονται άσκοπα;

Και ποιοι είναι οι δολοφόνοι;

Είναι αυτοί με τα καπέλα;

Έχουν δογμάτων τις παντιέρες;…

Ναι, είναι αυτοί οι «σωτήρες»

που τους δωρίσατε την ευτυχία.

 

Στη «Μέρα Μνήμης», μέσα από τα λόγια του Θωμά, διατυπώνει το αίτημα για μια ενεργό ανθρώπινη ύπαρξη, που δεν εναποθέτει τη σωτηρία σε άλλους, ως όρο για κάθε απελευθερωτική πράξη:

 

Σήμερα ανακοινώθηκε από νωρίς:

είναι μέρα μνήμης

διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις παντού

εγκάρδιες συναντήσεις θα συμβούν

και τραγούδια άλλη εποχής θα ακούγονται…

Ο Θωμάς με παρατηρούσε αμίλητος.

Έτσι κι αλλιώς ανέκαθεν είχε σιωπηλό στιλ.

Μα ξάφνου ανασηκώθηκε με ύφος χιλίων καρδιναλίων

σαν να ετοιμαζότανε να βγάλει λόγο:

– Σύντροφε, εγώ σήμερα θα απεργήσω.

Θα απεργήσω ενάντια σε κάθε εργολαβία της επανάστασης[11]

 

Και στη «Γνώση» μάς δίνει μια έξοχη ανατομία των ποικιλώνυμων «εργολάβων», που φτάνει ως τον πυρήνα της ανυπαρξίας τους:

 

Και εσύ μου σιγοψιθυρίζεις:

– Πολλούς πασσάλους οι ιδεοληψίες κράτησαν

στο εσώφυλλο της ιστορίας τους.

Μα εγώ, απλός στην κούνια μου

σου απαντώ πως μόνο το εξώφυλλο γνωρίζω…

Χαιρετίσανε το πολύπλοκο

σύμμαχοι όμως στην αδυναμία του εξηγώ,

πρώτοι στην αυθεντία,

ανέραστοι του απειρ-ισμού.

Και ξέρεις πως το πολύπλοκό τους

να κάμει έχει με το λίγο που έχουν μέσα[12].

 

Τα παραπάνω αποσπάσματα δεν εξαντλούν ασφαλώς τα περιεχόμενα των δυο συλλογών. Άλλοι αναγνώστες, διαφορετικής κλίσης και ενδιαφερόντων, μπορεί να προσελκυστούν περισσότερο από τα ερωτικά στοιχεία στην ποίησή του. Δίνουν όμως πιστά το ανθρώπινο στίγμα του.

Οι πρώτες συλλογές του Φαρμάκη υπόσχονται μια καρποφόρα παραπέρα ποιητική διαδρομή. Η οπτική του τοποθετείται μέσα στο ευρύ πλαίσιο του κριτικού ρεαλισμού, επιχειρώντας να αναπαραστήσει το αντιφατικό όλο της ζωής και το ιδιαίτερο πνεύμα της εποχής μας, με τα οργανικά ελλείμματα και τα αδιέξοδά της αλλά και τις υφέρπουσες τάσεις της αμφισβήτησης. Τα νοήματά του είναι στέρεα και η τεχνική του τα υπηρετεί. Ταυτόχρονα όμως μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένες, φυσιολογικές σε αυτό το στάδιο, αδυναμίες: μια δυσχέρεια να αναπτυχθούν πλήρως οι δυνατότητες των θεμάτων του, τουλάχιστον σε ορισμένα από τα ποιήματα, εδώ κι εκεί μια υπερβολική έμφαση σε λεπτομέρειες, που μάλλον αφαιρεί παρά προσθέτει στην ένταση και τη σαφήνεια της γενικής εικόνας.

Ο Γκέοργκ Λούκατς, ο επιφανής μαρξιστής θεωρητικός της τέχνης, τόνιζε ως ένα από τα γνωρίσματα του μεγάλου ρεαλισμού την ικανότητα να διακρίνεται η ουσιαστική από την επουσιώδη λεπτομέρεια. Η ουσιώδης λεπτομέρεια μας οδηγεί στο γενικό μέσα από το ιδιαίτερο, παρουσιάζοντάς έτσι το γενικό όχι ως αξίωμα αλλά ως ουσία, πορεία και εξαγόμενο της πραγματικής εξέλιξης. Η ίδια η ποίηση είναι μια πορεία, ένας διάλογος ανάμεσα στο εγώ και τον κόσμο, και ο Φαρμάκης, πιστεύουμε, θα διανύσει και άλλα βήματα στο δρόμο της.

 

• Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.


[1] Στιγμές ελευθερίας, σελ. 12-13.

[2] Μάγμα, σελ. 19-20.

[3] Μάγμα, σελ. 44.

[4] Μάγμα, σελ. 25-26.

[5] Μάγμα, σελ. 29, 30.

[6] Μάγμα, σελ. 32-33.

[7] Μάγμα, σελ. 36-37.

[8] Στιγμές ελευθερίας, σελ. 27.

[9] Στιγμές ελευθερίας, σελ. 28.

[10] Στιγμές ελευθερίας, σελ. 26.

[11] Μάγμα, σελ. 46-47.

[12] Μάγμα, σελ. 40.

@font-face {font-family:"Cambria Math"; panose-1:2 4 5 3 5 4 6 3 2 4; mso-font-charset:0; mso-generic-font-family:roman; mso-font-pitch:variable; mso-font-signature:-536870145 1107305727 0 0 415 0;}@font-face {font-family:Calibri; panose-1:2 15 5 2 2 2 4 3 2 4; mso-font-charset:0; mso-generic-font-family:swiss; mso-font-pitch:variable; mso-font-signature:-536870145 1073786111 1 0 415 0;}p.MsoNormal, li.MsoNormal, div.MsoNormal {mso-style-unhide:no; mso-style-qformat:yes; mso-style-parent:""; margin:0cm; margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:11.0pt; font-family:"Calibri",sans-serif; mso-fareast-font-family:Calibri; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-ansi-language:EL; mso-fareast-language:EN-US;}p.MsoFootnoteText, li.MsoFootnoteText, div.MsoFootnoteText {mso-style-noshow:yes; mso-style-priority:99; mso-style-link:"Footnote Text Char"; margin:0cm; margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:10.0pt; font-family:"Calibri",sans-serif; mso-fareast-font-family:Calibri; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-ansi-language:EL; mso-fareast-language:EN-US;}span.MsoFootnoteReference {mso-style-noshow:yes; mso-style-priority:99; mso-style-parent:""; vertical-align:super;}p.MsoNoSpacing, li.MsoNoSpacing, div.MsoNoSpacing {mso-style-priority:1; mso-style-unhide:no; mso-style-qformat:yes; mso-style-parent:""; margin:0cm; margin-bottom:.0001pt; mso-pagination:widow-orphan; font-size:11.0pt; font-family:"Calibri",sans-serif; mso-fareast-font-family:Calibri; mso-bidi-font-family:"Times New Roman"; mso-ansi-language:EL; mso-fareast-language:EN-US;}span.FootnoteTextChar {mso-style-name:"Footnote Text Char"; mso-style-noshow:yes; mso-style-priority:99; mso-style-unhide:no; mso-style-locked:yes; mso-style-link:"Footnote Text"; mso-ansi-language:EL; mso-fareast-language:EN-US;}.MsoChpDefault {mso-style-type:export-only; mso-default-props:yes; font-size:10.0pt; mso-ansi-font-size:10.0pt; mso-bidi-font-size:10.0pt; font-family:"Calibri",sans-serif; mso-ascii-font-family:Calibri; mso-fareast-font-family:Calibri; mso-hansi-font-family:Calibri;}div.WordSection1 {page:WordSection1;}

2023 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)