to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

Κυβερνο-κατασκοπία και ηγεμονικοί ανταγωνισμοί

Η αποπνικτική μυρωδιά της κατασκοπίας δηλητηρίασε και πάλι την πολιτική ζωή της Γερμανίας και της Ευρώπης.


Μόνο που τώρα αυτή η μυρωδιά δεν προερχόταν από δωμάτια παρακολούθησης της Στάζι, όπως αυτά που περιγράφονταν στην ταινία “Οι ζωές των άλλων”, αλλά από τη σύμμαχο και εταίρο Αμερική. Μετά τις αποκαλύψεις του πρώην στελέχους της αμερικανικής υπερ-υπηρεσίας NSA (National Security Agency), Έντουαρντ Σνόουντεν, έγινε σε μεγάλη έκταση γνωστή η χρήση της υψηλής τεχνολογίας στην κατασκοπία μεταξύ εταίρων και συμμάχων στο πιο υψηλό επίπεδο της πολιτικής ηγεσίας αλλά και σε βάρος μεγάλου αριθμού ευρωπαίων πολιτών. Η NSA σε συνεργασία με τη βρετανική αντίστοιχη υπηρεσία GCHQ (Government Communication Headquarters) “διαχειρίζονται” περί τα 600 εκατομμύρια τηλεφωνικά “γεγονότα”, την ημέρα και στις δύο ακτές του Ατλαντικού.

Το πρόβλημα μεγαλώνει περισσότερο αν σκεφτούμε ότι αυτό που συλλαμβάνουν τα σύγχρονα μέσα παρακολούθησης, δεν είναι τόσο το περιεχόμενο αλλά τα μεταδεδομένα, “κάθε ψηφιακό σήμα κάθε στιγμή”. Δηλαδή ολόκληρη την ηλεκτρονική ζωή κάποιου, περιλαμβανομένων όλων των αναζητήσεων στο Διαδίκτυο, των τηλεφωνημάτων, των γραπτών μηνυμάτων, των ηλεκτρονικών μηνυμάτων προς όλους. Τα μεταδεδομένα λένε τα πάντα για τη ζωή ενός ανθρώπου και αν κάποιος έχει αρκετά μεταδεδομένα, δεν χρειάζεται να γνωρίζει το περιεχόμενο των μηνυμάτων. Είναι μάλλον  τρομακτικό, σημειώνει ένας πρώην αξιωματούχος της NSA, “το πόσο προβλέψιμοι είναι οι άνθρωποι”.

Γιατί ο ξαφνικός θόρυβος;

Είναι προφανές ότι οι μυστικές υπηρεσίες της Γαλλίας, της Γερμανίας και βέβαια της Μ. Βρετανίας γνώριζαν τις τεχνολογικές δυνατότητες των αμερικανικών υπηρεσιών και μπορεί κάποιος με σχετική βεβαιότητα να υποθέσει ότι είχαν στοιχεία για παρακολουθήσεις ευαίσθητων στόχων στην χώρα τους. Η εμπειρία και τα δίκτυα αυτών των υπηρεσιών, αν και δεν έχουν την τεχνολογική δυνατότητα να αποτρέψουν τις παρακολουθήσεις, έχουν τις “κεραίες” για να αντιληφθούν ότι πραγματοποιούνται. Είχε μάλιστα δημοσιευτεί ήδη από τον Ιούνιο 2013 ότι κάθε μήνα οι υπηρεσίες των ΗΠΑ απορροφούσαν ψηφιακά από το Ιράν 14 εκατομμύρια πληροφορίες, από το Πακιστάν 13,5 εκατομμύρια, από την Ιορδανία 12,7, από την Αίγυπτο 7,6 και από την Ινδία 6,3 εκατομύρια πληροφορίες. Γιατί λοιπόν τώρα όλος αυτός ο θόρυβος;

Μια πρώτη εξήγηση είναι η εκμετάλλευση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων στον αυξανόμενο ανταγωνισμό των ΗΠΑ με δυνάμεις που αναδύονται ως διεκδικητές περιφερειακής ηγεμονίας, όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Γερμανία. Οι αποκαλύψεις και οι διαρροές του Σνόουντεν προξένησαν ένταση στις σχέσεις Γερμανίας και ΗΠΑ αλλά και έδωσαν την ευκαιρία στο Βερολίνο να βάλει ίσως τα θεμέλια για μια νέα ηγεμονία στην Ευρώπη στο όνομα της προστασίας από την τεχνολογική “εισβολή” των Αμερικανών. Θα ήταν πολύ προβληματικό για την Άγκελα Μέρκελ και τους Χριστιανοδημοκράτες να άνοιγαν αυτό το θέμα μεσούσης της μακράς προεκλογικής περίοδου. Μετά τη νίκη της, η Γερμανίδα Καγκελάριος μπορούσε να κινήσει το θέμα και να συσπειρώσει τους Ευρωπαίους γύρω από την ανάγκη για προστασία από την παράνομη και χωρίς άδεια συλλογή δεδομένων από την υπερδύναμη. Πιθανόν να δούμε και μια αναζωπύρωση της συζήτησης για ευρωπαϊκή υπηρεσία πληροφοριών με γερμανική πρωτοβουλία και σφραγίδα.

Ευάλωτη η υψηλή τεχνολογία

Από την άλλη πλευρά, η Κίνα και η Ρωσία επιλέγουν τον ΟΗΕ για να καταθέσουν κοινό σχέδιο απόφασης για την προστασία από την κυβερνο-κατασκοπεία. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Βραζιλία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπόθεση αποτελεί σαφή τραυματισμό του αμερικανικού γοήτρου. Γενικότερα η αμφιταλάντευση στο θέμα της Συρίας, η υπόθεση της κυβερνο-κατασκοπείας κια κυρίως τα οικονομικά προβλήματα έχουν δημιουργήσει ρωγμές στο ηγεμονικό προφίλ των ΗΠΑ.

Μια δεύτερη εξήγηση είναι ότι αυτό το σύστημα, παρά την υψηλότατη τεχνολογία του, είναι ευάλωτο όταν κάποιος από την ανθρώπινη αλυσίδα σπάσει και αποχωρήσει (Σνόουντεν, Wikileaks). Τότε, λόγω της φύσης του συστήματος είναι δυνατόν να διοχετεύσει τεράστιο όγκο κρίσιμων πληροφοριών στο διαδίκτυο, δηλαδή να τα καταστήσει γνωστά στην κοινωνίας. Πριν από δύο δεκαετίες η διαχείριση αυτών των πληροφοριών, ακόμη και όταν διέρρεαν, ήταν κυρίως έργο των μυστικών υπηρεσιών και των σχέσεων μεταξύ τους ή στην καλύτερη περίπτωση κάποιων δημοσιογράφων και εφημερίδων που μπορούσαν να διαδώσουν πολύ πιο περιορισμένο όγκο πληροφοριών από ό,τι το διαδίκτυο και ήταν δυνατόν να υποχωρήσουν σε κρατικές πιέσεις και επιχειρηματικά συμφέροντα.

Τα κράτη και οι επιχειρήσεις μπορούν δηλαδή να κατασκοπεύουν αλλήλους, αλλά το νέο πρόβλημα που δημιουργείται, είναι η δημοσιοποίηση των κρίσιμων πληροφοριών στο διαδίκτυο, η γνώση της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, ο όλος θόρυβος δεν γίνεται για την περιστολή αυτών των παρακολουθήσεων, αλλά για την “διακυβέρνησή” τους, όπως είναι ο όρος του συρμού, δηλαδή τη δημιουργία όρων και προϋποθέσεων ελέγχου όχι βέβαια από τις κοινωνίες ή από αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, αλλά από υπερεθνικά σώματα, παρασάγγες μακριά από κάθε κοινωνικό έλεγχο. Άλλωστε, ο αρπακτικός χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός και οι παγκοσμιοποιημένες ελίτ του έχουν ανάγκη τέτοιου είδους βιοπολιτικού ελέγχου των κοινωνιών και ιδιαίτερα των εξεγερμένων τμημάτων τους όχι τόσο μέσω της παρακολούθησης των πολιτικών μηνυμάτων όσο των μεταδεδομένων της καθημερινότητάς τους.

Τεχνολογικός ολοκληρωτισμός;

Τέλος, πρέπει να αναλογιστούμε ότι η τεράστια εξάπλωση της απόσπασης των μεταδεδομένων και η νομιμοποίησή της έγινε στο όνομα της ασφάλειας των πολιτών από τον κίνδυνο της τρομοκρατίας και μάλιστα της τζιχαντικής τρομοκρατίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Ουσιαστικά οι κοινωνίες έπεσαν στην παγίδα της περιστολής της δημοκρατίας και του ελέγχου της ίδιας της καθημερινής ζωής των πολιτών. Σήμερα η συζήτηση για την κυβερνο-κατασκοπεία και η απόσπαση των μεταδεδομένων δεν ξαναγυρνά στην πηγή της νομιμοποίησης τους, αλλά περιστρέφεται στους τρόπους ελέγχου και οριοθέτησής τους. Μόνο η ριζική επαναδιατύπωση της σχέσης κοινωνίας, δημοκρατίας και ασφάλειας μπορεί να απαντήσει στην απειλή του τεχνολογικού ολοκληρωτισμού. Πιο απλά, αυτή την χρονιά στις ΗΠΑ σκοτώθηκαν πολύ περισσότεροι από νήπια που πυροβόλησαν με τα όπλα των γονιών τους λόγω της εκτεταμένης οπλοκατοχής, παρά από τους τζιχαντιστές τρομοκράτες της Βοστώνης.

Ο Σωτήρης Ρούσσοςείναι αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)