to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

12:16 | 23.07.2012

πηγή: https://left.gr/104

Κοινωνία

Κρίση και μολυσματικά σώματα

Της Αθηνάς Αθανασίου


Καθώς η κρίση μετατρέπεται σε εθνο-νεοφιλελεύθερο αφήγημα, το σώμα αναδεικνύεται σε δίαυλο παραγωγής μιας θυσιαστικής συναίνεσης γύρω από την πολιτική του χρέους· μιας συναίνεσης που συγκαλύπτει τις διαδικασίες άνισης και άδικης κατανομής της οφειλής, του ρίσκου και της κοινωνικής δυσπραγίας· μιας θυσιαστικής συναίνεσης που παράγει τα θύματά της. Η κρίση απαιτεί μια πολιτική επένδυση στο σώμα· και μάλιστα το σώμα του ηθικού πανικού, το μεταμελημένο σώμα του χρέους που αναμορφώνεται και μεταρρυθμίζεται προκειμένου να μετατρέψει τη ντροπή σε υπερηφάνεια. 


Στον θεραπευτικό πραγματισμό της κρίσης, το πολιτικό σώμα αναπαρίσταται ως αδύναμο, ασθενές: ένα σώμα που χρειάζεται επειγόντως ορθοπαιδικά μέτρα, ενίοτε και γύψο, προκειμένου να ορθοποδήσει και να μην κινδυνεύει πια από τα πάθη του, ή από το πολιτικό πάθος των «επικίνδυνων τάξεων» (σύμφωνα με τη ρητορική των συντηρητικών του 19ου αιώνα). Ο νεοφιλελευθερισμός, ως εξαίρεση, συναρθρώνεται με τη νεοφιλελεύθερη παραγωγή εξαιρέσεων, δηλαδή με πρακτικές αποκλεισμού από τις νόρμες των νεοφιλελεύθερων υπολογισμών. Μέσω βιοπολιτικών αφηγημάτων και τεχνολογιών, που παράγουν και χειραγωγούν ξένα σώματα και επισφαλείς ζωές, οι κάθε λογής «ξένοι» και «ξένες» υποστασιοποιούνται, αποκηρύσσονται, αποφεύγονται, ή εντοπίζονται, πειθαρχούνται, ελέγχονται και «μπαίνουν στη θέση» τους. 


Η επιχείρηση «σοκ και δέος» της εθνικής σωτηρίας επιτελείται μέσω της συντηρητικής αναδίπλωσης στα δήθεν αξιακά θεμέλια, όπως η εθνική οικειότητα και η οικογενειακή θαλπωρή. Το εθνικό κράτος, με τη συνδρομή ιδιωτικών και παρακρατικών φορέων αστυνόμευσης, αποκαθίσταται ως εθνο-πατριαρχικός μηχανισμός επιτήρησης συνόρων και ρουτινοποίησης αποκλεισμών. Έτσι, η κρίση γίνεται εφαλτήριο για μια πολιτική χάραξης συνόρων που αφορούν, ταυτόχρονα και αδιάρρηκτα, το έθνος, το φύλο, τη γλώσσα, την ταξική και οικονομική θέση. 

Οι πολιτικο-οικονομικές συνθήκες επιβολής και επιμερισμού της επισφάλειας συνυφαίνονται τόσο με την ξενοφοβία, την ισλαμοφοβία, τον αντισημιτισμό και κάθε είδους ρατσισμό, όσο και με το σεξισμό και την ομοφοβία. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση Λοβέρδου ότι η αδήλωτη πορνεία είναι μείζον πρόβλημα για την ελληνική οικογένεια, καθώς η μετάδοση γίνεται «από την παράνομη μετανάστρια στον Έλληνα πελάτη, στην ελληνική οικογένεια» (Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011).  


Ακολούθησε το γνωστό κυνήγι μαγισσών, παραμονές της «κρίσιμης για τη σωτηρία της χώρας» εκλογικής αναμέτρησης (6.5.2012): η δημόσια διαπόμπευση των οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών μέσω της δημοσίευσης των φωτογραφιών και της δημοσιοποίησης των απόρρητων ιατρικών στοιχείων τους, με το πρόσχημα της ανάγκης για ενημέρωση και προστασία των πελατών που πληρώνουν για να κάνουν σεξ χωρίς προφύλαξη. Αυτή η λογική της «ενημέρωσης» και «προστασίας» θα επέτρεπε άραγε και τη δημοσιοποίηση των αντίστοιχων στοιχείων των πελατών που εξετάστηκαν και διαγνώστηκαν ως οροθετικοί, έτσι ώστε να ενημερωθούν οι σύζυγοι και οι σύντροφοί τους; Εκτός αν η απειλή και η ευθύνη για την προστασία της δημόσιας υγείας συναρτώνται με το φύλο, την κοινωνική θέση και την εθνικότητα. Ή, εκτός αν το κράτος κάνει επίδειξη δύναμης (και ρατσισμού) πάνω σε αυτές που η κοινωνική και φυσική θανάτωσή τους δεν (του) κοστίζει τίποτα. Σύμφωνα με τη λογική του Υπουργού Υγείας, κίνδυνο για τη δημόσια υγεία συνιστούν εξ ορισμού οι εκδιδόμενες γυναίκες και όχι οι οροθετικοί «οικογενειάρχες». 

Από τη ρατσιστική λογική της Πολιτείας απουσιάζει η στοιχειώδης αναγνώριση ότι η ευθύνη για τη μη χρήση προφυλακτικού βαραίνει κυρίως τους πελάτες των οίκων ανοχής, στο βαθμό που η μη χρήση μέσων προφύλαξης τίθεται από τους πελάτες των εκδιδόμενων γυναικών ως όρος για τη συνεύρεσή τους. Απουσιάζει επίσης οποιοδήποτε ίχνος μέριμνας για τις συνθήκες που αναγκάζουν τις ασθενείς να εργάζονται με εξαντλητικά ωράρια εργασίας και μάλιστα κάτω από συνθήκες ακραίας εκμετάλλευσης. Άλλωστε πουτάνες είναι, ξένες, φορείς, ανώνυμα παράσιτα – καλά να πάθουν! 


Δεν εκπληρώθηκε, βέβαια, ακριβώς το σενάριο του κρατικού ρατσισμού, σύμφωνα με το οποίο η ελληνική οικογένεια κινδυνεύει από τις «αδήλωτες πόρνες»-«παράνομες μετανάστριες». Η ελληνική υπηκοότητα των περισσότερων οροθετικών εκδιδόμενων γυναικών που συλλήφθηκαν και διαπομπεύτηκαν παρέμεινε ασήμαντη λεπτομέρεια της σαρωτικής επιχείρησης καθαρότητας και ακεραιότητας του εθνικού κορμού. Και στην περίπτωση των Ελληνίδων οροθετικών ίσχυσε απολύτως άλλωστε η δυναμική της φυλετικοποίησης: η μετατροπή της «άλλης» σε μιαρό «ξένο σώμα», που απειλεί τις προδιαγραφές του «κοινού καλού» και τη φαντασίωση της εθνοφυλετικής καθαρότητας. Τα σώματα των οροθετικών γυναικών έγιναν ο γνώμονας με βάση τον οποίο τα σώματα των όποιων παρείσακτων και αποκλινόντων ξένων κατασκευάζονται ως επικίνδυνα και απειλητικά για τις έμφυλες και φυλετικές προϋποθέσεις που ορίζουν και υποστασιοποιούν «την ίδια τη ζωή». Με τη συνδρομή των υγειονομικών υπηρεσιών του κράτους, το ζωντανό θέαμα της παραδειγματικής διαπόμπευσης εγγυάται την «προστασία» του πολίτη-πελάτη. (Το γένος του άρθρου εδώ αποκτά ιδιαίτερο βάρος, όπως και η συναίρεση «πολίτη» και «πελάτη», που συνιστά άλλωστε τον ακρογωνιαίο λίθο της νεοφιλελεύθερης βιοπολιτικής).


Ο υγειονομικός διαχωρισμός, ανάμεσα σ’ αυτούς που πρέπει να προστατευτούν και σ’ αυτές που πρέπει να αποβληθούν, αποτυπώθηκε και στη σκηνή της ανάκρισης, όπου οι κατηγορούμενες φορούσαν χειρουργικές μάσκες, ενώ οι αστυνομικοί, όπως και η δικαστική υπάλληλος που δακτυλογραφούσε, φορούσαν ιατρικά γάντια. Μέσω του πειθαρχικού ιατρικού λόγου, χαράσσεται μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο πολιτικό σώμα που χρήζει προστασίας και στα γυμνά ξένα σώματα που την απειλούν. Η παγκόσμια νεοφιλελεύθερη βιοπολιτική εντατικοποιεί και πολλαπλασιάζει τις συνθήκες που παράγουν ασθένεια λόγω φτώχιας, οικονομικής επισφάλειας, εκτοπισμού και έλλειψης ασφάλισης, την ίδια στιγμή που η υγεία εγκαθιδρύεται ακόμη πιο επίμονα ως «αναγκαία και ικανή συνθήκη» αναγνώρισης της πολιτικής υποκειμενικότητας με όρους ανταγωνιστικότητας και βελτιστοποίησης.   


Όπως έδειξε ο ηθικός πανικός για τα μολυσματικά, γυναικεία ξένα σώματα που «μολύνουν την ελληνική οικογένεια», η «αστάθεια» και η «κρίση» επενεργούν στερεωτικά και σταθεροποιητικά στις σχέσεις εξουσίας που αφορούν τις αλληλένδετες έμφυλες, εθνικές και φυλετικές νόρμες. Μέσα από τις σύγχρονες «μετα-εθνικές» ροές κεφαλαίου αλλά και μεταναστευτικού «ανθρώπινου κεφαλαίου», αναδύονται νέες και σύνθετες μορφές εμφυλοποίησης του οίκου, της πατρίδας και του ανήκειν· αναδύονται νέες περιστάσεις παραγωγής ή ενεργοποίησης μιας κοινωνικής ομοιόστασης: μιας ασφαλούς και αρραγούς ισορροπίας του «συνόλου» με γνώμονα τη βιοπολιτική του φύλου, της φυλής, της εθνότητας, της κοινωνικής τάξης και του παραγωγικού πληθυσμού.


Το καθεστώς της κρίσης συνιστά κατεξοχήν πεδίο εμπέδωσης μιας νέας εθνικοφροσύνης. Στα σύγχρονα συμφραζόμενα του νεοφιλελευθερισμού, οι διαχωριστικές γραμμές που περιγράφουν τα όρια του πολιτικού σώματος βαθαίνουν και φυσικοποιούνται ακόμη περισσότερο, καθώς η «κρίση» γίνεται πρόσφορο έδαφος για την ανάδυση και νομιμοποίηση καθεστώτων νόμου και τάξης, με γνώμονα την εθνική ασφάλεια, την οικογενειακή γαλήνη και την έμφυλη πειθαρχία. Η διαχειριστική και τεχνοκρατική λογική του εθνο-νεοφιλελευθερισμού διαπλέκεται με τη μικροπολιτική του ηθικού πανικού που εντείνει την ξενοφοβία, την πατριαρχία και την ομοφοβία. Η ηθική και συμβολική νομιμοποίηση της ακροδεξιάς και των αντι-μεταναστευτικών κομμάτων είναι χαρακτηριστική όψη αυτής της αστυνομευμένης τάξης που θεμελιώνεται στην αναζωογονημένη ρουτίνα της εθνικής αρρενωπότητας. Αυτή άλλωστε η νόρμα της εθνικής και πολεμικής αρρενωπότητας ως θεματοφύλακα της εθνοφυλετικής καθαρότητας κατέχει κεντρική θέση στο λόγο και τις πρακτικές της νεοναζιστικής «Χρυσής Αυγής». [...]


Στα ποικίλα, διακριτά αλλά αλληλένδετα επίπεδα της διαχείρισης του δημόσιου χώρου, της μισθωτής και άμισθης εργασίας, της ιθαγένειας, της ιδιότητας του πολίτη και της εθνικής ασφάλειας, η επισφάλεια αναδύεται πλέον ως καθοριστική αρχή συγκρότησης υποκειμένων ως «ξένων σωμάτων». Στο πλαίσιο ενός νεοφιλελεύθερου κοινωνικού δαρβινισμού, που παραλύει τη δημοκρατία, επιστρατεύει τη στρατηγική του φόβου, καταστρέφει ολοκληρωτικά το κράτος πρόνοιας και επιχειρεί να υποδουλώσει την εργασία, ευρέα στρώματα της κοινωνίας εκ-τοπίζονται και εν-τοπίζονται ως «ξένα σώματα», εγκλείονται και αποκλείονται, ακινητοποιούνται και μετακινούνται, ορίζονται και εξορίζονται, ταξινομούνται και παραλείπονται. Μετατρέπονται, έτσι, στο αποκηρυγμένο περιθώριο της τάξης του πολιτικού: ιδεώδεις «άλλοι», ιδεώδη θύματα. Με την έννοια αυτή, η επισφάλεια αναφέρεται σε μια κοινωνική συνθήκη παραγωγής υποκειμένων ως ξένων, ενδεών, περιττών, ασύμβατων και αβίωτων, με γνώμονα έμφυλες, σεξουαλικές, φυλετικές, ταξικές, εθνικές και εθνοτικές νόρμες που ορίζουν ποιες μορφές ζωής λογίζονται ως κοινωνικά βιώσιμες και αξιοβίωτες. 



Προδημοσίευση από το βιβλίο Η Κρίση ως «Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης»: Κριτικές και Αντιστάσεις, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Σαββάλας


Η Αθηνά Αθανασίου διδάσκει Κοινωνική Ανθρωπολογία και Θεωρίες του Φύλου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

αναδημοσίευση από τις Αναγνώσεις της Αυγής

2020 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)