to top
  • βρείτε μας στο Twitter
  • βρείτε μας στο Facebook
  • βρείτε μας στο YouTube
  • στείλτε μας email
  • εγγραφείτε στο RSS feed
  • international version

«Καθαρίζοντας» τις καθαρίστριες

Η «Καθαρή πόλη» των Αζά-Τσινικόρη μας καλεί να καταργήσουμε τα στερεότυπα, ενώ στην πραγματικότητα επιβεβαιώνει τα πλέον συντηρητικά από αυτά.


Στις αφίσες που διαφημίζουν την παράσταση Καθαρή πόλη του Ανέστη Αζά και του Πρόδρομου Τσινικόρη πέντε γυναίκες, εμφανώς διαφορετικών εθνικοτήτων, με στολές που θυμίζουν υπερήρωες στέκονται μετωπικά (και με τα χέρια στη μέση οι περισσότερες), έτοιμες να αναλάβουν δράση ή να πάρουν τα πράγματα (και… τον λόγο) στα χέρια τους.

Στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών μάς συστήνονται. Είναι η Μέιμπελ από τη Νότιο Αφρική, η Ντρίτα από την Αλβανία, η Ροζίτσα από τη Βουλγαρία, η Βαλεντίνα από τη Σλοβακία, η Φρέντα από τις Φιλιππίνες. Είναι μετανάστριες στην Ελλάδα και για πολύ καιρό δούλεψαν ή ακόμη δουλεύουν ως καθαρίστριες. Και μας διηγούνται τις ιστορίες τους. Πώς έφτασαν στην Ελλάδα πριν από λιγότερα ή περισσότερα χρόνια, πώς βρέθηκαν να δουλεύουν καθαρίστριες, τα προβλήματα που αντιμετώπισαν, το ρατσισμό, την κακή συμπεριφορά των εργοδοτών ή τα προσβλητικά σχόλια στο δρόμο, τις ασταμάτητες ταλαιπωρίες στις οποίες τις υποβάλλει το ελληνικό δημόσιο και η  γραφειοκρατία του, τους φόβους και τις επιθυμίες τους, τα όνειρα και τις αγωνίες τους. Η σκηνή τις καλοδέχεται, τους ταιριάζει, κυρίως επειδή είναι αυθεντικές και μαζί χαρούμενες και περήφανες που βρίσκονται εκεί, κάτω απ’ τα φώτα, για να μιλήσουν για τον εαυτό τους και τις πολλές άλλες γυναίκες που βρέθηκαν ή βρίσκονται στη θέση τους. Κάποιες έχουν απόλυτη συνείδηση αυτού του «εν ονόματι πολλών»· η Φρέντα το λέει και στην παράσταση μιλώντας για την Κασάπι, την Ένωση Φιλιππινέζων Μεταναστών στην Ελλάδα, η Νοτιοαφρικανή Μέιμπελ το λέει μετά, στη συζήτηση που έγινε την περασμένη Κυριακή, «δεν μιλάμε μόνο για εμάς, αλλά και για όλες τις άλλες που βρίσκονται στην ίδια θέση μ’ εμάς». Η παράσταση των Αζά-Τσινικόρη είναι ανάλαφρη και προσφέρει γέλιο και μια κάποια συγκίνηση στο κοινό, που ανταποκρίνεται στη σκηνική δράση χειροκροτώντας κάμποσες φορές πριν το τέλος της.

Τέλος καλό, όλα καλά, θα έλεγε κανείς. Πέντε γυναίκες, που συνήθως μένουν στη σκιά, κάπου ανάμεσα στις χλωρίνες και τις σφουγγαρίστρες, παίρνουν το λόγο και στέκονται απέναντί μας, αποκτούν φωνή. Σε ποιο πλαίσιο όμως και με ποιο τίμημα τους δίνεται αυτό το δικαίωμα λόγου; Το πιο γνωστό δοκίμιο της Ινδής ακαδημαϊκού Γκαγιάτρι Σπίβακ, μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες κριτικές φωνές στο πεδίο των μετααποικιοκρατικών και φεμινιστικών σπουδών, θέτει και με τον τίτλο του το ερώτημα: «Can the subaltern speak?», εξειδικεύοντας το εντός του κειμένου ως «Can the subaltern (as woman) speak?». Mε άλλα λόγια, μπορούν οι υποδεέστεροι, κι ακόμα περισσότερο οι υποδεέστερες γυναίκες να μιλήσουν;. Οι σκηνοθέτες της παράστασης, στη συζήτηση, αναφέρθηκαν στο κείμενο της Σπίβακ ως μέρος των θεωρητικών αναγνώσεών τους, ωστόσο η δουλειά τους θα μπορούσε να είναι αντικείμενο της κριτικής της, ακριβώς επειδή υπέπεσαν σε ένα σφάλμα που και η ίδια επισημαίνει. Κατασκεύασαν τόσο το πλαίσιο, όσο και τα υποκείμενα που μιλούν, έτσι ώστε η παρουσία τους επί σκηνής και ο λόγος που εκφέρουν να ενσωματωθεί χωρίς την παραμικρή τριβή σε συντηρητικές μάλλον αντιλήψεις και να προσφέρει στο κοινό ένα άλλοθι συγκίνησης και ανθρωπισμού. Κι ας μας προτρέπουν οι ίδιοι με μεγάλα γράμματα, στο πρόγραμμα της παράστασης, να καταργήσουμε τα στερεότυπα.

Ας ξεκινήσουμε από κάτι που δηλώνεται εξαρχής ως βασικός άξονας της παράστασης. Οι πέντε γυναίκες που βλέπουμε στη σκηνή δεν είναι απλώς πέντε μετανάστριες που βρέθηκαν να εργάζονται ως καθαρίστριες στην Ελλάδα. Είναι όλες τους μητέρες, και οι δύο σκηνοθέτες τόσο σε συνεντεύξεις τους όσο και στη συζήτηση που ακολούθησε την παράσταση της περασμένης Κυριακής δήλωσαν ότι η παράστασή τους θέλει ταυτόχρονα να είναι κι ένας ύμνος στη μητρότητα. Το υποκείμενο που κατασκευάζει λοιπόν η παράσταση είναι η ηρωίδα-μητέρα, αυτή που θυσιάζει τα πάντα για το καλό των παιδιών της. Χωρίς καμιά εξαίρεση, καμιά αμφιβολία, καμιά αμφιθυμία, η εικόνα της γυναίκας που δίνει η Καθαρή πόλη συντάσσεται με την πιο παραδοσιακή εικόνα της γυναίκας-μητέρας. Η γνωστή «Ελληνίδα μάνα» παραδίδει τη σκυτάλη στη «μετανάστρια μάνα», αγνοώντας κάθε γυναίκα που δεν εντάσσεται, για οποιονδήποτε λόγο, σ’ αυτό το πρότυπο. Ας μην ανησυχούμε λοιπόν, οι ξένες γυναίκες που καθαρίζουν τα σπίτια μας δεν είναι απειλητικές, το μόνο που έχουν στο νου είναι τα παιδιά τους και πώς να τους προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον.

Οι πέντε γυναίκες της Καθαρής πόλης είναι μάλιστα τόσο πολύ μητέρες, ώστε να ξεχνάμε ότι είναι επίσης γυναίκες· με δυο λόγια, απουσιάζει σοκαριστικά από τις ιστορίες τους οποιαδήποτε αναφορά σε προσωπική ζωή ‒ ο έρωτας, παραδείγματος χάρη, ή το σεξ. Ακόμη και οι «νόμιμοι» σύντροφοι ‒είτε είναι μαζί τους ακόμη, είτε όχι‒ αναφέρονται ελάχιστα και χωρίς καμιά σχεδόν βαρύτητα στην αφήγηση της ζωής τους, η σχέση τους με το σεξ περιορίζεται στη γενναία απόκρουση της σεξουαλικής παρενόχλησης από ένα ή δύο αντιπαθητικά αφεντικά. Κι αν το στερεότυπο είναι πως «οι ξένες θα μας πάρουν τους άντρες», και πάλι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας ‒ στην παράσταση της Στέγης θα τις δούμε αποκαθαρμένες από κάθε σεξουαλικότητα, καθημερινές ηρωίδες της μητρότητας και της χλωρίνης.

Αν η μετανάστευση απειλεί τον εθνικό ιστό, την εθνική ταυτότητα και την περιχαράκωσή της στα εθνικά σύνορα, όπως γράφει το κείμενο που προβάλλεται στο μέσον περίπου της παράστασης, οι δημιουργοί της Καθαρής πόλης επιθυμούν τόσο πολύ να γίνουν αποδεκτές οι πέντε μετανάστριες από το κοινό τους, ώστε φροντίζουν να τις εντάξουν ακριβώς σ’ αυτήν την εθνική αφήγηση, φτιάχνοντας μια παράσταση για την ενσωμάτωση, όπως μας είπαν στη συζήτηση, όπου μας είπαν κι άλλα, επίσης σοκαριστικά, ίσως και αφελή εντέλει, επιβεβαιώνοντας ωστόσο αυτή την κριτική. Όπως ότι επέλεξαν γυναίκες ως πρωταγωνίστριες στην παράστασή τους, επειδή οι γυναίκες είναι λιγότερο απειλητικές από τους άντρες κι έτσι θα μπορούσε να γίνει ευκολότερα η ταύτιση του κοινού μαζί τους. Ότι οι γυναίκες μετανάστριες, ακριβώς επειδή δεν απειλούν όσο οι άντρες, δεν υφίστανται βία από ομάδες τύπου Χρυσής Αυγής. Ότι αυτό που συντελείται στην παράσταση είναι μια συνάντηση μεταξύ του μέσου καλλιεργημένου αστού θεατή θεάτρου και των πέντε μεταναστριών γυναικών.

Με ποιους όρους όμως γίνεται αυτή η συνάντηση και ποιος είναι ο στόχος της παράστασης Καθαρή πόλη; Το θέατρο-ντοκουμέντο, που υπηρετούν οι Αζάς-Τσινικόρης, εισάγοντας στα καθ’ ημάς τη μέθοδο της γερμανικής ομάδας Rimini Protokoll, έχει ενδιαφέρον όταν, με τη χρήση μαρτυριών, υλικού που προκύπτει από έρευνα και άλλα τεκμήρια, αποκαλύπτει συγκρούσεις και αντίθετες θέσεις, απόψεις και στάσεις σε σχέση με κρίσιμα ζητήματα της επικαιρότητας ή/και της ιστορίας. Εδώ όμως όλα είναι ροζ, καλογυαλισμένα, δίχως καμιά γωνία. Οι σκηνοθέτες επιλέγουν να μη θυματοποιήσουν τις πρωταγωνίστριές τους, αλλά να τις παρουσιάσουν ως ηρωίδες μιας ανάλαφρης και παραδοσιακής μυθοπλασίας. Οι δυσκολίες είναι δοκιμασίες στο δρόμο της ζωής, τα παιδιά σπουδάζουν και προκόβουν, η κόρη της Ντρίτα είναι άριστη μαθήτρια και φοιτήτρια, μιλάει πέντε γλώσσες και τώρα εργάζεται στον Καναδά, ο γιος της, ηθοποιός και σκηνοθέτης, δουλεύει στο Εθνικό Θέατρο, στο Φεστιβάλ και αλλού, η κόρη της Μέιμπελ παίζει στην Εθνική ομάδα μπάσκετ. Οι μετανάστες είναι καλοί και αποδεκτοί, μπορείς να ταυτιστείς μαζί τους, μόνο όταν είναι ακίνδυνοι και τα καταφέρνουν. Στο τέλος της παράστασης, οι πέντε γυναίκες μιλούν, υποτίθεται, στο skype με την κόρη της μιας απ’ αυτές. Τη συμβουλεύουν όλες να είναι αξιοπρεπής, να κάνει καλά την όποια δουλειά της, να είναι, με δυο λόγια, σωστή. Αν τα μετέφερε κανείς όλα αυτά σε μια παράσταση με Ελληνίδες ηρωίδες, θα γελούσαμε με το συντηρητισμό και τη συμβατικότητα. Όμως εδώ οι θεατές γελούν και συγκινούνται διαφορετικά, εξαργυρώνουν ίσως κάποια ενοχή για τη δική τους αδιαφορία προς τις γυναίκες που καθαρίζουν τα σπίτια τους, επιβεβαιώνουν ότι είναι ευαίσθητοι και προοδευτικοί, χωρίς ρατσιστικές προκαταλήψεις. Μόνο που για να γίνουν όλα αυτά, δεν αρκεί οι καθαρίστριες να καθαρίσουν την πόλη, πρέπει να καθαριστούν κι αυτές για να ταιριάξουν ακριβώς στα στερεότυπα που κουβαλάει το κοινό τους.

Στην πραγματικότητα, το ηθικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι πέντε γυναίκες που εμφανίζονται στην παράσταση δεν διαφέρει πολύ από αυτό των παλιών ελληνικών ταινιών, όπου αγιοποιείται η φτωχή μάνα που ξενοπλένει και σφουγγαρίζει για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Και η αποδοχή τους θυμίζει πολύ το «ευαίσθητο» άρθρο εφημερίδας που «βλέπει» και αναγνωρίζει τον μετανάστη όταν περνάει πρώτος σε μια πανεπιστημιακή σχολή, όταν βρίσκει ένα πορτοφόλι και το παραδίδει στην αστυνομία, όταν πετυχαίνει σε κάτι.

Όσο κι αν χαίρεται κανείς λοιπόν με τη χαρά και την περηφάνια της Μέιμπελ, της Ντρίτα, της Ροζίτσα, της Φρέντα και της Βαλεντίνας, καθώς μιλούν, τραγουδούν και χορεύουν στη σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, αυτό δεν αρκεί… Γιατί δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει πως τόσο η επιλογή των γυναικών, όσο και ο χώρος που τους αφήνεται για να διηγηθούν τις ιστορίες τους, στην ουσία συγκαλύπτει μια σειρά από ζητήματα, συγκαλύπτει τις σχέσεις εξουσίας, τις ταξικές σχέσεις, τον καταμερισμό της εργασίας στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, και ενσωματώνει την ετερότητα ακυρώνοντάς τη ως τέτοια και προσαρμόζοντάς τη σε μια ανώδυνη αφήγηση. Η παράσταση θα τελειώσει, οι γυναίκες θα παραμείνουν στις χλωρίνες και τις σφουγγαρίστρες τους και ο μέσος καλλιεργημένος θεατής θα επιβεβαιώσει ότι δεν είναι ρατσιστής, μιας και χειροκρότησε μια παράσταση με καθαρίστριες στη Στέγη.

2021 © left.gr | στείλτε μας νεα, σχόλια ή παρατηρήσεις στο [email protected]
§ Όροι χρήσης για αναδημοσιεύσεις Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση 3.0 Μη εισαγόμενο (CC BY-NC 3.0)